Είναι συνταγματική η χρήση ιχνηλατών (cookies) από τις ιστοσελίδες; Παραβιάζεται το δικαίωμα των χρηστών στην ιδιωτικότητα; Η Φερενίκη Παναγοπούλου-Κουτνατζή δίνει μία λεπτομερή, όσο και ξεκάθαρη, απάντηση.

Ερώτημα Πολίτη:

Η πολιτική των cookies, η οποία εφαρμόζεται ευρέως από την πλειοψηφία των ιστοσελίδων, και η συνακόλουθη μη πρόσβαση σε πληροφορίες σε περίπτωση μη συναίνεσης του χρήστη, θίγει θεμελιώδη δικαιώματα (Δικαίωμα στην Πληροφόρηση, Ελευθερία του Τύπου);

Πώς μπορεί να δράσει ο εκάστοτε χρήστης σε αυτές τις περιπτώσεις;

Σε ποιο βαθμό θίγεται η ιδιωτικότητά του κατά την πλοήγηση, δεδομένου ότι η συγκεκριμένη λειτουργία εντοπίζει προτιμήσεις και εξατομικεύει τις διαφημίσεις που προβάλλονται;

Απάντηση:

Ι. Ο ορισμός των ιχνηλατών

Οι ιχνηλάτες (cookies) [1] είναι μικρά αρχεία κειμένου με πληροφορίες, τα οποία αποθηκεύονται από τον διακομιστή (server) ενός ιστοτόπου στην τερματική συσκευή (υπολογιστή, κινητό τηλέφωνο κλπ.) ενός επισκέπτη/χρήστη κατά την πλοήγηση σε αυτόν.[2] Διακρίνονται -κατά βάση-σε δύο βασικές κατηγορίες. Πρώτον, οι ιχνηλάτες που είναι απαραίτητοι για τη λειτουργία της ιστοσελίδας. Αυτοί θεωρούνται τεχνικά απαραίτητοι για την πραγματοποίηση της συνδέσεως στην ιστοσελίδα ή για την παροχή της υπηρεσίας διαδικτύου την οποία έχει ζητήσει ο ίδιος ο χρήστης. Η εν λόγω κατηγορία εξαιρείται από την υποχρέωση λήψεως συγκαταθέσεως  του χρήστη. Δεύτερον, οι ιχνηλάτες που δεν είναι απαραίτητοι για τη λειτουργία της ιστοσελίδας, αλλά επιτελούν περαιτέρω στατιστικούς, εμπορικούς και προωθητικούς σκοπούς. Αυτονοήτως, η εγκατάστασή τους απαιτεί τη συγκατάθεση του χρήστη.

Η δεύτερη κατηγορία θα μπορούσε να διακριθεί σε περαιτέρω υποκατηγορίες. Πρώτον, οι στατιστικοί ιχνηλάτες μετρήσεως της επισκεψιμότητας της ιστοσελίδας. Δεύτερον, οι ιχνηλάτες αυθεντικοποιήσεως, που βοηθούν στην ταυτοποίηση του προφίλ των χρηστών. Αναλόγως της εφαρμογής τους μπορούν να έχουν περιορισμένη διάρκεια, π.χ. στις ιστοσελίδες τραπεζών, ή μόνιμη διάρκεια και να  αποθηκεύουν όλες τις ρυθμίσεις των χρηστών. Συνήθως μικρής διάρκειας ιχνηλάτες συναντώνται σε ιστοσελίδες τραπεζών, όπου μετά από ορισμένο χρόνο, για λόγους ασφαλείας, λήγουν και οι χρήστες πρέπει να εισαγάγουν τα στοιχεία τους εκ νέου. Τρίτον, οι ιχνηλάτες συλλογής δεδομένων αναλύσεως (σχετικά με τη συμπεριφορά των χρηστών).[3]  Η τρίτη  υποκατηγορία εστιάζει στη βελτίωση υπηρεσιών πέραν αυτών που προσφέρονται από την ιστοσελίδα. Σε αυτές τις υπηρεσίες συγκαταλέγεται και η προβολή διαφημίσεων. Συνεργαζόμενες ιστοσελίδες αποκτούν το δικαίωμα να χρησιμοποιούν ιχνηλάτες για να συλλέγουν πληροφορίες σχετικά με την πλοήγησή των χρηστών στο διαδίκτυο.[4]

II. To νομοθετικό πλαίσιο

Εάν οι ιχνηλάτες μπορούν να οδηγήσουν στην ταυτοποίηση φυσικού προσώπου, τότε συνιστούν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα και υπάγονται στη σχετική νομοθεσία του Γενικού Κανονισμού Προστασίας Δεδομένων 679/2016/ΕΕ (ΓΚΠΔ). Συγκεκριμένα, σύμφωνα με την αιτιολογική σκέψη 30 του ΓΚΠΔ, «Τα φυσικά πρόσωπα μπορεί να συνδέονται με επιγραμμικά αναγνωριστικά στοιχεία ταυτότητας, τα οποία παρέχονται από τις συσκευές, τις εφαρμογές, τα εργαλεία και τα πρωτόκολλά τους, όπως διευθύνσεις διαδικτυακού πρωτοκόλλου, αναγνωριστικά cookies ή άλλα αναγνωριστικά στοιχεία όπως ετικέτες αναγνώρισης μέσω ραδιοσυχνοτήτων. Αυτά μπορεί να αφήνουν ίχνη τα οποία, ιδίως όταν συνδυαστούν με μοναδικά αναγνωριστικά στοιχεία ταυτότητας και άλλες πληροφορίες που λαμβάνουν οι εξυπηρετητές, μπορούν να χρησιμοποιηθούν για να δημιουργηθεί το προφίλ των φυσικών προσώπων και να αναγνωριστεί η ταυτότητά τους.». Το αυτό προκύπτει και από την τροποποίηση του άρθρου 5 παρ. 3 της Οδηγίας 2002/58, βάσει του οποίου καταλαμβάνονται  και οι ιχνηλάτες από τη νομοθεσία προστασίας προσωπικών δεδομένων.

Η βασική ρύθμιση περί ιχνηλατών γίνεται από την Οδηγία 2009/136 που έλαβε το προσωνύμιο «Cookies Directive» (Οδηγία 2009/136/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25.11.2009, για την τροποποίηση της Οδηγίας 2002/22 για την καθολική υπηρεσία και τα δικαιώματα των χρηστών όσον αφορά δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών, της Οδηγίας 2002/58/ΕΚ σχετικά με την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και την προστασία της ιδιωτικής ζωής στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών και του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2006/2004 για τη συνεργασία μεταξύ των εθνικών αρχών, L 337/11). Ο ν. 3471/2006, ο οποίος ενσωματώνει την Οδηγία 2002/58/ΕΚ (Οδηγία e-Privacy), όπως έχει τροποποιηθεί µε την Οδηγία 2009/136/ΕΚ, αποτελεί συμπλήρωση και εξειδίκευση του θεσμικού πλαισίου της προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 5 του εν λόγω νόμου, «Η αποθήκευση πληροφοριών ή η απόκτηση πρόσβασης σε ήδη αποθηκευµένες πληροφορίες στον τερµατικό εξοπλισµό συνδροµητή ή χρήστη επιτρέπεται µόνο αν ο συγκεκριµένος συνδροµητής ή χρήστης έχει δώσει τη συγκατάθεση του µετά από σαφή και εκτενή ενηµέρωση […]. Η συγκατάθεση του συνδροµητή ή χρήστη µπορεί να δίδεται µέσω κατάλληλων ρυθµίσεων στο φυλλοµετρητή ιστού ή µέσω άλλης εφαρµογής. Τα παραπάνω δεν εµποδίζουν την οποιαδήποτε τεχνικής φύσεως αποθήκευση ή πρόσβαση, αποκλειστικός σκοπός της οποίας είναι η διενέργεια της διαβίβασης µίας επικοινωνίας µέσω δικτύου ηλεκτρονικών επικοινωνιών ή η οποία είναι αναγκαία για την παροχή υπηρεσίας της κοινωνίας της πληροφορίας, την οποία έχει ζητήσει ρητά ο χρήστης ή ο συνδροµητής. Με πράξη της Αρχής Προστασίας ∆εδοµένων Προσωπικού Χαρακτήρα (Α.Π.∆.Π.Χ.) ορίζονται ειδικότερα οι τρόποι παροχής πληροφοριών και δήλωσης της συγκατάθεσης.»

ΙΙI. Το ζήτημα του αποκλεισμού προσβάσεως σε περίπτωση μη συγκαταθέσεως

Η μη παροχή συγκαταθέσεως για τη χρήση μη απαραίτητων για τη λειτουργία της ιστοσελίδας ιχνηλατών δεν πρέπει να οδηγεί, σύμφωνα με την ελληνική Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα,[5] σε αποκλεισμό από την πρόσβαση στο περιεχόμενο της ιστοσελίδας.[6] Κάτι τέτοιο θα παραβίαζε το συνταγματικό δικαίωμα στην πληροφόρηση. Η απαγόρευση βασίζεται στην Οδηγία 2009/136, δεδομένου ότι στο άρθρο 5 παρ. 3 της τροποποιημένης Οδηγίας 2002/58  προστέθηκε η φράση: «…η απόκτηση πρόσβασης σε ήδη αποθηκευμένες πληροφορίες στον τερματικό εξοπλισμό συνδρομητή ή χρήστη επιτρέπεται μόνο αν ο συγκεκριμένος συνδρομητής ή χρήστης έχει δώσει την συγκατάθεσή…». Επομένως, απαιτείται πλέον ειδική συγκατάθεση για την εγκατάσταση προγραμμάτων τύπου cookies». Προβλέπεται, ωστόσο, ότι η συγκατάθεση μπορεί να δοθεί και μέσω του λογισμικού του φυλλομετρητή (browser), ενώ οι ειδικότερες προϋποθέσεις θα ρυθμιστούν με απόφαση της ΑΠΔΠΧ. [7] Η εν λόγω θέση έρχεται σε αρμονία με τις κατευθυντήριες γραμμές της Ομάδας Εργασίας του Άρθρου 29, αναφορικά με τη συγκατάθεση.[8] Εν προκειμένω, η συγκατάθεση δεν θεωρείται ότι παρέχεται ελεύθερα εάν υπάρχει κίνδυνος παραπλανήσεως, εκφοβισμού, εξαναγκασμού ή σημαντικών αρνητικών συνεπειών σε περίπτωση που το άτομο δεν παρέχει τη συγκατάθεσή του.

Ωστόσο, τo ζήτημα αυτό δεν είναι άμοιρο προβληματισμού. Ερώτημα αναφύεται εάν είναι συνταγματική σε μια ενημερωτική ιστοσελίδα η επιλογή ανάμεσα α) στην αποδοχή των ιχνηλατών ή β) την πρόσβαση στην ιστοσελίδα με συνδρομή. Εκ πρώτης όψεως, αυτό φαίνεται ότι έρχεται σε ένταση με το δικαίωμα στην πληροφόρηση. Η διαφορετική νομολογιακή προσέγγιση της αγγλικής και της αυστριακής Αρχής υποδεικνύει, ωστόσο, την πολυπλοκότητα του θέματος. Η αυστριακή Αρχή[9] υποστήριξε ότι στην προκειμένη περίπτωση οι χρήστες δεν αντιμετώπισαν σημαντικές αρνητικές συνέπειες, δεδομένου ότι θα μπορούσαν να επιλέξουν είτε να εγγραφούν στην ιστοσελίδα με μία μικρή χρέωση είτε απλώς να επιλέξουν μια άλλη διαδικτυακή εφημερίδα ως πηγή ενημερώσεως. Η Αρχή έκρινε ότι η απαίτηση για ελεύθερη συγκατάθεση δεν θα μπορούσε να οδηγήσει τις εταιρείες στο χώρο των Μέσων Μαζικής Ενημερώσεως να παρέχουν δωρεάν τις υπηρεσίες τους, ειδικά όταν η διαδικτυακή διαφήμιση που δεν βασίζεται σε δεδομένα δεν θα επιτρέπει τη χρηματοδότηση τους στο σημερινό περιβάλλον της αγοράς. Η προσέγγιση της αγγλικής Αρχής,[10] όμως,  σε υπόθεση σχετικά με ένα παρόμοιο τρόπο συνδρομής από την ιστοσελίδα της εφημερίδας Washington Post ήταν διαφορετική, κρίνοντας ότι η πρόσβαση μέσω συνδρομής σε περίπτωση μη αποδοχής των ιχνηλατών δεν είναι νόμιμη. Η αγγλική Αρχή απεφάνθη ότι οι χρήστες πρέπει να έχουν μια εναλλακτική λύση για την αποδοχή των ιχνηλατών και δικαιούνται να έχουν τη δυνατότητα να εξαιρεθούν από τους ιχνηλάτες σε όλα τα επίπεδα συνδρομής.

Η θέση της αγγλικής Αρχής φαίνεται φιλικότερη προς την προστασία δεδομένων. Η θέση της αυστριακής Αρχής εγείρει τον εύλογο φόβο του εξαγοράσεως των δεδομένων. Ωστόσο, τονίζεται ότι το δικαίωμα στην προστασία προσωπικών δεδομένων δεν είναι ένα απόλυτο, «τυραννικό» δικαίωμα. Τούτο επισημαίνεται εμφατικά στον Γενικό Κανονισμό Προστασίας Δεδομένων 679/216/ΕΕ (ΓΚΠΔ): σύμφωνα με την αιτιολογική σκέψη 4 του ΓΚΠΔ, το εν λόγω δικαίωμα  «πρέπει να εκτιμάται σε σχέση με τη λειτουργία του στην κοινωνία και να σταθμίζεται με άλλα θεμελιώδη δικαιώματα, σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας». Άλλωστε, ρητούς περιορισμούς επιβάλλουν τα άρθρα 1 παρ. 3 και 85 του ΓΚΠΔ σχετικά με την ελεύθερη ροή των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και την ελευθερία εκφράσεως και πληροφορήσεως αντίστοιχα. Κατά συνέπεια, σε περίπτωση συγκρούσεως του δικαιώματος προσωπικών δεδομένων με άλλα έννομα αγαθά και δικαιώματα, όπως είναι η ελευθερία του τύπου, η στάθμιση και η εναρμόνιση αυτών, με βάση τη συνταγματική αρχή της αναλογικότητας, είναι απαραίτητη.[11]Αυτό υπαγορεύεται από την ανάγκη άρσεως των ενδεχομένων συγκρούσεων των θεμελιωδών δικαιωμάτων μέσω της σταθμίσεως συμφερόντων σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση.[12]

Εν προκειμένω σημειώνεται ότι η απαγόρευση επιβολής συνδρομής σε ιδιωτική ενημερωτική ιστοσελίδα σε περίπτωση μη αποδοχής των ιχνηλατών δύναται να οδηγήσει σε αδιέξοδο ψηφιακές εταιρείες ενημερώσεως, που στηρίζουν την ύπαρξη και επιβίωσή τους στη χρήση ιχνηλατών. Κρίνεται, εν προκειμένω, ότι η ισόρροπη στάθμιση ανάμεσα στην ελευθερία του τύπου και την προστασία δεδομένων θα μπορούσε να οδηγήσει στη θέση ότι, υπό περιστάσεις, η επιλογή ανάμεσα στην αποδοχή των ιχνηλατών ή την πληρωμή εύλογης και όχι υπέρμετρης συνδρομής για την πρόσβαση σε ενημερωτική ιστοσελίδα είναι συνταγματική. Τονίζεται ότι η θέση αυτή δεν θα μπορούσε να υποστηριχθεί για την ιστοσελίδα δημόσιας αρχής. Η δημόσια αρχή υποχρεούται να ενημερώνει το κοινό και η επιβολή συνδρομής, σε περίπτωση μη αποδοχής των ιχνηλατών, έρχεται σε σύγκρουση με το δικαίωμα στην πληροφόρηση και την ιδιωτικότητα του χρήστη. Η δημόσια αρχή δεν διαθέτει την ιδιωτική αυτονομία μιας ιδιωτικής εφημερίδας. Τέλος, κρίνεται ότι τα κριτήρια της ελευθερίας του τύπου δεν θα μπορούσαν να εφαρμοσθούν σε μια ιδιωτική (μη ενημερωτική) εταιρεία, π.χ. πωλήσεως ηλεκτρονικών συσκευών. Η τελευταία δεν θα μπορούσε να  επιβάλει συνδρομή στην ιστοσελίδα σε περίπτωση μη συγκαταθέσεως στους ιχνηλάτες.

ΙV. Το ζήτημα της προστασίας της ιδιωτικότητας

Το εύλογο ερώτημα που ανακύπτει είναι εάν η ύπαρξη ιχνηλατών παραβιάζει την ιδιωτικότητα του χρήστη. Εάν οι ιχνηλάτες πληρούν τις προδιαγραφές που θέτει η νομοθεσία για την επεξεργασία δεδομένων στις ηλεκτρονικές επικοινωνίες και ο Γενικός Κανονισμός Προστασίας Δεδομένων (βλ. ανωτ. ΙΙ) όσον αφορά στη διαχείριση ιχνηλατών και συναφών τεχνολογιών, τότε αυτοί συμβαδίζουν με το δικαίωμα στην ιδιωτικότητα του χρήστη. Εν προκειμένω, η σχετική νομοθεσία θέτει δύο βασικές επιταγές. Πρώτον, τη διεξοδική ενημέρωση και, δεύτερον, τη λήψη έγκυρης συγκαταθέσεως του χρήστη.

Σύμφωνα με τις Συστάσεις της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα για τη συμμόρφωση υπευθύνων επεξεργασίας δεδομένων με την ειδική νομοθεσία για τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες[13], η διεξοδική ενημέρωση γίνεται μέσω της ιστοσελίδας του παρόχου υπηρεσίας του διαδικτύου με χρήση κατάλληλων μηχανισμών [π.χ. με αναδυόμενα παράθυρα (pop up) ή με ένα ενημερωτικό πλαίσιο (banner)]. Είναι θεμιτή η παροχή της ενημερώσεως μέσω πολλών επιπέδων, αρκεί να εξασφαλισθεί ότι η συγκατάθεση του χρήστη ζητείται αφού έχει ενημερωθεί ειδικά ο χρήστης, τουλάχιστον για τις κατηγορίες ιχνηλατών που χρησιμοποιούνται. Η ενημέρωση μπορεί να λάβει χώρα μέσω του ενημερωτικού μηνύματος (είτε πρόκειται για αναδυόμενο παράθυρο είτε για άλλο τρόπο). Πρέπει να παρέχεται ειδική ενημέρωση για τον σκοπό του κάθε ιχνηλάτη που χρησιμοποιείται και όχι γενική ενημέρωση αόριστα για τη χρήση ιχνηλατών.

Για κάθε ιχνηλάτη ή κατηγορία ιχνηλατών ιδίου σκοπού θα πρέπει να αναφέρονται η διάρκεια λειτουργίας, η ταυτότητα του υπευθύνου της επεξεργασίας, οι αποδέκτες ή οι κατηγορίες αποδεκτών των δεδομένων. Τέλος, η ενημέρωση θα πρέπει να είναι ευανάγνωστη ανεξαρτήτως της τερματικής συσκευής  από όπου γίνεται η πρόσβαση (φορητή ή σταθερή συσκευή).

Αναφορικά με την εγκυρότητα της συγκαταθέσεως, η ελληνική Αρχή συστήνει τα εξής[14]:

H συγκατάθεση απαιτεί σαφή, θετική ενέργεια. Η ενέργεια αυτή δεν εκπληρούται στην περίπτωση προσυμπληρωμένων τετραγωνιδίων. Η απλή συνέχιση πλοηγήσεως ή κύλιση οθόνης (scrolling) δεν είναι αποδεκτοί τρόποι παροχής συγκαταθέσεως. Στην ίδια κατεύθυνση, δεν θεωρείται ότι υπάρχει συγκατάθεση του χρήστη εάν το πρόγραμμα πλοηγήσεως έχει ως επιλογή την αποδοχή των ιχνηλατών. Σημειώνεται ότι ελλείψει οποιασδήποτε εκδηλώσεως επιλογής (αποδοχής και απορρίψεως), δεν πρέπει να γίνεται χρήση κανενός μη απαραίτητου ιχνηλάτη. Η εγκυρότητα της συγκαταθέσεως συναρτάται και με την ευκολία αποδοχής και προπάντων απορρίψεως των ιχνηλατών. Αυτό συνεπάγεται ότι ο χρήστης πρέπει να μπορεί, με τον ίδιο αριθμό ενεργειών («κλικ») και από το ίδιο επίπεδο, είτε να αποδέχεται τη χρήση των ιχνηλατών (εκείνων για τους οποίους απαιτείται συγκατάθεση) είτε να απορρίπτει όλους ή κάθε κατηγορία ιχνηλατών ξεχωριστά. Καθοριστικής σημασίας είναι η δυνατότητα του χρήστη να ανακαλέσει τη συγκατάθεσή του με τον ίδιο τρόπο και με την ίδια ευκολία με τον οποία τη δήλωσε. Με την επιφύλαξη όλων όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω, η μη παροχή συγκαταθέσεως δεν πρέπει να συνεπάγεται τον αποκλεισμό από την πρόσβαση στο περιεχόμενο της ιστοσελίδας. Προκειμένου να διασφαλισθεί ότι ο χρήστης δεν έχει επηρεασθεί από επιλογές σχεδιασμού υπέρ της επιλογής αποδοχής έναντι της επιλογής απορρίψεως, συνιστάται η χρήση κουμπιών και γραμματοσειράς ίδιου μεγέθους, τονισμού και χρώματος, που να προσφέρει την ίδια ευκολία αναγνώσεως. Τέλος, ανεξαρτήτως αποδοχής ή απορρίψεως των ιχνηλατών, η επανεμφάνιση του αναδυόμενου παραθύρου, προκειμένου να ερωτηθεί ξανά ο χρήστης, πρέπει να γίνεται μετά από τον ίδιο χρόνο. Αυτό σημαίνει ότι η διάρκεια τηρήσεως της επιλογής του χρήστη είναι η ίδια είτε ο χρήστης απορρίψει είτε αποδεχτεί τους ιχνηλάτες. Η χρήση ιχνηλάτη για την αποθήκευση αυτής της επιλογής ενός χρήστη εντάσσεται στις τεχνικά απαραίτητα προδιαγραφές.

V. Αντιδράσεις πολιτών

Σε περίπτωση που οι ανωτέρω επιταγές δεν πληρούνται, ο πολίτης έχει τις εξής επιλογές. Πρώτον, μπορεί να απευθυνθεί στον υπεύθυνο επεξεργασίας. Δεύτερον, δύναται να υποβάλει καταγγελία στην Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα. Τρίτον, μπορεί να προσφύγει δικαστικώς κατά του υπευθύνου επεξεργασίας ή εκτελούντος την επεξεργασία. Τέταρτον, ο πολίτης έχει το δικαίωμα να αναθέσει σε μη κερδοσκοπικό φορέα, οργάνωση, ή ένωση, που έχει συσταθεί δεόντως σύμφωνα με την ελληνική νομοθεσία, να υποβάλει την καταγγελία για λογαριασμό του και να ασκήσει τα δικαιώματα του (άρθρο 80 ΓΚΠΔ).

VI. Συμπέρασμα

Στο πλαίσιο της παρούσης συμβολής υποστηρίζεται ότι η χρήση ιχνηλατών δεν είναι δίχως άλλο αντισυνταγματική. Εάν οι υπεύθυνοι επεξεργασίας και οι εκτελούντες την επεξεργασία συμμορφώνονται με τη σχετική νομοθεσία, η χρήση ιχνηλατών δεν παραβιάζει το δικαίωμα στην ιδιωτικότητα. Δυσχερέστερο εμφανίζεται το ζήτημα της προσβάσεως μέσω συνδρομής σε ενημερωτική ιστοσελίδα σε περίπτωση μη αποδοχής των ιχνηλατών. Εκ πρώτης όψεως, η τακτική αυτή φαίνεται να έρχεται σε ένταση με το δικαίωμα προστασίας δεδομένων. Προσεκτικότερη, ωστόσο, θεώρηση θα μπορούσε να μας οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι η ισόρροπη στάθμιση ανάμεσα στην ελευθερία του τύπου και την προστασία των δεδομένων συμβαδίζει με την εναλλακτική επιλογή της συνδρομής σε ιδιωτικές (όχι δημόσιες) ενημερωτικές ιστοσελίδες σε περίπτωση μη συγκαταθέσεως σε ιχνηλάτες.

Φερενίκη Παναγοπούλου-Κουτνατζή*
Επικ. Καθηγήτρια Παντείου Πανεπιστημίου,
Δ.Ν. (Humboldt), M.P.H. (Harvard), M.Δ.Ε. (Ε.Κ.Π.Α.)


* Θερμές ευχαριστίες εκφράζονται στον Αναπληρωτή Καθηγητή Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ, Γιώργο Γιαννόπουλο, και τη Δ.Ν. Τάνια Κυριάκου για τον πολύ εποικοδομητικό διάλογο μαζί τους.

Υποσημειώσεις:

[1] Βλ. σχετ. Γιώργο Γιαννόπουλο, Ροή πληροφοριών στο Διαδίκτυο, Νομική Βιβλιοθήκη 2002, σ. 127 ∙ τον ίδιο, Ευθύνη των παρόχων υπηρεσιών στο Internet, Εκδόσεις Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα 2013, σ. 203.

[2] Βλ. https://www.dpa.gr/el/cookies/plirofories/whatis_cookies.

[3] Βλ. https://ec.europa.eu/info/cookies_el.

[4] Βλ. Ιάσονα Χοντζόπουλο /Κωνσταντίνο Κακαβούλη, Τι είναι τα cookies;, 25.11.2018, διαθέσιμο σε:  https://www.homodigitalis.gr/posts/3079.

[5] Βλ. ΑΠΔΠΧ, Συστάσεις για τη συμμόρφωση υπευθύνων επεξεργασίας δεδομένων με την ειδική νομοθεσία για τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες, 25.2.2020, διαθέσιμο σε: https://www.dpa.gr/el/cookies/plirofories/whatis_cookies.

[6] Βλ. ΑΠΔΠΧ, Συστάσεις για τη συμμόρφωση υπευθύνων επεξεργασίας δεδομένων με την ειδική νομοθεσία για τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες, 25.2.2020, διαθέσιμο σε: https://www.dpa.gr/el/cookies/plirofories/whatis_cookies.

[7] Βλ. Γιώργο Γιαννόπουλο, Ευθύνη των παρόχων υπηρεσιών στο Internet, Εκδόσεις Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα 2013, σ. 203.

[8] Βλ. Article 29 Working Party Guidelines on consent under Regulation 2016/679, 28.11.2017 και αναθεωρημένες στις 10.4.2018.

[9] Bλ. https://www.huntonprivacyblog.com/wp-content/uploads/sites/28/2019/01/DSBT_20181130_DSB_D122_931_0003_DSB_2018_00.pdf.

[10] Βλ. Rebecca Hill, Washington Post offers invalid cookie consent under EU rules – ICO

UK watchdog waves fist in paper’s general direction, asks it to stop forcing people to accept tracking, 19.11.2018, διαθέσιμο σε: https://www.theregister.com/2018/11/19/ico_washington_post/.

[11] Βλ. Φερενίκη Παναγοπούλου-Κουτνατζή, Ο Γενικός Κανονισμός για την Προστασία Δεδομένων 679/2016/ΕΕ, Εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2017, σ. 24.

[12] Βλ. Αριστόβουλο Μάνεση, Ατομικές Ελευθερίες, τ. α’, β΄ έκδοση, Εκδοτικός Οίκος Σάκκουλα, Θεσσαλονίκη 1979, σ. 64-65 και Αθανάσιο Γ. Ράϊκο, Συνταγματικό Δίκαιο, Θεμελιώδη Δικαιώματα, 4η έκδοση, Εκδόσεις Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα 2011, σ. 185.

[13] Βλ. ΑΠΔΠΧ, Συστάσεις για τη συμμόρφωση υπευθύνων επεξεργασίας δεδομένων με την ειδική νομοθεσία για τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες, 25.2.2020, διαθέσιμο σε: https://www.dpa.gr/el/cookies/plirofories/whatis_cookies.

[14] Βλ. ΑΠΔΠΧ, Συστάσεις για τη συμμόρφωση υπευθύνων επεξεργασίας δεδομένων με την ειδική νομοθεσία για τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες, 25.2.2020, διαθέσιμο σε: https://www.dpa.gr/el/cookies/plirofories/whatis_cookies.

Share on facebook
Share on twitter
Share on email
Share on print
Share on facebook
Share on twitter
Share on email
Share on print

Σου άρεσε το άρθρο, αλλά σου δημιούργησε νέες απορίες;

Έχεις και άλλα ερωτήματα που σε απασχολούν σε σχέση με το Σύνταγμα, τους Θεσμούς, τα δικαιώματα και τη λειτουργία της Δημοκρατίας;

Σχετικά Άρθρα

Αφιέρωμα //Αλλαγή Εκλογικού Συστήματος// Ψήφος Αποδήμων: Το Σύνταγμα, ο Νόμος, η Πράξη

Η πρόβλεψη για την, δια της νομοθετικής οδού, ρύθμιση της άσκησης του εκλογικού δικαιώματος «από τους εκλογείς που βρίσκονται έξω από την Επικράτεια» υπάρχει ήδη από το Σύνταγμα του 1975, στο άρθρο 51 παρ. 4. Ο σχετικός νόμος δεν ψηφίστηκε, ως τώρα, ποτέ. Δεν ήρθε καν στη Βουλή σχετικό νομοσχέδιο.

Περισσότερα

Ποιος είναι ο θαυμαστός καινούριος κόσμος που αναδύθηκε με την πανδημία την Άνοιξη του 2020;

Η πανδημία αποτέλεσε τον καταλύτη και τον επιταχυντή για την ανάδυση, την επιβολή ή την (προσωρινή τουλάχιστον) επικράτηση μιας σειράς θεσμικών και κοινωνικών πρακτικών, περιορισμών, συμπεριφορών και μορφών οργάνωσης του κράτους, της οικονομίας, της απασχόλησης, της εκπαίδευσης, του δημόσιου χώρου, της υγειονομικής προστασίας και των ανθρώπινων σχέσεων.

Περισσότερα

Όψεις της αρχής της αμεροληψίας στη σύγχρονη πολιτική πραγματικότητα

Η τρέχουσα πολιτική πραγματικότητα έφερε στο προσκήνιο διάφορες όψεις της αρχής της αμεροληψίας που συνδέονται με το ζήτημα της υποκρισίας και του κυνισμού στην πολιτική. Αν θέλουμε να ασκήσουμε την εξουσία με αμερόληπτο τρόπο, αυτό συνεπάγεται ορισμένες δεσμεύσεις και περιορισμούς. Μπορεί να ανταποκριθούμε σε αυτό το βάρος, παρότι πολιτικά, κομματικά, δεν συμφέρει. Είναι όμως δύσκολο να έχουμε και τα δύο: το ηθικό πολιτικό επιχείρημα ότι είμαστε αμερόληπτοι και το επιθυμητό αποτέλεσμα να κάνουμε αυτό που μας συμφέρει πολιτικά και προτιμούμε κομματικά.

Περισσότερα