Κορωνοϊός και βιοηθική: Τρία κρίσιμα ζητήματα

Σε κάθε μεγάλη απειλή για τη δημόσια υγεία, η βιοηθική δοκιμάζεται. Κυρίως, διότι αυτό που προκύπτει πάντοτε είναι μια κατάσταση σύγκρουσης της προσωπικής μας αυτονομίας με την προστασία των άλλων.

Σε κάθε μεγάλη απειλή για τη δημόσια υγεία, η βιοηθική δοκιμάζεται. Κυρίως, διότι αυτό που προκύπτει πάντοτε είναι μια κατάσταση σύγκρουσης της προσωπικής μας αυτονομίας με την προστασία των άλλων.

Η υγεία είναι ατομικό δικαίωμα, ως τέτοιο μάλιστα αναγνωρίζεται ρητά και στο Σύνταγμά μας (άρθρο 5 παρ. 5). Αυτό σημαίνει ότι είμαστε ελεύθεροι να φροντίζουμε όπως εμείς νομίζουμε την δική μας υγεία, σταθμίζοντας την αξία της σε σχέση με άλλες επιλογές της αυτονομίας μας.

Η καλή υγεία μπορεί να αποτελεί προϋπόθεση για την απόλαυση των άλλων δικαιωμάτων μας, αυτό όμως δεν οδηγεί στο συμπέρασμα ότι κάποιος είναι υποχρεωμένος να τη φροντίζει. Το αν καπνίζουμε, πίνουμε, εμβολιαζόμαστε, πηγαίνουμε στον γιατρό ή σε ένα νοσοκομείο όταν αρρωσταίνουμε, είναι επιλογή και όχι καθήκον. Μια παροδική ασθένεια ή ένας τραυματισμός μπορεί να μη μας απασχολεί τόσο, όσο π.χ. η απώλεια του χρόνου που απαιτεί η φροντίδα τους εις βάρος άλλων ενδιαφερόντων μας. Και η υποχρέωση του κράτους να φροντίζει για την υγεία των πολιτών, όπως επιβάλλει το κοινωνικό δικαίωμα στην υγεία (άρθ. 21 παρ. 3 Σ.), υπάρχει για να στηρίζει αυτή την πλευρά της αυτονομίας μας, όχι για να μας επιβάλλει «υγιεινιστικά» πρότυπα τρόπου ζωής. Αυτή είναι η ηθική και νομική αφετηρία του προβληματισμού για την υγεία.

Το ατομικό δικαίωμα στην υγεία, όπως κάθε πλευρά της αυτονομίας μας, πρέπει πάντως να ασκείται με τρόπο που να μην επηρεάζει το αντίστοιχο δικαίωμα των άλλων. Οι κίνδυνοι για τη δημόσια υγεία, όπως η σημερινή πανδημία του κορωνοϊού, αναδεικνύουν ακριβώς αυτό το πρόβλημα: η δημόσια υγεία δεν είναι παρά η διασφάλιση του ατομικού δικαιώματος στην υγεία όλων, σε δεδομένο τόπο και χρόνο. Καθώς οι μεταδοτικές ασθένειες απειλούν τον καθέναν λόγω των κοινωνικών μας επαφών, τίθεται ένα ζήτημα οριοθέτησης της ελευθερίας να παίρνουμε ή όχι μέτρα για την υγεία μας. Η οριοθέτηση αυτή ανήκει στην εξουσία του κράτους και προβλέπεται τόσο στο Σύνταγμα όσο και στη ΕΣΔΑ (άρθ. 5 και των δύο κειμένων), ως αρμοδιότητα για περιορισμούς στο δικαίωμα κίνησης και εγκατάστασης, ώστε να μειώνονται οι κοινωνικές επαφές έως ότου αποτραπεί ο κίνδυνος.

Το κράτος, όμως, πέρα από την πρόληψη του κινδύνου, χρειάζεται να δράσει επίσης για τη θεραπευτική αντιμετώπιση των κρουσμάτων, που προκύπτουν συνήθως με απρόβλεπτους ρυθμούς όσο εξελίσσεται μια πανδημία. Η αντιμετώπιση αυτή επιβάλλεται νομικά από το κοινωνικό μας δικαίωμα στην υγεία, για το οποίο μιλήσαμε παραπάνω, και περιλαμβάνει ενέργειες έγκαιρης διασφάλισης κατάλληλων πόρων σε υποδομές και υγειονομικό προσωπικό αλλά και ενέργειες άμεσης παρέμβασης για την ανταπόκριση σε επείγουσες καταστάσεις που πάντοτε προκαλεί η απειλή: η προετοιμασία των πόρων που θα κινητοποιηθούν, σε συνδυασμό με την «εν θερμώ» ταχύτητα και αποτελεσματικότητα σε αυτή την κινητοποίηση, είναι τα κριτήρια με τα οποία μετράμε την εκάστοτε ανταπόκριση του κράτους στη συνταγματική του υποχρέωση να προστατεύει την υγεία των πολιτών.

Η αντίληψη της υγείας ως διάστασης της προσωπικής μας αυτονομίας

Με τα παραπάνω γενικά δεδομένα, θα άξιζε να επισημάνει κανείς τρεις όψεις της αντιμετώπισης του κορωνοϊού που αφορούν άμεσα την αντίληψη της υγείας ως διάστασης της προσωπικής μας αυτονομίας.

1. Η απόλαυση της αυτονομίας, με την άσκηση των ελευθεριών μας, πρέπει να δεχθούμε ότι υπόκειται πάντοτε σε ηθική (όχι νομική) αξιολόγηση. Ανεξάρτητα από νομικές προβλέψεις, κυρώσεις κ.λπ., ο τρόπος που ασκούμε ένα δικαίωμα ελέγχεται από ηθική σκοπιά. Αυτό σημαίνει ότι η άσκηση των δικαιωμάτων μας χρειάζεται να παίρνει υπ’ όψη πάντοτε τους άλλους και τα δικά τους δικαιώματα.

Ο αυτοπεριορισμός μας ως προς τον χρόνο, τον τόπο και τον τρόπο που εκδηλώνουμε πράξεις αυτονομίας, είναι η εγγύηση για να συνεχίσουμε να ζούμε σε κοινωνίες ελευθερίας. Αν δεν σκεφτούμε τον κίνδυνο που μπορεί εμείς να αποτελούμε για τους άλλους σε συνθήκες πανδημίας, ώστε να τηρήσουμε χωρίς νομικό καταναγκασμό κάποια μέτρα κοινής ασφάλειας, αμφισβητούμε το καθεστώς των δικαιωμάτων συνολικά.

Πράγματι, αν υποθέσουμε ότι αυτή η συμπεριφορά γενικεύεται, εν όψει της πανδημίας, οποιαδήποτε αυθαίρετη επιβολή υπερβολικών μέτρων περιορισμού από την πλευρά του κράτους θα μπορούσε να δικαιολογηθεί ως κατάσταση ανάγκης και να καθιερωθεί στο εξής ως ένας «αναγκαίος» κρατικός πατερναλισμός «για το καλό μας», με κάθε ευκαιρία (ίσως και ανεξάρτητα από κινδύνους…). Μια τέτοια «απελευθέρωση» της κρατικής εξουσίας θα υπονόμευε τις αρχές κάθε δημοκρατικής κοινωνίας, πολύ περισσότερο από οποιαδήποτε πανδημία.

2. Σε μια κοινωνία που βασίζεται στην ελευθερία, τα μέτρα περιορισμού των δικαιωμάτων υπόκεινται από την πρώτη στιγμή της επιβολής τους στην αρχή της αναλογικότητας. Στην περίπτωση της τωρινής πανδημίας, από ορισμένους ιατρούς και πολιτικούς θεωρείται ότι η «καραντίνα» διαρκείας των πολιτών αδιακρίτως, αποτελεί αναγκαίο αλλά και ικανό περιορισμό για την αντιμετώπιση του κινδύνου. Οι επιπτώσεις για άλλες πλευρές της συλλογικής μας ζωής, όπως η οικονομική, η ευρύτερη κοινωνική ή η πολιτιστική δραστηριότητα, αλλά και η απλή ανεμπόδιστη διάθεση του ελεύθερου χρόνου του καθένα, δεν υπολογίζονται στην εξίσωση «καραντίνα = δημόσιο συμφέρον».

Δεν υπολογίζεται ιδίως το κόστος με οικονομικούς, κοινωνικούς αλλά και υγειονομικούς όρους, που έχει η ισοπεδωτική στέρηση της ελευθερίας για όλους. Αυτό μπορεί να περιλαμβάνει την αναπόφευκτη οικονομική καταστροφή πολλών, την κατακόρυφη αύξηση της ανεργίας, με τις επιπτώσεις της στα νοικοκυριά και τις οικογενειακές σχέσεις, τη διάλυση της κανονικής εκπαιδευτικής διαδικασίας, την άνοδο των ψυχιατρικών παθήσεων, της εγκληματικότητας, των φαινομένων ταραχών και βίας κ.λπ. Το κόστος αυτό είναι πολλαπλάσιο του υγειονομικού κόστους της πανδημίας και δεν μπορεί να αποσιωπάται.

Η αρχή της αναλογικότητας επιβάλλει οι περιορισμοί να βασίζονται στη διαρκή και εκτεταμένη συλλογή δεδομένων για τα χαρακτηριστικά της πανδημίας και των κρουσμάτων, ιδίως μέσω δειγματοληπτικών εξετάσεων του πληθυσμού, ώστε τα μέτρα να στοχεύουν συγκεκριμένα στις εστίες του κινδύνου, επιτρέποντας την ομαλή λειτουργία της κοινωνίας εκτός αυτών των εστιών. Η συνεχιζόμενη δυσανάλογη επιβολή περιορισμών δεν οδηγεί παρά σε μια συνολική αναίρεση της αυτονομίας των πολιτών (στην οικονομική, κοινωνική, ακόμη και την ιδιωτική τους ζωή), στον αντίποδα κάθε θεμιτής φροντίδας του κράτους για την υγεία τους.

3. Το τρίτο πρόβλημα αφορά την επάρκεια των πόρων υγείας που πρέπει να αφιερωθούν στην αντιμετώπιση των κρουσμάτων. Το ενδεχόμενο επιλογής μεταξύ ασθενών για την πρόσβαση στον περιορισμένο αριθμό μονάδων εντατικής θεραπείας, για τη χρήση αναπνευστήρων κ.λπ. χρειάζεται επίσης να εξετασθεί, πριν προκύψει.

Αν προκύψει η επιλογή αυτή (ιδίως στις ΜΕΘ), δεν μπορεί να παραβλέπει τρία ιδίως κριτήρια: την προτεραιότητα όσων κινδυνεύει άμεσα η ζωή, αυτήν του υγειονομικού προσωπικού, ώστε να παραμένει όσο γίνεται διαθέσιμο στην αντιμετώπιση της πανδημίας, και την προτεραιότητα όσων αναμένεται να ανακάμψουν γρήγορα από την ασθένεια, για να διατηρείται και πάλι η διαθεσιμότητα των πόρων.

Δεν μπορεί να προκρίνονται εδώ άλλα κριτήρια, που αφορούν π.χ. τη φύση της πάθησης κάποιου, την ηλικία, την οικογενειακή κατάσταση κ.λπ. και εκ των πραγμάτων δημιουργούν δυσμενείς διακρίσεις μεταξύ των ασθενών. Ιδίως, όμως, το κράτος αναλαμβάνει ηθική υποχρέωση να μην επιτρέψει καν την εμφάνιση τέτοιων διλημμάτων, όχι μόνο με μέτρα πρόληψης της εκδήλωσης κρουσμάτων, αλλά και με επενδύσεις σε αναγκαίο προσωπικό και υποδομές. Η ενίσχυση του δημόσιου συστήματος υγείας, με απ’ ευθείας εθνική χρηματοδότηση από τον προϋπολογισμό είναι εν προκειμένω όχι μόνο αναγκαία, αλλά και με απόλυτη προτεραιότητα απέναντι σε άλλες υποχρεώσεις του κράτους (π.χ. εξόφληση χρεών στο εσωτερικό ή στο εξωτερικό).

Εκείνο που, ιδίως, πρέπει να αποτελεί τη βασική επιλογή στη βιοηθική διάσταση της πανδημίας του κορωνοϊού, είναι η διάσωση κάθε ανθρώπινης ζωής, ανεξάρτητα από «κριτήρια» και «δεύτερες σκέψεις». Εκτιμήσεις ωφελιμισμού, που θέλουν να «θυσιάζονται» κάποιοι για να συνεχίσουμε τη ζωή μας οι υπόλοιποι -όπως ακούγονται και από τις δύο πλευρές του Ατλαντικού-  δεν δικαιώνουν τις αρχές των ελεύθερων κοινωνιών.

Τ.Κ. Βιδάλης
Επιστημονικός συνεργάτης της Εθνικής Επιτροπής Βιοηθικής και εμπειρογνώμων της Ε.Ε.,
Διδάσκων Βιοδικαίου και Βιοηθικής στο Διεθνές Πανεπιστήμιο της Ελλάδας και στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Share on facebook
Share on twitter
Share on email
Share on print
Share on facebook
Share on twitter
Share on email
Share on print

Σου άρεσε το άρθρο, αλλά σου δημιούργησε νέες απορίες;

Έχεις και άλλα ερωτήματα που σε απασχολούν σε σχέση με το Σύνταγμα, τους Θεσμούς, τα δικαιώματα και τη λειτουργία της Δημοκρατίας;

Σχετικά Άρθρα

Υποχρεωτικός Εμβολιασμός και Σύνταγμα

Η πανδημία, με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της, επιτάσσει τον αναστοχασμό πάνω στις παραδοσιακές σταθμίσεις μεταξύ αντιτιθέμενων δικαιωμάτων και αγαθών. Η ανθεκτικότητα των δικαιωμάτων ενισχύεται όταν η κρατούσα άποψη επανεξετάζεται με βάση την εξέλιξη των δεδομένων. Ο συνδυασμός της αρχής της πρόληψης με την αρχή της αναλογικότητας μπορεί να αποτελέσει θεμέλιο για τον υποχρεωτικό εμβολιασμό.

Περισσότερα

Πανδημία και Κρίση της Ευρωπαϊκής Ένωσης

Η πανδημία επιδείνωσε τις ασυμμετρίες στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης και αποκάλυψε την έλλειψη αλληλεγγύης μπροστά σε έναν «εξωτερικό εχθρό», για τον οποίο ουδείς μπορούσε να προσάψει ευθύνη σε επιμέρους εθνικά κράτη, όπως συνέβη με τη δημοσιονομική κρίση πριν από μια δεκαετία.

Περισσότερα

Πανδημία και περιοριστικά μέτρα: Περιορισμοί στα θεμελιώδη δικαιώματα και αρχή της επιφύλαξης του νόμου (Μέρος Ι)

Οι περιορισμοί που επιβλήθηκαν λόγω της πανδημίας του Κορωνοϊού είναι πρωτόγνωροι και αφορούν δραστηριότητες της κοινωνικής μας ζωής που μέχρι πρότινος θεωρούνταν ότι πέραν των άλλων ανήκουν στον πυρήνα της ελεύθερης δραστηριότητάς μας. Υπό την έποψη της αρχής της επιφύλαξης του νόμου οι περιορισμοί αυτοί είναι συνταγματικά επιτρεπτοί.

Περισσότερα