Search
Close this search box.

«Κόμμα Κασιδιάρη»: νομική ρύθμιση και πολιτική πραγματικότητα

Εν όψει των βουλευτικών εκλογών, ο Κώστας Μποτόπουλος γράφει για την πιθανή εφαρμογή της νομοθετικής ρύθμισης περί αποκλεισμού πολιτικών κομμάτων από την εκλογική διαδικασία.

Η εντελώς δικαιολογημένη πρόθεση της πολιτικής τάξης – ολόκληρου του λεγόμενου «συνταγματικού τόξου» – για αποτροπή επανόδου στη Βουλή, με άλλο «μανδύα», επιγόνων, νοσταλγών ή συνεχιστών της «Χρυσής Αυγής» και των πρωτοδίκως καταδικασμένων μελών της, είχε να αντιμετωπίσει εγγενείς δυσκολίες σε νομικό-συνταγματικό επίπεδο.

Πρώτον, επειδή το ισχύον  ελληνικό Σύνταγμα δεν επιτρέπει την απαγόρευση κομμάτων. Στο άρθρο 29 παρ. 1 αποδίδεται, κυρίως μέσω της λέξης “οφείλουν” – τα κόμματα είναι αυτά που, αυτοδεσμευόμενα, “οφείλουν” να υπηρετούν το δημοκρατικό πολίτευμα, η βούληση του συνταγματικού νομοθέτη για απόδοση της “ευθύνης” για μεν «κάθοδο» κομμάτων στις εκλογές, στα ίδια τα κόμματα, για τη δε είσοδό τους στη Βουλή, στο εκλογικό σώμα. Το στίγμα γίνεται ακόμα πιο ξεκάθαρο αν ανατρέξει κανείς στα πρακτικά της Βουλής του 1974: δεν τίθεται ζήτημα ουσιαστικής αξιολόγησης της “δημοκρατικότητας” των κομμάτων, ο έλεγχος εκ μέρους του δικαστηρίου που ανακηρύσσει τους συνδυασμούς, δηλαδή του Α’ Τμήματος του Αρείου Πάγου, είναι τυπικός, αφορά στη νομιμότητα, όχι στη σκοπιμότητα.

Ακόμα πιο υψηλό εμπόδιο θέτει η εντελώς σαφής διάταξη του άρθρου 51 παρ. 3 του Συντάγματος: η υποψηφιότητα προσώπου στις εκλογές δεν μπορεί να παραμεριστεί, σε περίπτωση ποινικής καταδίκης, παρά μόνο αν η καταδίκη είναι αμετάκλητη, δηλαδή αν έχει εξαντλήσει όλους τους βαθμούς κρίσης. Όταν αποφασίστηκε να αναληφθεί νομοθετική πρωτοβουλία, αλλά και σήμερα ακόμα, οι καταδικαστικές εις βάρος των μελών της «Χρυσής Αυγής» αποφάσεις δεν είχαν διέλθει – και απέχουν πολύ από το να διέλθουν – όλους τους βαθμούς δικαιοδοσίας.

Με αυτά τα δεδομένα, και εμπνεόμενη από την αλλαγή που είχε επιφέρει στον «εκλογικό νόμο» (πδ 26/2012) το άρθρο 94 του νόμου 4804/2021 – νομοθετική ρύθμιση η οποία είχε περάσει πολύ πιο «αθόρυβα», η κυβερνητική πλειοψηφία προσανατολίστηκε στη δοκιμασμένη λύση του αποκλεισμού κόμματος λόγω της συμμετοχής σε αυτό (όχι αμετάκλητα) καταδικασμένου προσώπου. Στην ήδη υπάρχουσα, βάσει της ρύθμισης του 2021, απαγόρευση λόγω καταδίκης του προέδρου, του γενικού γραμματέα, των μελών της διοικούσας επιτροπής και του νόμιμου εκπροσώπου κόμματος σε σειρά σοβαρών αδικημάτων, προστέθηκε, βάσει του νέου σχεδίου, πρόβλεψη για την αξιολόγηση από το Α’ Τμήμα του Αρείου Πάγου της «συνταγματικής προϋπόθεσης δημοκρατικότητας» με βάση (και) το κριτήριο της «τυχόν καταδίκης μελών του κόμματος και της πραγματικής ηγεσίας του» στα αδικήματα που ίσχυαν για τον πρόεδρο και τα άλλα διευθυντικά στελέχη. Στους δυο αυτούς νεωτερισμούς – πρόβλεψη ενός είδους «ουσιαστικής αξιολόγησης», εγκαθίδρυση έννοιας «πραγματικής ηγεσίας» – η αρχική πρόταση προσέθετε και ένα τρίτο, την παραπομπή στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, και όχι πλέον στο Α’ Τμήμα, του ζητήματος ενδεχόμενου αποκλεισμού κομμάτων βάσει των νέων διατάξεων, με υποχρέωση απόφανσης της Ολομέλειας εντός δυο ημερών.

Σε σχέση με τη ρύθμιση αυτή, εκφράστηκαν αν όχι ενστάσεις, πάντως προβληματισμοί σε καθαρά νομικό αλλά και σε πολιτικό επίπεδο. Αρκετοί αναρωτηθήκαμε[i], χωρίς να αμφισβητούμε την ανάγκη αποτροπής εισόδου ενός «παρακλαδιού της Χρυσής Αυγής» στη Βουλή, για τη δυναμική ορισμένων σημείων της πρότασης. Αυτά αφορούσαν κυρίως α) στη δυνατότητα εγκαθίδρυσης, με βάση την ισχύουσα συνταγματική αρχή αλλά και την αντίστοιχη συνταγματική παράδοση, του δικαιώματος αξιολογικής κρίσης περί της “δημοκρατικότητας” ενός κόμματος λόγω συμμετοχής σε αυτό “ποινικά στιγματισμένου”, αλλά όχι αμετάκλητα καταδικασμένου, προσώπου, β) στη δυνατότητα να κριθεί, με νομικούς όρους και νομικά μέσα, ένα πρόσωπο ως «παρένθετος ή εικονικός ηγέτης» και ένα άλλο ως «πραγματικός αλλά μη φανερός» και γ) στην πιθανότητα μια τέτοια νομοθετική πρωτοβουλία να λειτουργήσει προωθητικά και συσπειρωτικά για αυτούς που επιζητούσε να αποκλείσει.

Η κυβέρνηση επέμεινε ως προς τη σκοπιμότητα της ρύθμισης, προσπάθησε να επιτύχει την όσο δυνατόν μεγαλύτερη συναίνεση, έλαβε υπόψη αρκετές από τις προτάσεις που ακούστηκαν στο δημόσιο και τον κοινοβουλευτικό διάλογο και, τελικά, η διάταξη που ψηφίστηκε (από ΝΔ και ΠΑΣΟΚ και με τον ΣΥΡΙΖΑ να δηλώνει «παρών») και περιλήφθηκε ως άρθρο 102 στο ν. 5019/2023 έχει, σε σχέση με την αρχική πρόταση, τις ακόλουθες διαφοροποιήσεις: α) δόθηκε ένα είδος ορισμού της «πραγματικής ηγεσίας»: «πρόσωπο άλλο από εκείνο που κατέχει τυπικά θέση προέδρου, γενικού γραμματέα, μέλους διοικούσας επιτροπής, νόμιμου εκπροσώπου και με συγκεκριμένες πράξεις του εμφανίζεται να ασκεί διοίκηση του κόμματος, ή να έχει τοποθετήσει εικονική ηγεσία, ή να έχει τον ηγετικό πολιτικό ρόλο προς το πολιτικό σώμα», β) τέθηκε, ως τεκμήριο, οιονεί αμάχητο, κατά τη γνώμη μου, ΜΗ υπηρέτησης της «ελεύθερης λειτουργίας του δημοκρατικού πολιτεύματος», η «καταδίκη, σε οποιονδήποτε βαθμό, υποψηφίων βουλευτών ή ιδρυτικών μελών ή διατελεσάντων προέδρων», όχι για όλα τα αδικήματα που ισχύουν για πρόεδρο, γραμματέα κλπ., αλλά ΜΟΝΟ (ώστε να μην καταλείπεται καταχρηστική διακριτική εξουσία[ii]) για τα εξής τρία: έσχατη προδοσία (άρθρο 134 Ποινικού Κώδικα), συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση (άρθρο 187), συμμετοχή σε τρομοκρατική οργάνωση (άρθρο 187 Α), γ) επανήλθε το αποκλειστικό δικαίωμα αξιολόγησης της νομιμότητας και της «δημοκρατικότητας» των συνδυασμών, βάσει των νέων κριτηρίων, στο Α’ Τμήμα, και όχι στην Ολομέλεια, του Αρείου Πάγου, ενώ το δικαίωμα υπομνημάτων επιφυλάχθηκε μόνο στα πολιτικά κόμματα και όχι και σε άλλα νομικά πρόσωπα ή τους εκλογείς.

Σημειωτέο ότι, σε αντίθεση με ό,τι κατά καιρούς ειπώθηκε από πολιτικούς και σχολιαστές, η Επιστημονική Υπηρεσία της Βουλής, στην οποία παραπέμφθηκε προς γνωμοδότηση η ως άνω ρύθμιση, ΔΕΝ αποφάνθηκε ως προς την κατ’ ουσίαν συνταγματικότητά της, περιοριζόμενη στην υπενθύμιση των συνταγματικών διατάξεων (άρθρο 29 για τα κόμματα και συνδυασμός άρθρων 55,1 και 51,3 για το δικαίωμα του εκλέγεσθαι) και μιας απόφασης του Συμβουλίου της Επικρατείας (Ολ. 518/2015), η οποία, όμως, σχετιζόταν με την κρατική οικονομική ενίσχυση των κομμάτων. Σε κάθε περίπτωση, με την ψήφιση του ν. 5019/2023, η νομική, αλλά και η πολιτική, ζωή πέρασε από καθεστώς de lege ferenda (συζήτηση περί της σκοπιμότητας και της αρτιότητας μιας ρύθμισης) σε καθεστώς de lege lata (υποχρέωση ορθής εφαρμογής του νόμου).

Αμέσως μετά την εξαγγελία από τον Πρωθυπουργό ως ημερομηνίας διενέργειας βουλευτικών εκλογών της 21ης Μαΐου 2023, εκδηλώθηκε πρόθεση καταδικασμένου πρώην μέλους της «Χρυσής Αυγής» για συμμετοχή σε αυτές τις εκλογές και, στις αρχές Απριλίου, άρχισαν διεργασίες για ίδρυση νέου κόμματος, υπό την ηγεσία άλλου προσώπου, αλλά με την πιθανή συμμετοχή του εν λόγω καταδικασμένου πρώην μέλους της «Χρυσής Αυγής». Ενόψει αυτών των εξελίξεων, και με βάση την ψηφισθείσα διάταξη για την ανακήρυξη των συνδυασμών των υποψήφιων στις εκλογές της 21ης Μαΐου κομμάτων, τα πράγματα έχουν, κατά τη γνώμη μου, ως εξής.

Σε περίπτωση συμμετοχής του ίδιου του καταδικασμένου πρώην ηγετικού στελέχους της Χρυσής Αυγής ως υποψηφίου βουλευτή στους συνδυασμούς του νέου κόμματος, η κρίση του Α’ Τμήματος του Αρείου Πάγου είναι μονόδρομος: στους συνδυασμούς αυτούς δεν είναι δυνατό να επιτραπεί η «κάθοδος» στις εκλογές. Και τούτο γιατί, το «δύναται» του νόμου («ο Άρειος Πάγος δύναται να κρίνει») συμπληρώνεται, σημασιολογικά και τελολογικά, από «την υποχρέωση να προστατέψει το δημοκρατικό πολίτευμα»  και συνεπώς, από τη στιγμή που ο ίδιος ο νόμος θεωρεί την υποψηφιότητα καταδικασμένου για συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση προσώπου ως αντίθετη προς τη δημοκρατία, ο αποκλεισμός καθίσταται υποχρεωτικός[iii].

Στη διαφορετική περίπτωση, κατά την οποία το συγκεκριμένο καταδικασμένο για συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση πρόσωπο, ή άλλο με παρόμοια χαρακτηριστικά, ΔΕΝ κατέλθει τελικά ως υποψήφιος με τους συνδυασμούς του νέου κόμματος, η δικαστική κρίση είναι πιο δύσκολη και περίπλοκη. Αλλά και πάλι το Α’ Τμήμα του Αρείου Πάγου έχει τη δυνατότητα να αποκλείσει το συγκεκριμένο κόμμα, μέσω χρήσης της νεοεισαχθείσας έννοιας της «πραγματικής ηγεσίας», μέσω απόδειξης, δηλαδή, ότι, παρότι μη ευθέως συμμετέχων στο νέο κόμμα, ο καταδικασμένος πρώην «χρυσαυγίτης» έχει «ηγετικό πολιτικό ρόλο προς το πολιτικό σώμα». Είναι ευνόητο ότι εδώ έχουμε να κάνουμε με αόριστες και αρκετά δυσαπόδεικτες έννοιες, αλλά για τις οποίες μπορεί να προσφέρει υλικό η πραγματική ζωή. Ήδη ως ενδείξεις θα μπορούσαν να θεωρηθούν οι δηλώσεις του προαλειφόμενου ως αρχηγού του υπό συγκρότηση κόμματος για συνεργασία ή και συμμετοχή του καταδικασμένου για συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση πρόσωπου (ασχέτως αν αυτή τελικά πραγματοποιηθεί), αλλά και δηλώσεις, παροτρύνσεις, ενέργειες του ίδιου αυτού προσώπου από το κελί της φυλακής. Ο «φάκελος» και το αποδεικτικό υλικό είναι δυνατό, σύμφωνα με το νόμο, να ενισχυθούν μέσω υπομνημάτων άλλων κομμάτων, έτσι ώστε να πειστεί ο Άρειος Πάγος περί άσκησης «πραγματικής ηγεσίας» εκ μέρους μη συμμετέχοντος στους συνδυασμούς καταδικασμένου προσώπου και να οδηγηθεί, εξ αυτού  του λόγου, στον αποκλεισμό του κόμματος[iv].

Εν κατακλείδι:

Όσο ισχύει, που σημαίνει μέχρι ενδεχομένως να τροποποιηθεί νομοθετικά ή να ακυρωθεί δικαστικά, η διάταξη του άρθρου 102 του ν. 5019/2023 δημιουργεί υποχρέωση κρίσης του Α’ Τμήματος του Αρείου Πάγου με βάση τα κριτήρια που η ίδια η διάταξη θέτει για την ανακήρυξη των συνδυασμών κομμάτων. Εάν στους συνδυασμούς κάποιου κόμματος, ασχέτως του ποιος θα είναι ο αρχηγός του και η «ιδεολογία» του, συμμετάσχει πρόσωπο έστω πρωτοδίκως καταδικασμένο για ένα από τα εγκλήματα που καθορίζει η διάταξη (και στα οποία περιλαμβάνεται η συμμετοχή σε εγκληματικά οργάνωση), ο αποκλεισμός του συγκεκριμένου κόμματος από τις εκλογές της 21ης Μαΐου είναι υποχρεωτικός. Εάν  πρόσωπο με τα παραπάνω χαρακτηριστικά δεν συμμετάσχει μεν στους συνδυασμούς αλλά κριθεί ότι ασκεί την πραγματική ηγεσία του κόμματος, ο αποκλεισμός του κόμματος είναι επίσης δυνατός. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, η δημοκρατία μας θα έχει αποφύγει κάτι διόλου ασήμαντο: την αποτροπή συμμετοχής στις εκλογές ενός προσώπου που με τις πράξεις του την απαξίωσε.

Κώστας Μποτόπουλος
Διδάκτωρ Συνταγματικού Δικαίου, πρ. Ευρωβουλευτής και Πρόεδρος της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς


Υποσημειώσεις:

[i] Κ. Μποτόπουλος, «Σκοπός και μέσα ενός αποκλεισμού», στο Ποντίκι, 23/1/2023, Ακρ. Καδαϊτζής, «Ασαφής κι επικίνδυνη η κυβερνητική ρύθμιση για το κόμμα Κασιδιάρη», στο Ποντίκι, 26/1/2023, Σπ. Βλαχόπουλος, «Κόμμα Κασιδιάρη, εκλογικό μπλόκο και υποκλοπές», στο Lifo, 1/2/2023 και «Σύνταγμα των θεσμών ή της συγκυρίας», στο Syntagma Watch, 10/1/2023, Γ. Καραβοκύρης, «Η δημοκρατία και οι εχθροί της», στην Καθημερινή, 2/2/2023, Χ. Τσιλιώτης, «Τυχόν αντισυνταγματικότητα της τροπολογίας θα προκαλέσει ακύρωση και επανάληψη των εκλογών», στο διαδίκτυο, Θ. Φορτσάκης, συνέντευξη στον Ελεύθερο Τύπο, 2/4/2023. Οι Ν. Αλιβιζάτος, Γ. Σωτηρέλλης, Χ. Ανθόπουλος ήταν της άποψης ότι και από μόνο του το άρθρο 29 του Συντάγματος θα μπορούσε να αποτελέσει βάση για απαγόρευση κόμματος τύπου «Χρυσής Αυγής» -βλ., του πρώτου, «Δυο ανεπίτρεπτες εκκρεμότητες του εκλογικού νόμου», στο Syntagma Watch, 10/1/2023.      

[ii] Στην πρώτη εκδοχή της ρύθμισης, η διατύπωση ήταν «ιδίως». Την αλλαγή ζήτησε, και πέτυχε, το ΠΑΣΟΚ

[iii] Κ. Μποτόπουλος, «Το καθήκον των δικαστών», στα ΝΕΑ, 5/4/2023

[iv] Κ. Μποτόπουλος, «Τα τρία σενάρια για το κόμμα Κασιδιάρη», στο Liberal, 6/4/2023.

Σου άρεσε το άρθρο, αλλά σου δημιούργησε νέες απορίες;

Έχεις και άλλα ερωτήματα που σε απασχολούν σε σχέση με το Σύνταγμα, τους Θεσμούς, τα δικαιώματα και τη λειτουργία της Δημοκρατίας;

Σχετικά Άρθρα

Τα πολιτικά δικαιώματα των καταδικασθέντων μελών της ΧΑ, το Σύνταγμα και η ΕΣΔΑ (Ι) – Μπορεί ο εκλογικός νομοθέτης να διορθώσει ό,τι απεμπόλησε ο ποινικός;

Η αντιμετώπιση και καταπολέμηση της νεοναζιστικής Ακροδεξιάς, μέλη της οποίας και πάντως τα ηγετικά ενεργούσαν ως εγκληματική οργάνωση, σύμφωνα με την απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, πρέπει να συνεχίσει να γίνεται σύμφωνα με τους κανόνες του Κράτους Δικαίου, όπως έχει γίνει μέχρι τώρα, δηλ. με τους κανόνες του ποινικού φιλελευθερισμού όπως αυτοί κατοχυρώνονται θετικιστικά στον ΠΚ και τον ΚΠΔ και βεβαίως με σεβασμό στους κανόνες του Συντάγματος και υπερνομοθετικής ισχύος Συμβάσεις προστασίας Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, κυρίως της ΕΣΔΑ.

Περισσότερα

Πανδημία και Δίκαιο: Τα ηθικοπολιτικά μαθήματα της κρίσης

Το Κράτος που «απαλλάσσει» τον πολίτη από όλους τους λόγους που μπορεί να σκεφτεί για να αμφισβητήσει την ορθότητα του νόμου, πράττει άριστα, όταν δε κηρύσσει, έστω άτυπα, την κατάσταση ανάγκης, αυτή παύει να είναι ατομική, άναρχη και «φυσική», γίνεται πολιτική, κοινωνική και, στο μέτρο του δυνατού, εξομαλύνεται.

Περισσότερα

Η απόφαση για τη δίκη της Χρυσής Αυγής: Λύνοντας τους κόμπους

Θεωρητικά, στο ποινικό δίκαιο, «μιλούν τα στοιχεία»-εξυπονοείται «γυμνά», χωρίς ανάγκη ερμηνείας. Να όμως που, σε μια από τις πιο σημαντικές δίκες της νεότερης ελληνικής ιστορίας, τους κόμπους που έκριναν την υπόθεση, και την τιμή της δημοκρατίας, τους έλυσε η ερμηνεία.

Περισσότερα

Θέλεις να μαθαίνεις

πρώτος τα νέα μας;

Αν σε ενδιαφέρει να ενημερώνεσαι άμεσα για τις νέες δημοσιεύσεις και τις δράσεις του Syntagma Watch, τότε εγγράψου στο newsletter μας!

Αυτός ο ιστότοπος για τη διευκόλυνση της λειτουργίας του και προκειμένου να σας παρέχει μια προσωποποιημένη εμπειρία χρησιμοποιεί cookies. Για να ενημερωθείτε για τη χρήση των cookies και τις σχετικές ρυθμίσεις μπορείτε να επιλέξετε εδώ

JOIN THE CLUB!

It’s easy: all we need is your email & your eternal love. But we’ll settle for your email.

Subscribe

* indicates required
Email Format

Please select all the ways you would like to hear from Syntagma Watch:

You can unsubscribe at any time by clicking the link in the footer of our emails. For information about our privacy practices, please visit our website.

We use Mailchimp as our marketing platform. By clicking below to subscribe, you acknowledge that your information will be transferred to Mailchimp for processing. Learn more about Mailchimp's privacy practices here.