Η έννομη προστασία του παιδιού: Η προστασία από την παιδική εργασία

Σε αντίθεση με άλλες ομάδες προσώπων, τα παιδιά δεν έχουν – ή έχουν περιορισμένη – ικανότητα, από μόνα τους, να διεκδικήσουν δικαιώματα για τον εαυτό τους. Αυτό δεν αποτελεί λόγο για να μπαίνουν στην άκρη ή σε παρένθεση τα δικαιώματά τους, αλλά είναι πρόσθετος λόγος για να επαγρυπνούν οι αρμόδιες αρχές ως προς την τήρηση του νόμου και να ενεργοποιούνται οι κατάλληλοι προστατευτικοί και ελεγκτικοί μηχανισμοί.

Τα παιδιά αποτελούν ανθρώπινα πρόσωπα, φέρουν δηλαδή δικαιώματα που αρμόζουν στην αξία τους ως τέτοια. Ακόμη κι αν δεν βρίσκονται – ακόμη – σε θέση να θέτουν και να επιδιώκουν σκοπούς με έναν υπεύθυνο τρόπο, ο σεβασμός του προσώπου τους εδώ πέρα συναρτάται με την επιπρόσθετη έγνοια: να διαμορφώνονται εκείνες οι συνθήκες, κάτω από τις οποίες τα παιδιά θα μπορέσουν να αναπτύξουν τις (φυσικές, διανοητικές, ηθικές και αισθητικές) ικανότητες τους – στην κλίμακα που να τους επιτρέπει να γίνουν πρόσωπα, ικανά για αυτόνομη κρίση και ανεξάρτητη ζωή. Μια σειρά από τις ειδικότερες εκείνες αξιώσεις που αποκαλούμε δικαιώματα του παιδιού σχετίζονται με όψεις αυτής της προστασίας (βλ. λ.χ. δικαίωμα στην αδιατάρακτη ανάπτυξη του παιδιού, στην υγεία και στη μόρφωσή του· ή την προστασία από κάθε μορφή κακοποίησης ή εκμετάλλευσής του).

Τι προβλέπει το εθνικό και διεθνές δίκαιο για την προστασία των παιδιών

Είναι πολλά τα παιδιά, ανά τον κόσμο σήμερα, που εργάζονται· συχνά χωρίς τη θέλησή τους και υπό το κράτος του εξαναγκασμού, ακόμη και των οικείων τους. Είναι προφανές ότι τα παιδιά αυτά στερούνται βασικών όψεων της προστασίας που εκτέθηκε προηγουμένως, όπως το δικαίωμα στην ακεραιότητα και την ανάπτυξη, την εκπαίδευσή τους κ.λπ. Το (εθνικό και διεθνές) δίκαιο μεριμνά σχετικώς και συνεχίζει να διαμορφώνει ένα πλέγμα κανόνων για την αποτροπή και εξάλειψη των καταστάσεων αυτών:

  • Σε διεθνές επίπεδο, η Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού υιοθετήθηκε από τα Ηνωμένα Έθνη το 1989 και κάνει μεταξύ άλλων λόγο για το δικαίωμα του παιδιού να προστατεύεται «από την οικονομική εκμετάλλευση και την εκτέλεση οποιασδήποτε εργασίας που ενέχει κινδύνους ή που μπορεί να εκθέσει σε κίνδυνο την εκπαίδευσή του ή να βλάψει την υγεία του ή τη σωματική, πνευματική, ψυχική, ηθική ή κοινωνική ανάπτυξή του» (άρ. 32).

Καλεί συναφώς τα κράτη να ορίσουν ένα κατώτατο όριο ηλικίας για επιτρεπτή επαγγελματική απασχόληση, μαζί με πρόσφορες ρυθμίσεις για τα ωράρια και τις συνθήκες αυτής. Ταυτόχρονα, η Σύμβαση (Νο. 182) της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας του 1999 απαγορεύει μια σειρά από δραστηριότητες ως «χείριστες μορφές παιδικής εργασίας», περιλαμβανομένων εδώ ευνόητα των περιπτώσεων εξαναγκαστικής εργασίας ή σεξουαλικής εκμετάλλευσης, αλλά επίσης κι εργασιών οι οποίες λόγω της φύσης ή των συνθηκών τέλεσής τους είναι δυνάμει βλαπτικές για τα παιδιά. Η Ελλάδα έχει επικυρώσει αμφότερες τις συμβάσεις: την πρώτη, του ΟΗΕ, με το ν. 2101/1992, και τη δεύτερη, της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας, με το ν. 2918/2001.

  • Στο πεδίο του ευρωπαϊκού δικαίου, το άρ. 5 § 2 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης απαγορεύει σε γενική κλίμακα κάθε μορφή αναγκαστικής εργασίας ή δουλείας/ειλωτείας· ενώ το άρ. 32 προνοεί για τη ρύθμιση της παιδικής εργασίας, εξαγγέλλοντας την απαγόρευση της εργασίας των παιδιών και την προστασία της εργασίας των νέων. Η Οδηγία 94/33/ΕΚ, στη συνεχεία, ρυθμίζει πιο συγκεκριμένα το πεδίο: ορίζοντας ότι τα παιδιά μπορούν να ασκούν μόνον ορισμένες δραστηριότητες, όπως ελαφρά οικιακή εργασία και δραστηριότητες κοινωνικής και πολιτιστικής φύσης (άρ. 2 και 5), ενώ οι νέοι που εργάζονται πρέπει να απολαμβάνουν της δέουσας ειδικής προστασίας (άρ. 6 και 7).
  • Η εθνική ελληνική νομοθεσία, με τη σειρά της, έχει ως πυλώνα το ν. 1387/1989 περί της «προστασίας των ανηλίκων κατά την εργασία». Εκεί, ορίζεται ως «ανήλικος» κάθε πρόσωπο κάτω των 18 ετών και ως «παιδί» εκείνος ή εκείνη που δεν έχει συμπληρώσει το 15ο έτος ή υπόκειται, ακόμη, στην υποχρεωτική σχολική φοίτηση (εννεαετής, ας υπενθυμίσουμε, κατά το Σύνταγμα).

Ειδικότερες ρυθμίσεις στην ελληνική νομοθεσία για την προστασία από την παιδική εργασία

Για τα παιδιά λοιπόν, το άρ. 4 του νόμου 1387/1989 απαγορεύει επί της αρχής την εργασία τους, επιτρέποντας εξαίρεση μόνον για προσδιορισμένες εργασίες (καλλιτεχνικές εκδηλώσεις, διαφημιστικά προγράμματα, επιδείξεις μόδας, ραδιο-τηλεοπτικές εγγραφές), υπό αυστηρές προϋποθέσεις υγείας κι ασφάλειας, ειδική άδεια της Επιθεώρησης Εργασίας, συναίνεση βεβαίως του προσώπου που έχει την επιμέλεια, κι υπό τον ειδικότερο όρο ότι δεν βλάπτεται η σχολική τους φοίτηση.

Για τους νέους, δε, κάτω των 18 ετών, προνοείται η δυνατότητα απασχόλησης αλλά όχι σε εργασίες και όχι υπό συνθήκες επιβλαβείς για την υγεία, την ακεραιότητα και την ανάπτυξή τους. Εξάλλου, με το Προεδρικό Διάταγμα 62/1998, που εκδόθηκε ακριβώς για την εναρμόνιση με την, πιο πάνω, ευρωπαϊκή Οδηγία, ορίζονται περαιτέρω προϋποθέσεις εργασίας και μέτρα προστασίας για την εργασία των νέων (βλ. μεταξύ άλλων ότι απαγορεύεται η υπερωριακή ή νυκτερινή απασχόληση για τους εργαζόμενους νέους, κάτω των 18 ετών).   

Σε αντίθεση με άλλες ομάδες προσώπων, τα παιδιά δεν έχουν – ή έχουν περιορισμένη – ικανότητα, από μόνα τους, να διεκδικήσουν δικαιώματα για τον εαυτό τους. Τούτο δεν αποτελεί λόγο για να μπαίνουν στην άκρη ή σε παρένθεση τα δικαιώματά τους, μα το ακριβώς αντίθετο: είναι πρόσθετος λόγος για να επαγρυπνούν οι αρμόδιες αρχές ως προς την τήρηση του νόμου και να ενεργοποιούνται οι κατάλληλοι προστατευτικοί και ελεγκτικοί μηχανισμοί.

Στέργιος Μήτας
Λέκτορας στη Νομική του Πανεπιστημίου Λευκωσίας

Share on facebook
Share on twitter
Share on email
Share on print
Share on facebook
Share on twitter
Share on email
Share on print

Σου άρεσε το άρθρο, αλλά σου δημιούργησε νέες απορίες;

Έχεις και άλλα ερωτήματα που σε απασχολούν σε σχέση με το Σύνταγμα, τους Θεσμούς, τα δικαιώματα και τη λειτουργία της Δημοκρατίας;