Γυναικοκτονία. Συζητώντας το nomen iuris και αναζητώντας τη ratio legis [1]

Ο Στέργιος Μήτας συμβάλει στη συζήτηση σχετικά με την αυτοτελή ρύθμιση της γυναικοκτονίας στην ποινική νομοθεσία.

1/ «στην αγάπη του αστόχαστος, μα αγάπησε πάρα πολύ»

Οι γυναικοκτονίες είναι βεβαίως ένα κοινωνικό φαινόμενο, είναι όμως κι ένα πολύ γνώριμο μοτίβο της τέχνης. Ίσως ο πιο διάσημος συζυγοκτόνος που μας έρχεται από τον χώρο της τελευταίας είναι ο Οθέλλος, από το ομώνυμο έργο του Σαίξπηρ: Ο μαύρος Βενετός στρατηγός, που φονεύει τη νεαρή γυναίκα του Δυσδαιμόνα στη βάση της υποτιθέμενης σχέσης της με τον υπασπιστή του, τον Κάσσιο. Και για την ακρίβεια, τη στραγγαλίζει: ένας ιδιαίτερα κοινός τρόπος τέλεσης του εγκλήματος αυτού από άνδρες αυτουργούς, κατά βάση οικείους συντρόφους των θυμάτων.

Το κείμενο οπωσδήποτε έχει τέτοιες ποιότητες και βάθη, και ο ίδιος ο πρωταγωνιστής ένα τέτοιο υψηλό τραγικό ανάστημα, που καθιστούν τις κάθε λογής απόπειρες να διαβαστεί το έργο ως ένα απλό δράμα μοιχείας, αστυνομικό ρεπορτάζ εποχής ή πεδίο ασκήσεων κοινωνικής κριτικής, τουλάχιστον αφελείς και άτεχνες. Έχει σημασία όμως να διακρίνουμε, στην τραγωδία αυτή του 17ου αιώνα, αρκετά από τα διαχρονικά κλισέ και τις φαντασιακές κατασκευές, που σήμερα – τουλάχιστον σε ένα βαθμό – αναγνωρίζουμε ορθώς και καταγγέλλουμε: ότι επωάζουν ή συγκαλύπτουν τη βία· τη βία εδώ με έμφυλο χρώμα.  

Ο Οθέλλος, ήδη από τη στιγμή έγερσης της ζήλιας του, κακοποιεί λεκτικά τη Δυσδαιμόνα· κι η τελευταία δείχνει να το καλοδέχεται αυτό: ασπάζεται ως δική της την ευθύνη και ενοχή, διερωτώμενη διαρκώς «τι άραγε πρέπει να κάνω για να ξανακερδίσω τον κύριό μου» (τα εδώ αποσπάσματα, από τη μετάφραση του Κ. Καρθαίου στην έκδοση: Ουίλιαμ Σαίξπηρ, Οθέλλος, εκδόσεις Πατάκη). Ο ίδιος ο Οθέλλος, αφού προβεί στη συζυγοκτονία, αναφωνεί ότι ήταν «στην αγάπη του αστόχαστος, μα αγάπησε πάρα πολύ» – και πως δεν έχει κάνει «τίποτ’ από μίσος, παρά από τίμια σκέψη». Όταν στο τέλος πια αφαιρέσει μόνος του τη ζωή του, αφήνεται διαμέσου των γραμμών η αίσθηση ότι δεν αυτοτιμωρείται τόσο ένεκα της πράξης φόνου, όσο από ασυγχώρητη ευπιστία: γιατί πλανήθηκε εντέλει ότι η γυναίκα του αγάπησε και πήγε με άλλον άνδρα. Με υπονοούμενη άρα εδώ θέση ότι αλλιώς η πράξη θα ήγειρε ίσως τίτλους δικαίωσης ή συμπάθειας.

Ολοένα και λιγότερο, οπωσδήποτε σήμερα, πλέον θα διαβάσουμε με ρίγη απροβλημάτιστης έξαψης ή με γυαλιά κατανόησης το λεγόμενο «έγκλημα πάθους ή τιμής», ακόμη κι αν το τελούν οι αγαπημένες μας θεατρικές φιγούρες. Ξέροντας ότι αυτό που, αθέατα, εμψυχώνει τον φονικό δόλο (κι εδώ: τη δραματική μηχανή) είναι η ιδιοκτησιακή αντίληψη για τη ζωή και το σώμα των γυναικών και συζύγων. Το ριζικότερο πρόβλημα με την έμφυλη βία είναι, ακριβώς, ότι δεν ισούται με την ορατή επιφάνειά της. Ριζώνει στην ίδια την ασυμμετρία ισχύος μεταξύ ανδρών και γυναικών και, με τη σειρά της, επαναθρέφει την ασυμμετρία αυτή, συμβάλλει στη διατήρηση και αναπαραγωγή της.

2/ η διαμάχη των νομικών

Και ενώ συζητείται και γενικά ομονοείται ότι η αναχαίτιση του φαινομένου απαιτεί πολύπτυχες δράσεις και αλλαγές (βλ. με θεσμούς πρόληψης, εκπαιδευτικό προγραμματισμό, δομές και υπηρεσίες στήριξης των θυμάτων της έμφυλης βίας, πραγματική ισότητα των φύλων σε όλες τις σφαίρες του βίου, δεοντολογία για τα ΜΜΕ όταν καλύπτουν συναφή θέματα κ.λπ.) – παρ’ όλα αυτά στους κύκλους των νομικών επικρατεί εσχάτως μια παθιασμένη διαφωνία: Για το κατά πόσον υπάρχει έλλειμμα προστασίας όσον αφορά την έσχατη μορφή βίας που μπορεί να υποστεί μια γυναίκα, δηλαδή την αφαίρεση ζωής της· κι αν στο οικείο ποινικό πεδίο επείγει να αναγνωρίσουμε μια, ίσως αθέατη έως τώρα, διάσταση φύλου ή όχι.

Κάποιοι λοιπόν προτείνουν ότι είναι επιβεβλημένη η αυτοτελής ρύθμιση της γυναικοκτονίας στην ποινική νομοθεσία· ως ιδιώνυμο υπό ορισμένες περιστάσεις αδίκημα ή, έστω, ως διακεκριμένη, επιβαρυντική εκδοχή του βασικού εγκλήματος (βλ. ανθρωποκτονία). Κι άλλοι λένε πως κάτι τέτοιο περιττεύει: οι περί ων ο λόγος πράξεις ρυθμίζονται και διώκονται επαρκώς, ενώ η ξεχωριστή τους αντιμετώπιση θα ήταν ίσως δικαιικά ολισθηρή. Ποιοι είναι όμως οι λόγοι, τα επιχειρήματα αιχμής ή και οι άρρητες παραδοχές των δύο πλευρών;

3/ μια «περιττή ή και επιζήμια έννοια»;

Από τις όχθες του επιφυλακτικού στρατοπέδου, ακούγεται αρκετές φορές μια βιαστική, πολύ ευκόλως ανατρέψιμη θέση: ότι ο όρος αυτός δεν είναι νομικός, έρχεται ως αλλοδαπή έννοια από τις κοινωνικές, μη κανονιστικές επιστήμες (π.χ. εγκληματολογία) ή ως πυροτέχνημα απλώς από τη δημόσια ρητορική. Το να λέμε κάτι τέτοιο, βέβαια, απλώς εκλαμβάνει την προφανή εκκίνηση της συζήτησης ήδη και ως λήξη της: το ότι ελλείπει σχετική νομική ρύθμιση, δεν σημαίνει αυτόματα και ότι αυτή παρέλκει ή ίσως αντενδείκνυται· δίχως εξέταση των λόγων που συνηγορούν υπέρ ή κατά της αλλαγής, στο προκείμενο πεδίο.

Παραγνωρίζεται, έτσι, συν τοις άλλοις η ίδια η ιστορική κίνηση του ποινικού φαινομένου: Για να δοθεί ένα απλό παράδειγμα, δεν θα υποστήριζε κανείς σήμερα ότι ο όρος «σεξουαλική παρενόχληση», που απαντά επί λέξει και διώκεται ως τέτοια στη νομοθεσία, δεν έχει νομικό περιεχόμενο επειδή τον είχε εισαγάγει αρχικώς η δημοσιογράφος Lin Farley τo 1979, ενώ έγινε δεκτός και παγιώθηκε λίγο αργότερα σε αμερικανικές δικαστικές αποφάσεις.

Υφίσταται, θα λέγαμε εδώ με φιλοσοφική διάθεση και ορολογία: μια γενική ηθική υποχρέωση του νομοθέτη να αποκαθιστά και να αποτρέπει, εν προκειμένω μέσω (και) αναλογικής – δημόσιας τιμωρίας, την προσβολή των βασικών εννόμων αγαθών· πάει να πει: τις όψεις ή τους όρους προστασίας της ίσης ελευθερίας και αξίας όλων των προσώπων. Και, εμφανώς, τα πεδία αναφοράς και εξειδίκευσης αυτής της υποχρέωσης ανανοηματοδοτούνται και εξελίσσονται, στον ιστορικό χρόνο.  

Το κυριότερο, όμως, επιχείρημα των πολεμίων της ιδέας πάει δυο βήματα παραπέρα. Προβάλλεται ότι δεν υπάρχει λόγος για αυτοτελή ποινική ρύθμιση του φαινομένου, γιατί έτσι και αλλιώς η εμπρόθετη ανθρωποκτονία τιμωρείται και δη αυστηρά. Η ζωή προστατεύεται από γενικές και ουδετερόφυλες (gender-neutral) διατάξεις. Το κρίσιμο δεν είναι το φύλο του θύματος ή του δράστη, αλλά ο φόνος που διαπράττεται από άνθρωπο εις βάρος ανθρώπου. Την άποψη αυτή συνοδεύει λοιπόν κι η εξής δικαιική ανησυχία: εάν ήθελε προστεθεί κάποιο διακριτό αδίκημα γυναικοκτονίας πλάι στη γενική ανθρωποκτονία, άραγε αυτό δεν θα κλυδώνιζε τα ισοκρατικά θεμέλια της έννομής μας τάξης; Καθώς δεν είναι αποδεκτό να νοείται, βεβαίως, η αξία της ζωής κάποιου ως διακεκριμένη ή υπέρτερη έναντι των άλλων.

Θα πρέπει να προσέξουμε, όμως εδώ, το εξής: η θέση και η επιφύλαξη αυτή στηρίζονται σε ένα επιχείρημα που είναι στη βάση του κυκλικό: προϋποθέτει αυτό που θέλει να αποδείξει· νοεί δηλαδή μονοσήμαντα κι εξ υπαρχής τη γυναικοκτονία ως απλή εκδοχή-έκφανση του γενικού εγκλήματος της ανθρωποκτονίας. Ουδόλως όμως αυτό πείθει ή επαρκεί, εάν η κρίσιμη ακριβώς συζήτηση βαίνει πιο πέρα από το προφανές: ρωτώντας όχι αν η επίμαχη πράξη είναι ανθρωποκτονία (που είναι), αλλά κατά πόσον είναι ή όχι ανθρωποκτονία-συν-κάτι· και αν αυτό το κάτι έχει στ’ αλήθεια σήμανση φύλου.

4/ το nomen iuris και η ratio legis

Για να δούμε εντέλει τι παριστά το επίμαχο όνομα, πρέπει να συζητήσουμε ποια είναι η αξιολογική οπτική που το κάνει – εάν, τέλος πάντων, το κάνει – διακριτό ή βαρύτερο αδίκημα. Το nomen iuris, δηλαδή η συζητούμενη νομική ορολογία, δεν είναι προηγούμενη ή άμοιρη της ratio legis· πάει να πει της (ορθής) εννόησης του δικαιολογητικού σκοπού – πίσω από τον όρο και τον κανόνα.

Κατά την άποψή μας, υφίστανται πράγματι περιστάσεις αφαίρεσης της ζωής μιας γυναίκας, όπου δεν προσβάλλεται μονάχα το αγαθό της ζωής, αλλά και η έμφυλη, ας την πούμε έτσι, αξιοπρέπειά της. Η ιδιότητα του φύλου, μεταξύ άλλων, μας ορίζει ως πρόσωπα, συνιστά μέρος της αξίας μας ως προσώπων. Και έτσι όταν εκτιθέμεθα σε βία, εν προκειμένω σε οριακή βία, απλώς και μόνο λόγω του φύλου μας, τότε προσβάλλεται (και) η αξία μας ως έμφυλα όντα. Είναι αυτό, λοιπόν, που προσθέτει μια ειδική βαρύνουσα απαξία στη συζητούμενη πράξη. Πότε μπορεί να συμβαίνει κάτι τέτοιο;

Είναι αλήθεια ότι ο ορισμός που συνήθως δίνεται για τη γυναικοκτονία (βλ. «δολοφονία μιας γυναίκας επειδή είναι γυναίκα») διακρίνεται από έναν ορισμένο βαθμό ασάφειας. Η συγκριτική μελέτη της νομοθεσίας των χωρών που έχουν ήδη εισαγάγει συναφείς νομοθεσίες μπορεί όμως να προσανατολίσει για το νοηματικό και κανονιστικό κέντρο, καθώς και τα όρια της συζητούμενης ρύθμισης. Ο λόγος, είτε για φόνο που εμψυχώνεται από μισογυνικά κίνητρα, δηλαδή μίσος για το status της γυναίκας-θύματος ως γυναίκας, είτε για φόνο που εκδηλώνεται από, και σε ένα, πλαίσιο έμφυλης εξουσιαστικής σχέσης. Αφορά, ως εκ τούτου, όχι μόνο την εμφανή περίπτωση όπου η δολοφονία έχει ευθύ σεξιστικό ελατήριο (θυμόμαστε, λ.χ., εδώ τον Καναδό εκείνον που εισέβαλε σε ένα πανεπιστήμιο και άνοιξε στοχευμένα πυρ κατά γυναικών). Μα και περιπτώσεις όπου η πράξη εμφορείται από μιαν αίσθηση τίτλου υπεροχής και εξουσίασης, έναντι των γυναικών και επί των γυναικών: Εδώ, εντάσσονται συμβάντα θανάτωσης ως αποτέλεσμα και κλιμάκωση κακοποίησης από οικείο σύντροφο, θανατηφόρος βιασμός γυναίκας· μα και άλλες περιπτώσεις: όπως θάνατος από εξαναγκαστική έκτρωση, ακρωτηριασμό γεννητικών οργάνων κ.ά.  

Εάν, τελικώς, οδηγηθούμε στο συμπέρασμα ότι τα στοιχεία που ορίζουν το έγκλημα είναι εν προκειμένω α. το έμφυλο ελατήριο και β. η έμφυλη εξουσιαστική σχέση, τότε διαθέτουμε και αξιακώς ανάλογα παραδείγματα στην υφιστάμενη ήδη νομοθεσία. Δεν θα προέβαλε κανείς τις ίδιες ως άνω επιφυλάξεις, αναφορικά λ.χ. με τον διακριτό, επαυξημένο κολασμό εγκλημάτων όπου διαπιστώνεται ένα ειδικό κίνητρο μίσους (λ.χ. στο λεγόμενο έγκλημα μίσους, βλ. ομοφοβικό ή ρατσιστικό)· ή μια ειδική εξουσιαστική διάσταση (ας πούμε, στην ενέργεια ασελγούς πράξης με εκμετάλλευση της εξαρτημένης σχέσης, π.χ. υπαλληλικής, του θύματος). Εδώ, η κλιμάκωση της ποινής γίνεται ακριβώς γιατί διαπιστώνεται βαρύνουσα απαξία, κι όχι από αστόχαστη ή αθέμιτη προσπέραση της αρχής της ισότητας.

 Αυτό μπορεί να απαντήσει, τέλος, και σε έναν ακόμη προβληματισμό που συχνά διατυπώνεται: ότι είναι ίσως προτιμότερο να μην εισαχθεί το έγκλημα της γυναικοκτονίας (ακόμη κι αν το ορίσουμε με τα ως άνω χαρακτηριστικά, εννοείται με πάσα μέριμνα για τη μέγιστη δυνατή ποινική σαφήνεια, όπως κι επιβάλλεται σε ένα κράτος δικαίου), γιατί θα είναι τελικώς δύσκολη η ποινική απόδειξή του. Όπως όμως μπορεί να αντιπαρατηρηθεί επί του προκειμένου, κανείς δεν προβάλλει ότι δεν πρέπει να διώκεται το ρατσιστικό έγκλημα, επειδή είναι (πράγματι) δυσχερές να διαγνωσθούν τα κίνητρά του.  

5/ η «πυγμή του νομοθέτη» και ο στόχος της ισότητας

Δεν είναι άμοιρη προβλημάτων, πάντως, και η άλλη πλευρά: όσων στέργουν τον όρο και τη σχετική ρύθμιση. Ακούγεται συχνά ότι επείγει η ρύθμιση γιατί το τελευταίο διάστημα πληθαίνουν ανησυχητικά τα περιστατικά φόνου γυναικών. Η ειδική ποινική τυποποίηση του φαινομένου λοιπόν, με βαρύτερη ποινική τιμωρία εν σχέσει προς την ανθρωποκτονία, υποστηρίζεται από τους θιασώτες της ιδέας, ότι θα αποτελέσει μια βροντόφωνη και αποφασισμένη δήλωση του νομοθέτη να τσακίσει το φαινόμενο. Η τοποθέτηση αυτή είναι, μάλλον όμως, έκθετη σε εύλογο ψόγο για εκδήλωση ποινικού λαϊκισμού· πολύ γνωστού μας, βέβαια, από τη στάση πολλών ΜΜΕ, συντηρητικών συνήθως πολιτευτών, αλλά και ενστικτωδών συχνά αντιδράσεων μερίδας της κοινής γνώμης: ότι για την αντιμετώπιση ενός οξύτατου προβλήματος παραβατικότητας αρμόζει η περίφημη αυστηροποίηση των ποινών. Δεν είναι όμως έτσι. Η διακριτή, επαυξημένη ποινικά αντιμετώπιση δικαιολογείται εδώ όπως είδαμε από την πρόσθετη απαξία (κατά τον αγγλοσαξονικό όρο: plus of the unjust) της πράξης· όχι από υπερβάλλουσα πυγμή του νομοθέτη ή ελλείπουσα ικανοποίηση του «κοινού αισθήματος». Δεν επιτυγχάνεται, έτσι και αλλιώς, η ίδια η αποτρεπτική-εγγυητική λειτουργία του ποινικού δικαίου εν γένει, παρά μόνο εάν η τιμωρία είναι όχι βεβαίως μικρότερη, ούτε όμως και μεγαλύτερη, αλλά ακριβώς η αρμόζουσα αναλογικά.   

 Μερικώς προβληματική, παρά τις αγαθές προθέσεις της, είναι τέλος κι η θέση που προκρίνει τη ρύθμιση περί γυναικοκτονίας ως ένα όχημα διόρθωσης των ουσιαστικών ανισοτήτων, εδώ αναφορικά με το φύλο. Εν πολλοίς παραγνωρίζοντας, θα λέγαμε, την αυτοτέλεια και ιδιαιτερότητα του ποινικού φαινομένου. Το ποινικό δίκαιο δεν είναι, καθ’ εαυτό και δι’ εαυτό, ένα εργαλείο δημόσιας παρέμβασης στις κοινωνικές ανισότητες, όπως είναι ας πούμε το ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα ή οι ποσοστώσεις. Εκτιμήσεις ουσιαστικής ανισότητας σαφώς μπορεί να αφορούν και να καθορίζουν εντέλει την ποινική αξιολόγηση, στο βαθμό ωστόσο που βαραίνουν σε κρίση για τυχόν μειωμένη απαξία της πράξης (λ.χ. όταν κάποιος κλέβει πράγμα ευτελούς αξίας, για άμεση ανάλωση, από ανάγκη πείνας) ή, αντιθέτως, βαρύτερης απαξίας, όπως στις περιπτώσεις για τις οποίες συζητάμε. Η ποινική ρύθμιση, εδώ, δεν γίνεται επειδή σκοπεί να διορθώσει τις άνισες συμπεριφορές και σχέσεις, αλλά γιατί κρίνεται ότι, όταν αυτές οι συμπεριφορές εκδηλώνονται εγκληματικά, τούτο αναδύει βεβαρημένη απαξία.

Βεβαίως, στο βαθμό που το ποινικό δίκαιο επιτελεί πραγματικά τον βασικό του ρόλο, αφήνεται μια σφραγίδα ισότητας – ως προς την ισότιμη προστασία των προσώπων, κοινωνικά αδυνάμων ή μη. Ενώ από την άλλη όταν δεν το κάνει, τότε επανα-δυναμώνονται οι υπαρκτές κοινωνικές ανισότητες (π.χ. με την ατιμωρησία της λεγόμενης «εγκληματικότητας του λευκού κολάρου», βλ. με δράστες από την ισχυρή οικονομικά και κοινωνικά τάξη). Ισχυρό είναι κατά τα λοιπά το επιχείρημα ότι η τυποποίηση της γυναικοκτονίας ενισχύει την ορατότητα των άδηλων, όπως είδαμε, συχνά μορφών έμφυλης βίας και, άρα, συμβάλλει στην ευαισθητοποίηση. Η τυποποίησή του πάντως ως αδικήματος δεν έλκεται, ας το πούμε ξανά, από τις όποιες εξω-ποινικές, καλώς ίσως εννοούμενες, ατζέντες ενημέρωσης ή καμπάνιες θετικής δράσης.

6/ το «γκρίζο πάνω στο γκρίζο» και πέρα απ’ αυτό

Πιστεύουμε, όπως έχει γίνει φανερό, ότι σε τελική ανάλυση υπάρχουν βαρύνοντες ηθικοδικαιϊκοί λόγοι να προσμετράται η ειδική απαξία που έχει η τέλεση κάποιων εγκλημάτων, όταν αυτά τελούνται από μισογυνισμό ή σε ένα πλαίσιο ή από κίνητρα άσκησης ελέγχου εις βάρος γυναικών (ως αυτοτελείς ή έστω διακεκριμένες εκδοχές των οικείων εγκλημάτων, βλ. όχι μόνο της ανθρωποκτονίας μα και της σωματικής βλάβης, προσβολών της σεξουαλικής ελευθερίας κ.ά.). Δίχως να είμαστε σε θέση, στο πλαίσιο της παρούσας κατάθεσης, να καταπιαστούμε με ειδικότερες σκέψεις για το πώς θα άρμοζε νομοτεχνικά να κρυσταλλώνεται αυτή η προσμέτρηση.

Οι κοινωνικές σχέσεις θα συνεχίσουν, τουλάχιστον όσον αφορά τον ορατό ιστορικό ορίζοντα, να είναι διάστικτες από ανισότητα και βία. Όμως δεν είναι ποτένωρίς, ούτε αργά, για τις σωστές και για τους σωστούς λόγους νομοθετικές δράσεις ή αλλαγές. Αντίθετα και για να παραφράσουμε τον Χέγκελ, εάν η νομική επιστήμη έρχεται απλώς να χρωματίσει το γκρίζο με γκρίζο, να αφήσει το γκρίζο χρώμα των κανόνων της πάνω σε ένα, έτσι κι αλλιώς, κοινωνικό γκρίζο φόντο, τότε οι μορφές της ζωής έχουν ήδη γεράσει.

Στέργιος Μήτας
Επίκουρος καθηγητής φιλοσοφίας δικαίου,
Νομική Σχολή Πανεπιστημίου Λευκωσίας


[1] Το κείμενο αποδίδει προφορική εισήγηση που έγινε στη διαδικτυακή εκδήλωση με θέμα «Γυναικοκτονία: μια λέξη και ένα έγκλημα», που διοργανώθηκε την Τρίτη 25.01.2021 από τη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Λευκωσίας. Ο γράφων επιθυμεί, και από τη θέση αυτή, να ευχαριστήσει τον Καθηγητή Αντώνη Μανιτάκη και τον Αναπληρωτή Καθηγητή Χρήστο Παπαστυλιανό, για την τιμή της πρόσκλησης, την άψογη διοργάνωση και τον πλούσιο σχολιασμό.

Share on facebook
Share on twitter
Share on email
Share on print
Share on facebook
Share on twitter
Share on email
Share on print

Σου άρεσε το άρθρο, αλλά σου δημιούργησε νέες απορίες;

Έχεις και άλλα ερωτήματα που σε απασχολούν σε σχέση με το Σύνταγμα, τους Θεσμούς, τα δικαιώματα και τη λειτουργία της Δημοκρατίας;

Σχετικά Άρθρα

Σοβαρό νομοθετικό ατόπημα που πρέπει να διορθωθεί

Το Σύνταγμα ορίζει ότι το απόρρητο των επιστολών και της ελεύθερης ανταπόκρισης ή επικοινωνίας είναι απολύτως απαραβίαστο και απαιτεί εγγυήσεις από τον νόμο για την κάμψη του απορρήτου από τις δικαστικές αρχές προς διακρίβωση ιδιαιτέρως σοβαρών εγκλημάτων.

Περισσότερα

Κριτική προσέγγιση των προτεινόμενων νομοθετικών αλλαγών στο έγκλημα της διασποράς ψευδών ειδήσεων (άρ. 191 ΠΚ): Οι νομοθετικές παλινωδίες που επαναφέρουν στο προσκήνιο ζητήματα περιορισμού της ελευθερίας της πληροφόρησης

Ο Κωνσταντίνος Κακαβούλης γράφει για τις υπό διαβούλευση τροποποιήσεις στον Ποινικό Κώδικα και ιδίως τη διάταξη που αφορά τη διασπορά ψευδών ειδήσεων.

Περισσότερα

Οι αλλαγές στον Ποινικό Κώδικα (video-podcast)

Η Διδάκτωρ Συνταγματικού Δικαίου & Δικηγόρος, Αλκμήνη Φωτιάδου, συζητά με τον Επίκουρο Καθηγητή Ποινικών Επιστημών στη Νομική Σχολή ΔΠΘ, Δημήτρη Συμεωνίδη, για την τροποποίηση του Ποινικού Κώδικα.

Τι ίσχυε μέχρι πρότινος και ποιες οι αλλαγές που προβλέπονται; Η αυστηροποίηση των ποινών επιδρά τελικά αποτρεπτικά στην τέλεση εγκλημάτων; Πόσο αποτελεσματική και σύμφωνη με το Σύνταγμα είναι η αντικατάσταση του άρθρου 191 ΠΚ για τη διασπορά ψευδών ειδήσεων;

Περισσότερα

Θέλεις να μαθαίνεις

πρώτος τα νέα μας;

Αν σε ενδιαφέρει να ενημερώνεσαι άμεσα για τις νέες δημοσιεύσεις και τις δράσεις του Syntagma Watch, τότε εγγράψου στο newsletter μας!

Αυτός ο ιστότοπος για τη διευκόλυνση της λειτουργίας του και προκειμένου να σας παρέχει μια προσωποποιημένη εμπειρία χρησιμοποιεί cookies. Για να ενημερωθείτε για τη χρήση των cookies και τις σχετικές ρυθμίσεις μπορείτε να επιλέξετε εδώ

JOIN THE CLUB!

It’s easy: all we need is your email & your eternal love. But we’ll settle for your email.

Subscribe

* indicates required
Email Format

Please select all the ways you would like to hear from Syntagma Watch:

You can unsubscribe at any time by clicking the link in the footer of our emails. For information about our privacy practices, please visit our website.

We use Mailchimp as our marketing platform. By clicking below to subscribe, you acknowledge that your information will be transferred to Mailchimp for processing. Learn more about Mailchimp's privacy practices here.