Η αναθεώρηση του 2019 θα μείνει στην ιστορία ως πολιτικά άχρωμη, αλλά θεσμικά χρήσιμη. Για πρώτη φορά η επικοινωνιακή απήχηση ενός αναθεωρητικού διαβήματος στην κοινωνία ήταν τόσο ισχνή. Φταίει και το ίδιο το περιεχόμενο της τρέχουσας αναθεωρητικής πρωτοβουλίας, αφού με εξαίρεση την ψήφο των αποδήμων καμία αναθεωρητική πρόταση δεν φαίνεται να αγγίζει τις προσδοκίες της κοινωνίας.

Σήμερα ολοκληρώνεται η διαδικασία αναθεώρησης του Συντάγματος και έρχεται η ώρα ενός πρώτου απολογισμού.

Πρόκειται για μια χαμένη ευκαιρία, όπως υποστηρίχθηκε από αρκετές πλευρές; Κατά τη γνώμη μου, οι περισσότερες από τις τροποποιήσεις που επήλθαν με την αναθεώρηση βελτιώνουν το συνταγματικό κείμενο. Παρ’ όλο που το εγχείρημα δεν διέπεται από ένα συνεκτικό σχέδιο συνταγματικής πολιτικής, αλλά επιλύει με τρόπο αποσπασματικό επιμέρους ζητήματα, οι παρεμβάσεις είναι χρήσιμες.

Όμως πολλές ανορθολογικές ή αναχρονιστικές ρυθμίσεις δεν τροποποιήθηκαν, με κυριότερη την ίδια τη διαδικασία αναθεώρησης του Συντάγματος, προκειμένου τουλάχιστον να καταργηθεί η πενταετής προθεσμία για την έναρξη της επόμενης αναθεώρησης. Άρα για να προχωρήσουν κρίσιμες αναθεωρητικές πρωτοβουλίες που δεν ευοδώθηκαν στην παρούσα Βουλή, θα πρέπει να περιμένουμε περίπου μία δεκαετία ακόμη.

Απούσα η Κοινωνία των Πολιτών

Η δεύτερη κρίσιμη παρατήρηση αφορά την απουσία των πολιτών. Παρότι η έναρξη της αναθεωρητικής πρωτοβουλίας από την προηγούμενη κυβέρνηση συνοδεύτηκε από την εξαγγελία μίας ευρείας, ανοιχτής, συμμετοχικής διαδικασίας δημοσίου διαλόγου και εμπλοκής των πολιτών στον συνταγματικό διάλογο, η εξέλιξη υπήρξε απογοητευτική. Για τους πολίτες η διαδικασία αυτή υπήρξε σχεδόν αόρατη και η κοινωνία των πολιτών ήταν δυστυχώς απούσα.

Η αδιαφορία των πολιτών οφείλεται στο γεγονός ότι η πολιτική τάξη εκμεταλλεύθηκε παραδοσιακά την αναθεωρητική διαδικασία ως επικοινωνιακό τέχνασμα. Ευθύνεται επίσης η υποχώρηση του συνταγματικού πατριωτισμού και της εμπιστοσύνης των πολιτών στους θεσμούς. Ευθύνονται οι ματαιωμένες προσδοκίες που είχε καλλιεργήσει επίμονα ο αντιμνημονιακός λόγος, με την καταχρηστική επίκληση του Συντάγματος και του ελέγχου συνταγματικότητας των νόμων ως μηχανισμού για την άρση των περιοριστικών μέτρων. Έτσι, οδηγηθήκαμε σε υποχώρηση, αν όχι σε απαξίωση των συνταγματικών θεσμών.

Φταίει όμως και το ίδιο το περιεχόμενο της τρέχουσας αναθεωρητικής πρωτοβουλίας, αφού με εξαίρεση την ψήφο των αποδήμων καμία αναθεωρητική πρόταση δεν φαίνεται να αγγίζει τις προσδοκίες της κοινωνίας.

Διατάξεις προς αναθεώρηση και ζητήματα που δεν συζητήθηκαν ποτέ

Πολύς λόγος έγινε για την αναθεώρηση των διατάξεων που αφορούν την ποινική ευθύνη των Υπουργών και τη βουλευτική ασυλία. Διατυπώθηκε το επιχείρημα ότι με τις αλλαγές αυτές θα αμβλυνθεί η καχυποψία της κοινωνίας προς την πολιτική τάξη, επειδή θα παύσει η προνομιακή μεταχείριση των πολιτικών προσώπων για αδικήματα που τελούν. Ούτε αυτό όμως φαίνεται ότι συγκινεί πλέον τους πολίτες. Οι τροποποιήσεις που έγιναν στα άρθρα 62 και 86 παρ.3 του Συντάγματος κινούνται μεν σε σωστή κατεύθυνση, όμως αφήνουν αρκετά ζητήματα ανοιχτά.

Ωστόσο, προτάσεις που αναφέρονταν στον περιορισμό της γραφειοκρατίας, στη βελτίωση του νομοθετικού έργου, στον εξορθολογισμό του δικαστικού ελέγχου συνταγματικότητας των νόμων, στην ταχύτερη απονομή της δικαιοσύνης, στη σταθερότητα του φορολογικού συστήματος, στον διαχωρισμό κράτους και Εκκλησίας ή στην απελευθέρωση της ανώτατης εκπαίδευσης από τα κρατικά δεσμά δεν έφτασαν ποτέ στην αναθεωρητική Βουλή.

Η σημαντικότερη διάταξη που αναθεωρείται αφορά την αποσύνδεση της προεδρικής εκλογής από τη διάλυση της Βουλής και την πρόωρη προκήρυξη εκλογών. Στην αλλαγή αυτή συμφώνησε το σύνολο σχεδόν της πολιτικής τάξης και του νομικού κόσμου. Όμως, η επιλογή που επικράτησε, δηλαδή η εκλογή Προέδρου χωρίς ευρύτερες κοινοβουλευτικές συναινέσεις, συνεπάγεται τη μείωση του κύρους του Προέδρου ως ρυθμιστή του πολιτεύματος.

Χρήσιμη παρέμβαση αποτελεί η μείωση της αναγκαίας πλειοψηφίας για τον διορισμό των μελών Ανεξάρτητης Αρχής, παρ’ ότι ορθότερο θα ήταν η σχετική αρμοδιότητα να αφαιρεθεί από τη διάσκεψη των προέδρων και να ανατεθεί στην αρμόδιο κοινοβουλευτική επιτροπή ή στην ολομέλεια της Βουλής. Ορθή επιλογή αποτελεί, επίσης, η θέσπιση της δυνατότητας σύστασης εξεταστικής επιτροπής με πλειοψηφία 120 βουλευτών, ως δικαίωμα της κοινοβουλευτικής μειοψηφίας.

Ως προς τη θέσπιση περιορισμών στο δικαίωμα εξ αποστάσεως ψήφου των εκτός επικρατείας πολιτών, ορθότερο θα ήταν η ρύθμιση να περιληφθεί στο άρθρο 51 παρ.3-4 του Συντάγματος, το οποίο όμως δεν ήταν αναθεωρητέο, με αποτέλεσμα η σχετική διάταξη να κατοχυρωθεί στο άρθρο 54. Κατά τη γνώμη μου ζήτημα συνταγματικότητας της προσθήκης αυτή δεν υφίσταται. Το μείζον είναι ότι έτσι διευκολύνεται η θέσπιση νόμου που θα διευκολύνει για πρώτη φορά την ψήφο των αποδήμων.

Ισχνή επικοινωνιακή απήχηση

Η αναθεώρηση του 2019 θα μείνει στην ιστορία ως πολιτικά άχρωμη, αλλά θεσμικά χρήσιμη.

Για πρώτη φορά η επικοινωνιακή απήχηση ενός αναθεωρητικού διαβήματος στην κοινωνία ήταν τόσο ισχνή. Ας ελπίσουμε ότι εδώ κλείνει ένας κύκλος αναθεωρητικών εγχειρημάτων που η έκβασή τους καθορίστηκε από την ανορθολογική διαδικασία του άρθρου 110 του Συντάγματος και ότι μετά από πέντε χρόνια το μόνο άρθρο που θα αναθεωρηθεί θα είναι ακριβώς αυτό, προκειμένου στο μέλλον η θεσμική οργάνωση της αναθεώρησης να επιτρέπει πιο γόνιμα αποτελέσματα.

Ξενοφών Κοντιάδης
Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου
Πρόεδρος του Ιδρύματος Θεμιστοκλή και Δημήτρη Τσάτσου – Κέντρου Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου

Share on facebook
Share on twitter
Share on email
Share on print
Share on facebook
Share on twitter
Share on email
Share on print

Σου άρεσε το άρθρο, αλλά σου δημιούργησε νέες απορίες;

Έχεις και άλλα ερωτήματα που σε απασχολούν σε σχέση με το Σύνταγμα, τους Θεσμούς, τα δικαιώματα και τη λειτουργία της Δημοκρατίας;