Εμβολιασμός και άρση των περιορισμών

Ο πολίτης μιας συνταγματικής δημοκρατίας έχει συνταγματικά δικαιώματα που συγκρούονται με άλλα δικαιώματα και δημόσια συμφέροντα, σταθμίζονται, περιορίζονται με βάση την αναλογικότητα και επανακάμπτουν όταν αρθεί ο λόγος περιορισμού τους, δεν χρειάζεται προνόμια ούτε διευκολύνσεις στην άσκηση των δικαιωμάτων του.

Σε ένα δημοκρατικό κράτος δικαίου η αναζήτηση για εξισορροπήσεις δικαιωμάτων και συμφερόντων δεν μπορεί παρά να είναι αέναη. Οι συγκρούσεις δικαιωμάτων και ο περιορισμός τους με γνώμονα την αναλογικότητα δεν εμφανίστηκε με τη πανδημία. Απλά έγιναν πιο απτές και πιο ορατές καθώς αφορούν ένα ευρύ φάσμα δικαιωμάτων και ένα μεγάλο αριθμό χρηστών. Η διακινδύνευση του πυρήνα των δικαιωμάτων μέσω της αναλογικότητας δεν είναι κάτι νέο στη μελέτη του συνταγματικού δικαίου – απλά δεν αποτελούσε τμήμα του δημοσίου διαλόγου. Με την πανδημία, το δικαίωμα που αναμετριέται και αλληλοοριοθετείται με άλλα δικαιώματα και έννομα συμφέροντα, το δικαίωμα που περιορίζει και περιορίζεται, έγινε ορατό σε όλους.  

Ήταν αναμενόμενο ότι η ανακάλυψη και διάθεση των εμβολίων θα πυροδοτούσε νέες συνταγματικές σταθμίσεις. Σταθμίσεις που εξαρτώνται από τεχνικές κρίσεις, ως προς τον βαθμό προστασίας που δίνουν τα εμβόλια, τη μεταδοτικότητα του ιού από τους εμβολιασμένους κλπ. Ανάλογα με την ηλικία και την κατάσταση της υγείας του κάθε ατόμου ο εμβολιασμός επιλέγεται για ένα συνδυασμό λόγων με διαφορετική βαρύτητα ανά κατηγορία. Εμβολιάζομαι για να προστατεύσω τον εαυτό μου, εμβολιάζομαι για να προστατεύσω τους γύρω μου και τους ευάλωτους, εμβολιάζομαι  για να συμβάλλω στο τείχος ανοσίας και κατ’ επέκταση στην προστασία της οικονομίας και στην άρση των περιορισμών δικαιωμάτων σε γενικό επίπεδο. Με άλλα λόγια, αν για παράδειγμα είμαι 60 χρονών πρωτίστως εμβολιάζομαι για να προστατεύσω τον εαυτό μου, ενώ αν είμαι 20 για να προστατεύσω τους άλλους. Αυτό άλλωστε επηρέασε τις σταθμίσεις που έγιναν σε διάφορες έννομες τάξεις για τη χορήγηση εμβολίων που έθεταν τους εμβολιαζόμενους σε διαφορετική διακινδύνευση σε συνάρτηση με την ηλικία και το φύλο τους. H απαγόρευση συγκεκριμένων εμβολίων για κάποιες ηλικιακές ομάδες ήταν απόρροια μιας στάθμισης κόστους – οφέλους: το κράτος δεν ζητούσε από τους πολίτες του να θέσουν τον εαυτό τους σε μια υπέρμετρη διακινδύνευση όταν ο στόχος δεν ήταν να προστατεύσουν (και) τον εαυτό τους αλλά μόνο το γενικό συμφέρον. Διακριτή είναι η κατηγορία όσων εμβολιάζονται λόγω επαγγελματικής ενασχόλησης. Η κατηγορία αυτή εμβολιάζεται, καθώς λόγω της φύσης της εργασίας διακινδυνεύεται υπέρμετρα η υγεία των άλλων. Τα πιστοποιητικά υγείας άλλωστε ήταν συνταγματικά αποδεκτά για κάποια επαγγέλματα πολύ πριν από την πανδημία. Στην περίπτωση αυτή μπορώ να επιλέξω να μην εμβολιαστώ, δεν μπορώ όμως να έχω την απαίτηση να συνεχίσω να ασκώ μια επαγγελματική δραστηριότητα διακινδυνεύοντας την υγεία των άλλων.

Τα κίνητρα του εμβολιασμού είναι διαφορετικά από τις αιτίες: μπορεί να με επηρεάσει το στενό μου περιβάλλον, μια influencer, μια προσφορά μπύρας ή ενός χρηματικού ποσού, ή η σωστή ενημέρωση – αυτά αφορούν περισσότερο το χώρο της πολιτικής και της επικοινωνίας παρά τη συνταγματική ανάλυση. Οι επιλογές των κυβερνήσεων κρίνονται πολιτικά αλλά και από το αποτέλεσμά τους. Η παροχή προνομίων, πάλι, κρίνεται συνταγματικά. Η χρήση ορολογίας όπως  “παροχή προνομίων” και “διευκολύνσεων” για να περιγραφεί η άρση των περιορισμών σε κάποια συνταγματικά δικαιώματα, όταν δεν υπάρχει πια ανάλογη σχέση μέσου-σκοπού δεν μπορεί να έχει επιτελεστικό χαρακτήρα και να μετατρέψει την άρση ενός περιορισμού σε προνόμιο. Μπορεί όμως να έχει επιπτώσεις στο πεδίο της πολιτικής. Ο νομοθέτης δεν κάνει διευκολύνσεις στην άσκηση δικαιωμάτων, αντίθετα έχει υποχρέωση να άρει περιορισμούς δικαιωμάτων όταν πια η δικαιολογητική βάση της αναλογίας μέσου σκοπού παύει να υφίσταται.

Η είσοδος των εμβολιασμένων σε κλειστούς χώρους με διαφορετικό τρόπο από τους ανεμβολίαστους και τους προσφάτως νοσήσαντες, καθώς και ο χωρισμός των χώρων αυτών σε αμιγείς και μη, δεν δημιουργεί προνόμια (θέτει κάποια ζητήματα ελέγχου προσωπικών δεδομένων που αν θεωρηθεί ότι έχουν λυθεί με τη συμβολή της Αρχής Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων δεν αποτελούν αθέμιτο περιορισμό της ιδιωτικότητας). Στον βαθμό που ένας πολίτης δεν έχει παρά ελάχιστη πιθανότητα να διασπείρει έναν δυνάμει θανατηφόρο ιό σε άλλους και δεν κινδυνεύει να νοσήσει σοβαρά σε μια περίοδο που οι θέσεις ΜΕΘ λόγω πανδημίας μπορεί να γεμίσουν, δεν είναι ανεκτό να συνεχίζει να υφίσταται περιορισμούς σε μια σειρά δικαιωμάτων του. Υπάρχει εδώ μια διάκριση ανάμεσα σε όσους επιλέγουν να εμβολιαστούν και στους άλλους, ένα “πιστοποιητικό φρονημάτων” κατά την ορολογία γνωστού σεφ και εστιάτορα; Η απάντηση είναι αρνητική. Όσοι νόσησαν μετά από συμμετοχή σε ένα ευχάριστο κορωνοπάρτι και όσοι εμβολιάστηκαν έχουν την ίδια αντιμετώπιση. Κριτήριο αποτελεί η ανοσοποίηση και όχι ο τρόπος με τον οποίο αποκτήθηκε. Αντίστοιχα εκείνοι που δεν μπόρεσαν να εμβολιαστούν λόγω κάποιου προβλήματος υγείας δεν εξαιρούνται από τα μέτρα – θα αντιμετωπιστούν όπως κάθε ανεμβολίαστος. Το ότι κάποιος μπορεί να επιλέξει να εμβολιαστεί για να μπαίνει σε ένα γήπεδο δεν μετατρέπει την άρση ενός περιορισμού σε προνόμιο – το ότι κάτι μπορεί να αποτελέσει κίνητρο δεν το μετατρέπει σε διευκόλυνση ή προνόμιο. Άλλωστε, αν αλλάξουν τα δεδομένα για την ανοσοποίηση μέσω των εμβολίων από μια πιθανή μετάλλαξη του ιού, δεν θα υπήρχε άρση των προνομίων αλλά ένας νέος περιορισμός δικαιωμάτων που θα υπόκειται στην εξέταση της αναλογικότητάς τους.

Στην επίσημη ανακοίνωση των μέτρων δόθηκε έμφαση στο γεγονός ότι τα μέτρα αφορούν τη διασκέδαση. Πράγματι δεν θα ήταν συνταγματικά ανεκτό να μη δίνεται η πρόσβαση σε ανεμβολίαστους, ή καλύτερα σε μη ανοσοποιημένους σε βασικές υπηρεσίες. Αυτό σημαίνει ότι τα δικαιώματα των άλλων υποχωρούν ώστε να γίνουν σεβαστά τα δικαιώματα των μη ανοσοποιημένων. Για παράδειγμα, ο εμβολιασμένος ταμίας μιας Τράπεζας θα φοράει μάσκα σε όλη τη διάρκεια της εργασίας του, ώστε να εξυπηρετεί τους μη ανοσοποιημένους. Είναι όμως η διασκέδαση δευτερεύουσα σε σχέση με την υγεία;

Η αναγωγή της υγείας σε υπερδικαίωμα δεν είναι απαραίτητη για να περιοριστούν άλλα δικαιώματα. Στις σταθμίσεις τα συγκρουόμενα συνταγματικά δικαιώματα και αξίες είναι ισότιμα. Κανένα δεν θεωρείται υπέρτερο του άλλου. Η ίδια η “συλλογιστική της στάθμισης” αποκλείει τις αφηρημένες ιεραρχήσεις μεταξύ δικαιωμάτων και προτρέπει σε συγκεκριμένες κρίσεις και σταθμίσεις αξιών. Αυτό που μετράει είναι η συγκεκριμένη διακινδύνευση που στην περίοδο της πανδημίας τίθεται η υγεία των άλλων με βάση την άσκηση δικαιωμάτων.

Το “πάνω από όλα η υγεία” δεν είναι ανεκτό συνταγματικά. Σε διαφορετική περίπτωση, θα μπορούσε να θεμελιωθεί υποχρέωσή μας να προσέχουμε την υγεία μας, να ασκούμαστε, να μην καταναλώνουμε ζάχαρη, αλκοόλ, να μην αμελούμε τα ετήσια τσεκ απ ώστε να μην επιβαρύνουμε το σύστημα υγείας. Κρίσιμο, λοιπόν, είναι το συγκεκριμένο πλαίσιο της πανδημίας και η υγεία των άλλων. Δεν είναι λοιπόν ανάγκη να αντιμετωπιστεί π.χ. το θέατρο ως δευτερεύουσα διασκέδαση, ή η συναυλία, ή η έξοδος με φίλους για φαγητό ή η γαστρονομική απόλαυση ώστε να ασκηθούν οι δραστηριότητες αυτές υπό προϋποθέσεις. Για εμένα μπορεί η παρακολούθηση παραστάσεων να αποτελεί βασικό τρόπο ανάπτυξης της προσωπικότητάς μου. Το δικαίωμα μου θα περιοριστεί με διαβαθμίσεις, ανάλογα με τη διακινδύνευση που θέτει, με γνώμονα τεχνικές κρίσεις, στη δημόσια υγεία και την υγεία των άλλων.

Ο πολίτης μιας συνταγματικής δημοκρατίας έχει συνταγματικά δικαιώματα που συγκρούονται με άλλα δικαιώματα και δημόσια συμφέροντα, σταθμίζονται, περιορίζονται με βάση την αναλογικότητα και επανακάμπτουν όταν αρθεί ο λόγος περιορισμού τους, δεν χρειάζεται προνόμια ούτε διευκολύνσεις στην άσκηση των δικαιωμάτων του.

Αλκμήνη Φωτιάδου
Διδάκτωρ Συνταγματικού Δικαίου, Δικηγόρος

Share on facebook
Share on twitter
Share on email
Share on print
Share on facebook
Share on twitter
Share on email
Share on print

Σου άρεσε το άρθρο, αλλά σου δημιούργησε νέες απορίες;

Έχεις και άλλα ερωτήματα που σε απασχολούν σε σχέση με το Σύνταγμα, τους Θεσμούς, τα δικαιώματα και τη λειτουργία της Δημοκρατίας;

Σχετικά Άρθρα

Μέτρα προστασίας της δημόσιας υγείας έναντι του COVID-19 και ζητήματα Συνταγματικής Νομιμότητας (video podcast)

Ο Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου και Πρόεδρος του Ιδρύματος Θεμιστοκλή και Δημήτρη Τσάτσου Ξενοφών Κοντιάδης συζητάει με τον Κοσμήτορα της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Λευκωσίας, Καθηγητή Αχιλλέα Αιμιλιανίδη, τα καίρια ζητήματα συνταγματικής νομιμότητας που εγείρονται ενόψει των μέτρων που ανακοινώθηκαν στην Ελλάδα με σκοπό την προστασία της δημόσιας υγείας έναντι του COVID-19.

Περισσότερα