Είναι το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης συνεπής υπερασπιστής των αξιών στις οποίες στηρίζεται η ευρωπαϊκή ενοποίηση;

Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένεσης λειτουργεί όπως κάθε Δικαστήριο με βάση κανόνες δικαίου. Όλοι οι δικαστές δεσμεύονται από την απρόσωπη κανονιστική γλώσσα του ενωσιακού δικαίου. Αφ’ης ορισθούν, παύουν να εκπροσωπούν την χώρα που τους διόρισε. Υπηρετούν το δίκαιο της Ένωσης, και πριν απ’ όλα τις γενικές αρχές του. Μια βασική -ίσως η πιο θεμελιώδης αρχή- είναι η αρχή της ευρωπαϊκής αλληλεγγύης.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση κατηγορείται για πολλά. Για τα περισσότερα αδίκως. Όχι διότι δεν θα μπορούσε να είχε προχωρήσει με πιο τολμηρά βήματα  και να είναι πιο αποτελεσματική στην επίλυση των προβλημάτων που ταλανίζουν την ευρωπαϊκή ήπειρο όπως  και προς την κατεύθυνση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Ολοκλήρωσης που είναι απαραίτητη αν θέλουν να επιζήσουν τα επιμέρους κράτη στον αμείλικτο διεθνή ανταγωνισμό των μεγάλων παικτών του πλανήτη, όπου κάθε ένα από αυτά από μόνο του θα σαρώνονταν από αυτόν.

Όμως, συνήθως λησμονούμε  ότι η Ευρώπη είναι αυτό που θέλουν οι χώρες μέλη της να είναι. Έχει όσες εξουσίες και μπορεί να λάβει όσες πρωτοβουλίες της έχουν μεταβιβάσει τα κράτη. Και τα περισσότερα ευρωπαϊκά κράτη, ενώ αρνούνται επίμονα, στο όνομα μιας παρωχημένης αντίληψης εθνικής κυριαρχίας, να παραχωρήσουν αρμοδιότητες στην Ένωση, την κατηγορούν ταυτόχρονα για έλλειψη πρωτοβουλιών που θα έλυνε προβλήματα, για τα οποία, όμως, δεν της μεταβίβασαν ποτέ τις απαραίτητες αρμοδιότητες.

Το δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) και η υπηρέτηση του δικαίου της Ένωσης

Μεταξύ των οργάνων της Ένωσης, τα περισσότερα από τα οποία λειτουργούν ως πολιτικά όργανα (αυτό ισχύει  ακόμη και για την Επιτροπή που είναι το πιο αδέσμευτο από τα κράτη μέλη όργανο- ο «φύλακας» των Συνθηκών) με βάση πολιτικά κριτήρια και με πολιτικούς υπολογισμούς και συμβιβασμούς, το μόνο όργανο, το οποίο λειτουργεί με βάση τις αρχές για τις οποίες συγκροτήθηκε η Κοινότητα στην Αρχή (και η Ένωση αργότερα) και τους κανόνες που την διέπουν, είναι το Δικαστήριο της ΕΕ.

Τούτο συμβαίνει διότι το Δικαστήριο λειτουργεί όπως κάθε Δικαστήριο με βάση κανόνες δικαίου. Όλοι οι δικαστές δεσμεύονται από την απρόσωπη κανονιστική γλώσσα του ενωσιακού δικαίου. Αφ’ης ορισθούν, παύουν να εκπροσωπούν την χώρα που τους διόρισε. Υπηρετούν το δίκαιο της Ένωσης, και πριν απ’ όλα τις γενικές αρχές του. Μια βασική -ίσως η πιο θεμελιώδης αρχή- είναι η αρχή της ευρωπαϊκής αλληλεγγύης. Πολιτικές ή εθνικές υστεροβουλίες δεν έχουν θέση στον δικαιοδοτικό λόγο του ΔΕΕ. Εγγύηση γι’ αυτό είναι η καταστατική υποχρέωση εμπεριστατωμένης αιτιολόγησης των αποφάσεων του. Αρχή η οποία τηρείται κατά κανόνα με συνέπεια και με πειστικό τρόπο, παρά το γεγονός ότι κάποιες φορές διακρίνει κανείς σιβυλλικές διατυπώσεις.

Σε τι έγκειται η έννοια της ευρωπαϊκής αλληλεγγύης;  

Τι είναι αυτή η  εν λόγω αλληλεγγύη; Αλληλεγγύη δεν είναι μόνο η θέσπιση μιας εσωτερικής αγοράς. Αλληλεγγύη είναι και η προώθηση κοινών πολιτικών και η υπεράσπιση των αρχών του κράτους δικαίου. Αλληλεγγύη είναι και η καθιέρωση της “κοινοτικής” μεθόδου  ως τρόπου λειτουργίας της Ένωσης. Δηλαδή με βάση την αυτονομία του ενωσιακού Δικαίου, το οποίο ερμηνεύεται υπό το φως  του στόχου της ολοένα στενότερης συνεργασίας (ever closer cooperation) των κρατών μελών, για την επίτευξη μιας Ένωσης  νέου τύπου. Ένωσης, η οποία δεν θα είναι ένα  ακόμη μόρφωμα  λειτουργούν σύμφωνα με το παραδοσιακό διεθνές  δίκαιο, όπου τα κράτη παραμένουν ξένα μεταξύ τους και απλώς συνεργάζονται σε επιμέρους τομείς, αλλά στα πλαίσια του οποίου δημιουργήθηκε  ένας κοινός αυτόνομος χώρος με τις δικές του αρμοδιότητες και εξουσίες, στον οποίο δεν έχει σημασία η διακρατική λογική, η ισχύς των επιμέρους κρατών, και οι ιδιοτελείς σκοπιμότητες τους,  αλλά η εξυπηρέτηση του κοινού στόχου.  

Προϋπόθεση γι’ αυτό είναι η ύπαρξη μιας αυτόνομης δικαιοταξίας με τους δικούς της κανόνες, που υπερβαίνει τις εθνικές έννομες τάξεις. Είναι αυτό που ονομάζουμε αυτονομία του ενωσιακού δικαίου, το οποίο εφαρμόζεται άμεσα στις χώρες μέλη, συχνά και  χωρίς τη κανονιστική μεσολάβηση του εθνικού νομοθέτη, επιτρέπει δε την δυνατότητα  επίκλησης του από τους πολίτες των χωρών της Ένωσης, ενώ δεν μπορούν να του αντιταχθούν εθνικοί κανόνες δικαίου με αντίθετο περιεχόμενο. Πρόκειται για τις αρχές του αμέσου αποτελέσματος (effet direct)  και της προτεραιότητας εφαρμογής  (primauté) του ενωσιακού δικαίου τις οποίες διατύπωσε το ΔΕΕ (τότε ΔΕΚ) με τις ιστορικές του αποφάσεις Van Gend & Loos (απόφαση της 5.2.1963) και Costa Enel (απόφαση της 15.7.1964).

Οι πιο πάνω αρχές δεν προβλέπονται ευθέως από τις συνθήκες. Τις συνήγαγε το Δικαστήριο με πραιτορικό και τολμηρό  τρόπο, ως απορρέουσες από το πνεύμα των Συνθηκών και προς εξυπηρέτηση του κύριου σκοπού τους που είναι η προαναφερθείσα ολοένα και στενότερη συνεργασία των ευρωπαϊκών κρατών και του οποίου εγγυητή θεωρεί τον «εαυτό» του το Δικαστήριο.

Οι αποφάσεις του ΔΕΕ σχετικά με την Ενωσιακή Αλληλεγγύη

Έκτοτε το Δικαστήριο έχει εκδώσει πολλές αποφάσεις σχετικές με την ενωσιακή αλληλεγγύη. Δύο βασικοί τομείς στους οποίους θα σταθώ και οι οποίοι είναι οι πιο κρίσιμοι και οι πιο εμβληματικοί. Πρώτον,  είναι ο τομέας  της δημοκρατικής αλληλεγγύης μεταξύ των κρατών, όταν κάποιο από τα κράτη μέλη παραβιάζει τους θεσμούς του κράτους δικαίου, πάνω στους οποίους στηρίζεται η ευρωπαϊκή οικοδόμηση (άρθρο 2 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση) και, δεύτερον ο τομέας της αλληλεγγύης στην κατανομή μεταξύ των κρατών του βάρους υποδοχής των  πρόσφατων μεγάλων προσφυγικών και μεταναστευτικών ροών.

Οι αποφάσεις που ανήκουν στην προστασία των αρχών του κράτους δικαίου, εκδόθηκαν στο πλαίσιο των παραβιάσεων των αρχών της δικαστικής ανεξαρτησίας από μέτρα που έλαβαν τα τελευταία χρόνια οι κυβερνήσεις της Ουγγαρίας και Πολωνίας, οι οποίες κινούνται όλο και περισσότερο προς την κατεύθυνση της επονομαζόμενης μη φιλελεύθερης δημοκρατίας (illiberal democracy).

Τα μέτρα αυτά, για τα οποία δεν υπάρχει εδώ ο χώρος να αναλυθούν εν εκτάσει, συνίστανται, με μια φράση,  σε αντισυνταγματικές και αυθαίρετες μειώσεις του ηλικιακού ορίου αποχώρησης από την υπηρεσία ανώτατων δικαστικών λειτουργών και στην αντικατάσταση των τελευταίων από άλλους επιλογής των κυβερνήσεων. Εκδόθηκε  από το Δικαστήριο μια ολόκληρη  σειρά αποφάσεων, με τις οποίες, όχι μόνο  διαπιστώθηκε η αντίθεση των μέτρων αυτών στο ενωσιακό δίκαιο,  αλλά και (αυτό  είναι το πιο  σημαντικό) διατάχθηκε η λήψη συγκεκριμένων μέτρων από τις οικείες κυβερνήσεις για εξασφάλιση της εφαρμογής των αποφασισθέντων. Αυτό δείχνει πόσο αποφασισμένο είναι και πόσο αποτελεσματικά υπερασπίζεται το ΔΕΕ, τις αξίες τις οποίες εξαγγέλλει.

Οι αποφάσεις αυτές είναι σε ό,τι αφορά την Ουγγαρία α) η απόφαση της 6ης Νοεμβρίου 2012, Επιτροπή́ κατά́ Ουγγαρίας, C-286/12 και β) η απόφαση της 8ης Απριλίου 2014, Επιτροπή́ κατά́ Ουγγαρίας, C-288/12. Σε ό,τι δε αφορά την Πολωνία  είναι α) η απόφαση της 24ης Ιουνίου 2019, Επιτροπή κατά Πολωνίας, C-619/18, β) η απόφαση της 5ης Νοεμβρίου 2019, Επιτροπή κατά Πολωνίας, C-192/18 ,  γ) η απόφαση της 19ης Νοεμβρίου 2019, A. K. Κατά Krajowa Rada Sądownictwa, Και CP , DO   Κατά Sąd Najwyższy, C‑585/18, C‑624/18 και C‑625/18 και δ) η εντελώς πρόσφατη προσωρινή διαταγή της 8ης Απριλίου 2020, στο πλαίσιο της υπόθεσης, Επιτροπή κατά Πολωνίας, C-791/19. Εύκολα αντιλαμβάνεται κάποιος ότι χωρίς τις αποφάσεις αυτές οι Ούγγροι και Πολωνοί δικαστές καθώς και οι μαχητές των συνταγματικών θεσμών και του κράτους δικαίου  στις εν λόγω χώρες θα είχαν παραδοθεί ανυπεράσπιστοι στην αυθαιρεσία των κυβερνήσεων τους.

Τέλος, σημαντική  ειδικά για την χώρα μας η οποία, για γεωγραφικούς λόγους, είναι η πιο επιβαρυμένη από τις προσφυγικές και μεταναστευτικές ροές, αλλά και πολύ εμβληματική για την ευρωπαϊκή αλληλεγγύη γενικότερα, είναι η  επίσης εντελώς πρόσφατη απόφαση του ΔΕΕ της 2ας Απριλίου 2020, στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις  Επιτροπή κατά Πολωνίας, Ουγγαρίας και Τσεχίας C-715/17, C-718/17 and C-719/17. Με την απόφαση αυτή κρίθηκε ότι οι πιο πάνω χώρες  παραβίασαν τις υποχρεώσεις τους απέναντι στην ενωσιακή νομοθεσία, αρνούμενες να δεχθούν τον αριθμό προσφύγων,   που τους αναλογούσαν, για την ανακούφιση της Ελλάδας και της Ιταλίας  στις οποίες είχαν καταφύγει  120.000 πρόσωπα  από χώρες του Τρίτου Κόσμου, όπως η σχετική κατανομή είχε αποφασισθεί στο πλαίσιο του προγράμματος επανεγκατάστασης που είχε συμφωνηθεί από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο το 2015.  

Χρήστος Ν. Ράμμος
Πρόεδρος της Αρχής Διασφαλίσεως του Απορρήτου των Επικοινωνιών
Αντιπρόεδρος ε.τ. του Συμβουλίου της Επικρατείας

Share on facebook
Share on twitter
Share on email
Share on print
Share on facebook
Share on twitter
Share on email
Share on print

Σου άρεσε το άρθρο, αλλά σου δημιούργησε νέες απορίες;

Έχεις και άλλα ερωτήματα που σε απασχολούν σε σχέση με το Σύνταγμα, τους Θεσμούς, τα δικαιώματα και τη λειτουργία της Δημοκρατίας;