Έχουν τα πολιτικά κόμματα και οι υποψήφιοι στις εκλογές δικαίωμα να στέλνουν μηνύματα και επιστολές στους ψηφοφόρους;

Η επικοινωνία των πολιτικών κομμάτων με τους πολίτες είναι καθοριστική για τη διαμόρφωση της πολιτικής βουλήσεως. Ωστόσο, αυτή θα πρέπει να διεξάγεται κατά τρόπο σύμφωνο με το δικαίωμα προστασίας προσωπικών δεδομένων και πληροφοριακού αυτοκαθορισμού των ψηφοφόρων και να εξυπηρετεί το γενικότερο δημόσιο συμφέρον.

Τα πολιτικά κόμματα αποτελούν κλασική μορφή διαμορφώσεως της πολιτικής βουλήσεως και συνεπώς είναι αναγκαία και συνταγματικώς κατοχυρωμένη η ελεύθερη επικοινωνία τους µε τους πολίτες και η μέσω αυτής προβολή των ιδεών τους και των προγραµµάτων δράσεως. Υπό αυτή την έννοια, η  πολιτική επικοινωνία συνιστά θεµελιώδες µέσο για τη λειτουργία του δηµοκρατικού πολιτεύµατος. Ωστόσο, το δικαίωμα στην πολιτική επικοινωνία των πολιτικών κομμάτων υπόκειται σε περιορισµούς, αναγόμενους στο  σεβασµό των ατοµικών δικαιωµάτων των πολιτών καθώς και την εξυπηρέτηση του δημοσίου συµφέροντος.

Κλασικό παράδειγμα είναι ο περιορισµός κατά την προεκλογική περίοδο του τρόπου και των µέσων προβολής των πολιτικών κοµµάτων και των υποψηφίων, σύµφωνα µε το άρθρο 29 παρ. 2 Σ, της διαθέσεως και αναρτήσεων υλικού προβολής, των εµφανίσεων των υποψηφίων και της προβολής διαφηµιστικών µηνυµάτων στους ραδιοτηλεοπτικούς σταθµούς.

Πολιτική επικοινωνία και προστασία προσωπικών δεδομένων

Η πολιτική επικοινωνία ενδιαφέρει από την άποψη της προστασίας των προσωπικών δεδοµένων, εφόσον οι µέθοδοι που χρησιµοποιούνται προϋποθέτουν επεξεργασία προσωπικών δεδοµένων, όπως ονοµατεπωνύµων, ταχυδροµικών διευθύνσεων, τηλεφωνικών αριθµών, διευθύνσεων ηλεκτρονικού ταχυδροµείου, καθώς και ειδικών κατηγοριών (ευαίσθητων) δεδοµένων, σχετιζόμενων με τις πολιτικές πεποιθήσεις των πολιτών. Για την πολιτική επικοινωνία είναι κατά κανόνα απαραίτητη η επεξεργασία µεγάλου όγκου προσωπικών δεδοµένων, αφού η επικοινωνία αποσκοπεί στην υποστήριξη των ενδιαφεροµένων από κατά το δυνατόν µεγάλο αριθµό ψηφοφόρων, ενώ συνήθης είναι και η περίπτωση της δημιουργίας προφίλ προς το σκοπό της στοχευµένης επικοινωνίας.

Περαιτέρω, οι εταιρείες που χρησιμοποιούν μεθόδους τεχνητής νοημοσύνης διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση του εκλογικού αποτελέσματος. Όλοι οι υποψήφιοι στηρίζονται στις υπηρεσίες τους, καθώς αποτελούν το βασικό πόλο ενημερώσεως συντριπτικής πλειοψηφίας των ψηφοφόρων, κυρίως των νεωτέρων.  Οι εκλογές δεν κερδίζονται από αυτόν που εκφράζει τα πειστικότερα επιχειρήματα, αλλά από αυτόν που χρησιμοποιεί τη πιο αποτελεσματική τεχνολογία για να χειραγωγήσει τους ψηφοφόρους μερικές φορές μάλιστα κατά τρόπο συναισθηματικό και παράλογο.

Δεδομένα που έχουν συσσωρευτεί, συλλεχθεί και αποθηκευτεί μέσω αλγοριθμικών τεχνολογιών έχουν παρομοιαστεί με το νέα «νόμισμα εξουσίας», καθώς μπορεί να χρησιμοποιηθούν άμεσα για τη μικρο-στόχευση των ψηφοφόρων ενδεχομένως με καθοριστικές επιπτώσεις στις εκλογές.  Πράγματι, οι λιγότερο γνωστοί υποψήφιοι μπορεί να μην έχουν τα μέσα για την παροχή των πιο αποτελεσματικών τεχνολογιών χειραγωγήσεως που βοηθούν στην πρόβλεψη των προτιμήσεων των ψηφοφόρων. Ενώ οι πολιτικές διαφημίσεις στην τηλεόραση ρυθμίζονται σήμερα και υπάρχουν οι απαιτήσεις αμεροληψίας που επιβάλλονται στους δημόσιους ραδιοτηλεοπτικούς φορείς, δεν υπάρχουν τέτοια ισοδύναμα μέτρα για τη χρήση αλγοριθμικών προβλέψεων των προτιμήσεων και της συμπεριφοράς των ψηφοφόρων που μπορεί να έχουν εξίσου αν όχι ισχυρότερη επίπτωση στους ψηφοφόρους. 

Η επίδραση στο εκλογικό αποτέλεσμα ήταν ιδιαιτέρως εμφανής στην περίπτωση του Brexit και των αμερικανικών εκλογών του 2016. Το δημοψήφισμα του Βrexit κρίθηκε από τη διαφορά 600.000 ψηφοφόρων, μόνο δηλαδή 1% των εγγεγραμμένων ψηφοφόρων, οι οποίοι είχαν αποτελέσει στόχο εταιρειών χειραγωγήσεως μέσω προπαγάδας, ψυχολογίας και τεχνολογίας. Μεγάλη ήταν η συζήτηση για την Cambridge Analytica στην περίπτωση των αμερικανικών εκλογών.  

Η αναγκαιότητα υιοθέτησης κανόνων

Ως εκ τούτου, αναγκαία κρίνεται η υιοθέτηση αυστηρών κανόνων δικαίου από δημοκρατικά νομιμοποιούμενα νομοθετικά σώματα και όχι απλώς κωδίκων δεοντολογίας και ηθικής αυτορρυθμίσεως σε βασικά ζητήματα του διαδικτύου, προκειμένου η τεχνητή νοημοσύνη να εξυπηρετεί τα δημόσια αγαθά. Βασική προτεραιότητα στον τομέα αυτό είναι η επιβολή της αρχής της διαφάνειας, με σκοπό την αποτροπή συγκρούσεως συμφερόντων σε όσους εργάζονται σε αυτές τις εταιρείες.  Οι εν λόγω εταιρείες δεν είναι δυνατόν να αφεθούν στην τύχη τους ή να απολαύσουν της εμπιστοσύνης της κοινωνίας για την εξυπηρέτηση των συμφερόντων των πολιτών.

Βασικό δείγμα τέτοιας κάθετης νομοθετήσεως είναι ο Γενικός Κανονισμός Προστασίας Δεδομένων 679/2016/ΕΕ (ΓΚΠΔ). Ο εν λόγω Κανονισμός συνιστά απτό παράδειγμα της δυνατότητας επιβολής του δικαίου στα νέα τεχνολογικά επιτεύγματα, ουδέτερου δικαίου απέναντι στην τεχνολογία, αλλά και συμβιβαστικού αποτελέσματος ανάμεσα στην προστασία των δικαιωμάτων των πολιτών και άλλων αντιτιθεμένων αγαθών, όπως είναι η έρευνα, η καινοτομία και η τεχνολογική εξέλιξη.

Δίαυλοι Πολιτικής Επικοινωνίας

Η πολιτική επικοινωνία μπορεί να διακριθεί, σύμφωνα με τις κατευθυντήριες αρχές της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, στις εξής περιπτώσεις:

Α) Πολιτική επικοινωνία μέσω συμβατικού ταχυδρομείου

Επιτρέπεται εφόσον πληρούται μια από τις ακόλουθες περιπτώσεις:

(α) Λαμβάνει χώρα συγκατάθεση των υποκειμένων (άρθρο 6, παρ. 1 α ΓΚΠΔ) για την επεξεργασία δεδομένων τους για το συγκεκριμένο σκοπό.

(β) Υφίσταται έννομο συμφέρον του υπευθύνου επεξεργασίας, δηλαδή του υποψηφίου ή του πολιτικού κόμματος (άρθρο 6, παρ. 1 στ ΓΚΠΔ) εφόσον πρόκειται για απλά δεδομένα τα οποία προέρχονται από νόμιμες πηγές, δηλαδή συλλέχθηκαν με νόμιμο τρόπο και η χρήση τους δεν είναι ασυμβίβαστη με το σκοπό της πολιτικής επικοινωνίας.

Τέτοιες πηγές είναι οι δημόσια προσβάσιμοι κατάλογοι, τηλεφωνικοί (π.χ. ο κατάλογος του ΟΤΕ), τα μητρώα των επιμελητηρίων και επαγγελματικών συλλόγων, που λειτουργούν ως Ν.Π.Δ.Δ. με υποχρεωτική συμμετοχή των μελών τους και οι εκλογικοί κατάλογοι (σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 5 και 6 ν.32623/1998 και το άρθρο 23 του κωδικοποιητικού π.δ. 96/2007).

Ακόμη και όταν τα προσωπικά δεδομένα προέρχονται από νόμιμες πηγές ο υπεύθυνος επεξεργασίας οφείλει πριν από την πραγματοποίηση της πολιτικής επικοινωνίας να συμβουλεύεται το μητρώο του άρθρου 13 παρ. 3 ν. 2472/1997, το οποίο τηρεί η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα και στο οποίο εγγράφονται όσα πρόσωπα δεν επιθυμούν τα στοιχεία τους να αποτελέσουν αντικείμενο επεξεργασίας για διαφημιστικούς σκοπούς.

Β) Πολιτική επικοινωνία μέσω τηλεφωνικών κλήσεων με τη μεσολάβηση προσώπου

Η πολιτική επικοινωνία μέσω τηλεφωνικών κλήσεων με ανθρώπινη παρέμβαση επιτρέπεται με συγκατάθεση των υποκειμένων (άρθρο 6, παρ. 1 α) του ΓΚΠΔ) για την επεξεργασία δεδομένων τους για το συγκεκριμένο σκοπό.

Οι τηλεφωνικές κλήσεις πολιτικού περιεχομένου με ανθρώπινη παρέμβαση που πραγματοποιούνται μέσω δημοσίων δικτύων επικοινωνιών επιτρέπονται και χωρίς συγκατάθεση του υποκειμένου, εκτός αν ο καλούμενος έχει προηγουμένως δηλώσει ότι δεν τις επιθυμεί (σύστημα «opt-out»), σύμφωνα με το άρθρο 11 του ν. 3471/2006, όπως έχει τροποποιηθεί με το ν. 3917/2011.

Γ) Πολιτική επικοινωνία μέσω ηλεκτρονικών μέσων χωρίς ανθρώπινη παρέμβαση

Περιλαμβάνονται τα ακόλουθα μέσα:

(α) Σύντομα γραπτά μηνύματα (SMS) και μηνύματα πολυμέσων (MMS)

(β) Μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (e-mail)

(γ) Ηλεκτρονικά μηνύματα που αποστέλλονται μέσω εφαρμογών ανταλλαγής μηνυμάτων υπηρεσιών «της κοινωνίας των πληροφοριών» π.χ. Viber, Whatsapp, Skype, Facebook Messenger, Facetime, κτλ.

(δ) Επικοινωνία μέσω τηλεομοιοτυπίας (φαξ)

(ε) Αυτόματες τηλεφωνικές κλήσεις, κατά τις οποίες με την αποδοχή της κλήσης ακούγεται μαγνητοφωνημένο μήνυμα

(στ) Φωνητικά μηνύματα που αποθηκεύονται μέσω υπηρεσίας αυτόματου τηλεφωνητή

Όταν η πολιτική επικοινωνία πραγματοποιείται με χρήση ηλεκτρονικών μέσων επικοινωνίας, χωρίς ανθρώπινη παρέμβαση, μέσω δημοσίων δικτύων επικοινωνίας, η επικοινωνία προϋποθέτει, σύμφωνα με το άρθρο 11 παρ. 1 ν. 3471/2006, καταρχήν την προηγούμενη συγκατάθεση του υποκειμένου των δεδομένων.

Επιτρέπεται κατ’ εξαίρεση η πολιτική επικοινωνία με χρήση ηλεκτρονικών μέσων χωρίς ανθρώπινη παρέμβαση και χωρίς τη συγκατάθεση του υποκειμένου των δεδομένων μόνο εφόσον συντρέχουν σωρευτικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

(α) Τα στοιχεία επικοινωνίας έχουν αποκτηθεί νομίμως στο πλαίσιο προηγούμενης, παρόμοιας επαφής με τα υποκείμενα των δεδομένων, και το υποκείμενο κατά τη συλλογή των δεδομένων ενημερώθηκε για τη χρήση τους με σκοπό την πολιτική επικοινωνία δεν εξέφρασε αντίρρηση για αυτή τη χρήση. Η προηγούμενη επαφή δεν είναι απαραίτητο να έχει αμιγώς πολιτικό χαρακτήρα,

(β) Ο υπεύθυνος επεξεργασίας οφείλει να παρέχει στο υποκείμενο των δεδομένων τη δυνατότητα να ασκεί το δικαίωμα αντίρρησης με τρόπο εύκολο και σαφή, και αυτό σε κάθε μήνυμα πολιτικής επικοινωνίας.

Από τα παραπάνω συνάγεται ότι η επικοινωνία των πολιτικών κομμάτων είναι καθοριστική για τη διαμόρφωση της πολιτικής βουλήσεως. Ωστόσο, αυτή θα πρέπει να διεξάγεται κατά τρόπο σύμφωνο με το δικαίωμα προστασίας προσωπικών δεδομένων και πληροφοριακού αυτοκαθορισμού των ψηφοφόρων και να εξυπηρετεί το γενικότερο δημόσιο συμφέρον.

Φερενίκη Παναγοπούλου-Κουτνατζή
Επίκουρη Καθηγήτρια Παντείου Πανεπιστημίου
Δ.Ν. (Humboldt), Μ.Δ.Ε. (Ε.Κ.Π.Α.), Μ.P.H. (Harvard)

Share on facebook
Share on twitter
Share on email
Share on print
Share on facebook
Share on twitter
Share on email
Share on print

Σου άρεσε το άρθρο, αλλά σου δημιούργησε νέες απορίες;

Έχεις και άλλα ερωτήματα που σε απασχολούν σε σχέση με το Σύνταγμα, τους Θεσμούς, τα δικαιώματα και τη λειτουργία της Δημοκρατίας;