Μπορεί το γερμανικό εκλογικό σύστημα να εφαρμοστεί στην Ελλάδα;

Το γερμανικό εκλογικό σύστημα είναι εξαιρετικά δύσκολο να εφαρμοστεί στη χώρα μας ατόφιο, όπως εφαρμόζεται στην Γερμανία. Κι αυτό γιατί η συνολική κατανομή των εδρών γίνεται με την απλή αναλογική που σπάνια εξασφαλίζει αυτοδυναμία.

Με αφορμή την προγραμματική εξαγγελία της νέας κυβέρνησης για αλλαγή του εκλογικού συστήματος στις βουλευτικές εκλογές, επανέρχεται στο προσκήνιο το εκλογικό σύστημα που ισχύει στη Γερμανία. Το σύστημα αυτό είχε συζητηθεί και την περίοδο 2010-2011 από την τότε κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ του Γ.Α. Παπανδρέου και φέρεται ότι συζητείται σοβαρά και τώρα από την κυβέρνηση της ΝΔ υπό τον Κυριάκο Μητσοτάκη.

Είναι χρήσιμο λοιπόν να γνωρίζουμε κάποιες βασικές συνιστώσες του συστήματος αυτού, το οποίο, ως προϊόν συναίνεσης των πολιτικών δυνάμεων, ισχύει απαράλλακτο με επιμέρους τροποποιήσεις καθ’ όλη σχεδόν τη μεταπολεμική περίοδο στη Γερμανία, τη Δυτική Γερμανία αρχικά και την ενιαία Γερμανία από το 1990, τόσο σε ομοσπονδιακό όσο και σε επίπεδο κρατιδίων.

Χαρακτηριστικά του γερμανικού εκλογικού συστήματος

Κατά το γερμανικό εκλογικό σύστημα οι βουλευτικές έδρες κατανέμονται με πολύπλοκο τρόπο. Καταρχάς, το πόσες έδρες συνολικά θα πάρει ένα κόμμα στη Βουλή (Bundestag) καθορίζεται με βάση το αναλογικό σύστημα και δη της απλής αναλογικής. Απ’ εκεί και πέρα η κατανομή γίνεται με δύο τρόπους και δύο επιμέρους συστήματα.

Οι μισές έδρες κατανέμονται με το πλειοψηφικό σύστημα σε στενές μονοεδρικές περιφέρειες, όπου την έδρα κερδίζει άμεσα ο υποψήφιος του κόμματος που συγκεντρώνει την σχετική πλειοψηφία στην περιφέρεια αυτή (Direktmandat). Οι υπόλοιπες μισές έδρες κατανέμονται με βάση το αναλογικό σύστημα σε ευρεία πολυεδρική περιφέρεια, που στις ομοσπονδιακές εκλογές ταυτίζεται με αυτή της επικράτειας ενός κρατιδίου, και με τη σειρά εκλογής των υποψηφίων που έχει καθορίσει το κόμμα εκ των προτέρων (ελληνιστί λίστα).

Είναι χαρακτηριστικό και σπάνιο για εκλογικά συστήματα ότι με τον τρόπο αυτόν ο εκλογέας έχει δύο ψήφους. Μία για την άμεση εκλογή στην μονοεδρική περιφέρεια (Erststimme) και μία δεύτερη για την εκλογή στην ευρεία περιφέρεια (Zweitstimme). Το ακόμη πιο αξιοπερίεργο είναι ότι με τις ψήφους αυτές μπορεί να ψηφίσει δύο διαφορετικά κόμματα.

Έτσι, δεν είναι λίγες οι φορές που στις μονοεδρικές περιφέρειες οι ψηφοφόροι ψηφίζουν υποψηφίους των κομμάτων που διεκδικούν την καγκελαρία (CDU/CSU ή SPD) και στις ευρείες πολυεδρικές ψηφίζουν υποψηφίους άλλων μικρότερων κομμάτων. Η δεύτερη ψήφος όμως είναι αυτή που καθορίζει το συνολικό ποσοστό του κόμματος παγγερμανικά, με βάση το οποίο, όπως είπαμε και στην αρχή, γίνεται η συνολική κατανομή των εδρών στα κόμματα. Έτσι, δεν έχει σημασία για το εθνικό επίπεδο η ψήφος που θα δώσει ένας ψηφοφόρος στην CDU ή SPD στη μονοεδρική περιφέρεια, αλλά αυτή που θα δώσει στην ευρεία και που μπορεί να είναι άλλου κόμματος (π.χ. FDP, Πράσινοι ή Die Linke).

Είναι χαρακτηριστικό, και σε αντίθεση με ό,τι λέγεται κατά καιρούς στην χώρα μας, ότι οι υποψήφιοι βουλευτές των κομμάτων δεν εκλέγονται με σταυρό προτίμησης. Ακόμη και στις μονοεδρικές περιφέρειες ο ψηφοφόρος δεν επιλέγει μεταξύ περισσοτέρων υποψηφίων του κόμματος που θέλει να ψηφίσει, αλλά κάθε κόμμα έχει ορίσει έναν υποψήφιο.

Συνεπώς, ο εκλογέας επιλέγει το κόμμα και βουλευτής εκλέγεται αυτός που έχει ορίσει το κόμμα ως μοναδικό υποψήφιο στην μονοεδρική περιφέρεια. Όσον αφορά την ευρεία περιφέρεια και την δεύτερη ψήφο, εκεί η σειρά των υποψηφίων, όπως προελέχθη, είναι καθορισμένη από το κόμμα και η εκλογή γίνεται με βάση την σειρά που αναγράφονται οι υποψήφιοι στο ψηφοδέλτιο και τις έδρες που αναλογούν στο κάθε κόμμα.

Το όριο εισόδου ενός κόμματος στη γερμανική Βουλή

Άλλο χαρακτηριστικό του εν λόγω συστήματος είναι ότι τόσο σε ομοσπονδιακό όσο και σε επίπεδο κρατιδίων προβλέπεται όριο εισόδου ενός κόμματος στην Βουλή που είναι 5% επί του συνόλου των ψήφων, που προέρχονται φυσικά από τη δεύτερη ψήφο, εκτός κι αν ένα κόμμα κερδίσει τουλάχιστον 3 άμεσες έδρες από τις μονοεδρικές περιφέρειες. Στην τελευταία αυτή την περίπτωση παίρνει αναλογικά από την δεύτερη ψήφο όσες έδρες δικαιούται με βάση το παγγερμανικό ποσοστό του.

Η επιβολή του ορίου αυτού στην είσοδο των κομμάτων στη Βουλή αποτελεί την εξισορρόπηση στην κατανομή των εδρών με βάση το σύστημα της απλής αναλογικής, ούτως ώστε να αποφευχθεί η ακυβερνησία.

Είναι το γερμανικό εκλογικό σύστημα εφαρμόσιμο στην Ελλάδα;

Επειδή συζητιέται λοιπόν η καθιέρωσή του στην Ελλάδα, ανακύπτει το ερώτημα εάν το σύστημα αυτό μπορεί να εφαρμοσθεί στη χώρα μας. Νομίζω ότι το γερμανικό εκλογικό σύστημα είναι εξαιρετικά δύσκολο να εφαρμοσθεί στην χώρα μας ατόφιο, όπως εφαρμόζεται στην Γερμανία. Κι αυτό γιατί η συνολική κατανομή των εδρών γίνεται με την απλή αναλογική που σπάνια εξασφαλίζει αυτοδυναμία.

Η Ελλάδα δεν έχει πολιτική κουλτούρα συμμαχικών κυβερνήσεων και η εφαρμογή της απλής αναλογικής την περίοδο 1989-1990 επέφερε τρεις αλλεπάλληλες εκλογικές αναμετρήσεις σε διάστημα 10 μηνών και ουσιαστική ακυβερνησία. Επίσης, οι κυβερνήσεις μειοψηφίας είναι σπανιότατο φαινόμενο και η μοναδική περίπτωση της κυβέρνησης Τσίπρα των τελευταίων 6 μηνών μάλλον αρνητικούς συνειρμούς δημιουργεί. Περαιτέρω υπό σπάνιες προϋποθέσεις προβλέπεται η δυνατότητα εκλογής βουλευτών που ξεπερνάει τον καθορισμένο αριθμό βουλευτών στη Βουλή (Ueberhangmandate), κάτι που στα παρ’ ημίν θα προσέκρουε στο άρθρο 51 παρ. 1 Σ που προβλέπει ότι ο αριθμός των βουλευτών δεν μπορεί να ξεπεράσει τους 300.

Έχει όμως ορισμένα θετικά χαρακτηριστικά που μπορούν να αποτελέσουν τη βάση του νέου εκλογικού συστήματος, όπως ο χωρισμός των περιφερειών σε στενές (μονοεδρικές) και ευρείες (πολυεδρικές). Με τον τρόπο αυτόν μπορεί να απεξαρτηθεί το πολιτικό σύστημα από τον σταυρό προτίμησης που συμβάλλει σε ποικίλες εξαρτήσεις των υποψηφίων για να πετύχουν την εκλογή ή επανεκλογή τους. Ο συνδυασμός αναλογικού και πλειοψηφικού συστήματος κρίνεται θετικός, αρκεί τα αναλογικά στοιχεία να εμπλουτισθούν με στοιχεία ενισχυμένης αναλογικής.

Βέβαια, είναι αμφίβολο εάν οι βουλευτές μας επιθυμούν μία τέτοια διαφοροποίηση στον τρόπο εκλογής τους. Το παράδειγμα της κυβέρνησης Γ.Α. Παπανδρέου που επιχείρησε να εισαγάγει ένα τέτοιο σύστημα και προσέκρουσε στις αντιδράσεις των βουλευτών όλων των κομμάτων είναι χαρακτηριστικό. Από την άλλη, η νέα κυβέρνηση έχει νωπή λαϊκή εντολή και η κοινοβουλευτική της πλειοψηφία αποτελείται ως επί το πλείστον από νέα πρόσωπα, τα οποία δυσκολότερα θα εκφράσουν αντιρρήσεις και μάλιστα στην αρχή της κοινοβουλευτικής περιόδου.

Χαράλαμπος Μ. Τσιλιώτης
Επίκουρος Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσεων Πανεπιστημίου Πελοποννήσου

* Το άρθρο βασίζεται σε συνέντευξη του συγγραφέα στην εφημερίδα «Φιλελεύθερος» στις 2/8/2019.

Share on facebook
Share on twitter
Share on email
Share on print
Share on facebook
Share on twitter
Share on email
Share on print

Σου άρεσε το άρθρο, αλλά σου δημιούργησε νέες απορίες;

Έχεις και άλλα ερωτήματα που σε απασχολούν σε σχέση με το Σύνταγμα, τους Θεσμούς, τα δικαιώματα και τη λειτουργία της Δημοκρατίας;