Δικτατορία και Σύνταγμα: Το τυπικό κράτος δικαίου ως μη κράτος δικαίου και η μη γνήσια αυτοθέσμιση της Πολιτείας

Η περίοδος 1967-1974 υπήρξε η πιο επώδυνη θεσμικά και συνταγματικά περίοδος της συνταγματικής μας ιστορίας, και πρέπει να μας υπενθυμίζει πάντα την αξία της περιφρούρησης και της διαφύλαξης του θεμελιώδους νόμου της πολιτείας.

Με τη συμπλήρωση πενήντα τριών χρόνων από την επιβολή της δικτατορίας της 21ης Απριλίου 1967, μπορεί να ανοίξει ένα νέο κεφάλαιο της συνταγματικής μας ιστορίας εστιάζοντας κυρίως στη συμβολή και το ρόλο των προ-δικτατορικών συνταγμάτων και κυρίως του 1952, των ψευδεπίγραφων χουντικών συνταγμάτων, αλλά και την εγκαθίδρυση ενός πραγματικού συνταγματικού φιλελευθερισμού με το Σύνταγμα του 1975, ως το σύνταγμα της “πολιτειακής συναίνεσης” μετά τη κατάρρευση του καθεστώτος.

Μείζονος σημασίας ζήτημα είναι ο ρόλος των συνταγματολόγων σε περιόδους συνταγματικής κρίσης και πολιτειακής ανωμαλίας. Η συμβολή του Αρ. Μάνεση είναι καθοριστική αποτελώντας τη θεωρητική προμετωπίδα μιας νέας συντακτικής πολιτικής που οδήγησε στο νέο Σύνταγμα του 1975.

H συνταγματική οπισθοδρόμηση του 1952 και η παράλληλη ισχύς των “παρα-συνταγμάτων” ως προθάλαμος της επιβολής της δικτατορίας

Το παράδοξο της διαδικασίας θέσπισης του Συντάγματος του 1952 είναι ότι ενώ τέθηκε σε ισχύ το 1952 , με την ολοκλήρωση των εργασιών της Βουλής του 1951, ως “διαδόχου” της Δ’ Αναθεωρητικής του 1946 και στη συνέχεια της Βουλής του 1950, η προ-αναθεωρητική διαδικασία είχε ξεκινήσει 17 χρόνια πριν τη ψήφιση και την έναρξη ισχύος του. Το συνταγματικό δηλαδή πλαίσιο της περιόδου 1952-1967 δεν υπήρξε αποτέλεσμα των τότε ισχυουσών πολιτικών και κοινωνικών διεργασιών, αλλά μιας προ- ισχύσασας πολιτικής και κοινωνικής κατάστασης. Η συνταγματική δηλαδή μορφολογία του κειμένου του 1952 δεν συγκροτήθηκε με σύγχρονους όρους, αλλά με αναδρομικούς όρους που κυοφορούν όλες τις ταραγμένες περιόδους από το 1927 και το προσωρινό πολίτευμα της Αβασίλευτης Δημοκρατίας, την ανατροπή της κυβέρνησης Π. Τσαλδάρη το 1935 και τη κατάργηση του Συντάγματος του 1927 και την επαναφορά της Βασιλευομένης Δημοκρατίας, τη δικτατορία Μεταξά το 1936, μέχρι και τις πρώτες μετεμφυλιακές περιόδους.

Αυτό μπορεί να εξηγήσει εν μέρει τον οπισθοδρομικό και συντηρητικό χαρακτήρα του Συντάγματος του 1952, το οποίο δεν ακολούθησε τη συντακτική πολιτική άλλων δυτικο-ευρωπαϊκών εννόμων τάξεων, όπως της Ιταλίας και της Γερμανίας τα Συντάγματα των οποίων εισήγαγαν θεσμικές καινοτομίες και προήγαγαν μια ιδιαίτερη μέριμνα από μέρος του συνταγματικού νομοθέτη ως προς τη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Ίσως γιατί τόσο το Ιταλικό Σύνταγμα του 1947, όσο και ο Θ.Ν της Βόννης του 1949 υπήρξαν προϊόν συναίνεσης και πολιτειακού συμβιβασμού, εν αντιθέσει με το ελληνικό Σύνταγμα του 1952 που προσιδίαζε σε εκείνα τα Συντάγματα που θεσπίζονταν ως μέσο επιβολής της τότε κυρίαρχης πολιτικής δύναμης.

Ενδεικτικό είναι ότι το Σύνταγμα του 1952 δεν προσέθεσε κάτι νεότερο σε επίπεδο κατοχύρωσης ατομικών δικαιωμάτων , αλλά επανέλαβε αρκετές διατάξεις προηγούμενων συνταγμάτων (1864/1911), και όσες τροποποιήσεις έγιναν στόχευαν στην ενίσχυση των περιορισμών επί της άσκησης τους, με αποτέλεσμα την αυστηροποίηση τους (για παράδειγμα οι εκτεταμένοι περιορισμοί που επιβλήθηκαν στην ελευθερία του Τύπου). Αυτό επιβεβαιώνεται και στην έκφραση του Αρ. Μάνεση ο οποίος υποστήριζε ότι στη μετεμφυλιακή περίοδο η νομιμότητα ετίθεντο υπό την αίρεση της νομιμοφροσύνης.

Ο αυταρχικός χαρακτήρας του Συντάγματος του 1952, υπήρξε αποτέλεσμα τριών παραγόντων. Ο πρώτος παράγοντας ήταν η ρητή συνταγματική πρόβλεψη σχετικά με τη δυνατότητα κήρυξης της χώρας σε κατάσταση πολιορκίας, όχι μόνο λόγω της εξωτερικής απειλής , αλλά και της αντιμετώπισης των εσωτερικών εχθρών (διασάλευση της δημόσιας τάξης και ασφάλειας). Η απουσία αυστηρών προϋποθέσεων για την ενεργοποίηση της, δημιούργησε μια de facto κατάσταση διαρκούς κατάστασης ανάγκης με το πρόσχημα τόσο των εξωτερικών , όσο και των εξωτερικών εχθρών, που εκδηλώθηκε με τη παράλληλη ισχύ των Συντακτικών πράξεων και των Ψηφισμάτων της περιόδου 1944-1952, αλλά και την κάμψη της κοινοβουλευτικής διαδικασίας και την υποκατάσταση της από τα νομοθετικά διατάγματα και αρκετές αντισυνταγματικές πράξεις του Υπ. Συμβουλίου που εκδίδονταν δίχως καμία νομοθετική εξουσιοδότηση.

Αναφορικά με τη παράλληλη ισχύ των Συντακτικών πράξεων και των Ψηφισμάτων, η απόφαση παράτασης της ισχύος τους υπήρξε μέσο της αναθεωρητικής διαδικασίας του 1952. Συγκεκριμένα η Βουλή του 1951 εκτός από τη θέση σε ισχύ του αναθεωρημένου συντάγματος, ρύθμισε με ειδικό Ψήφισμα της την ισχύ των Συντακτικών Πράξεων και Ψηφισμάτων που είχαν εκδοθεί τη περίοδο 1944-52. Το Ψήφισμα της 16/29.4.1952 προέβλεπε ότι αυτές οι Συντακτικές Πράξεις και τα Ψηφίσματα εξακολουθούν να ισχύουν και μετά την αναθεώρηση του Συντάγματος και κατά παρέκκλιση μέχρι τη κατάργηση τους, μπορούν όμως στο εξής να τροποποιούνται ή να καταργούνται με κοινό νόμο. Διαμορφώθηκε έτσι το λεγόμενο “παρασύνταγμα” της περιόδου 1952-1967 , που κατά την έκφραση του Αρ. Μάνεση καθιστούσε διάτρητο το Σύνταγμα του 1952, γιατί διαμόρφωνε ουσιαστικά δύο παράλληλες έννομες τάξεις: μία στην οποία ίσχυαν οι συνταγματικές διατάξεις και μια στην οποία , ίσχυαν- δυνάμει του Συντάγματος- οι αντισυνταγματικές διατάξεις των ποικίλων Συντακτικών Πράξεων ή Ψηφισμάτων.

Τέλος, θα πρέπει να εστιάσουμε στο παραμερισμό της συνήθους κοινοβουλευτικής διαδικασίας, και την υποκατάσταση της από τα νομοθετικά διατάγματα (όσο και από τις πράξεις του Υπ.Συμβουλίου). Υπήρξε και αυτό ένα ακόμα σύμπτωμα της συνταγματικής κρίσης της περιόδου 1952-67, κατά την οποία οι κοινοβουλευτικές διαδικασίες είτε παρακάμπτονταν συστηματικά , είτε βρίσκονταν στον αστερισμό μιας υποτιθέμενης κατάστασης ανάγκης. Έτσι ενώ τα νομοθετικά διατάγματα προβλέφθηκαν ως εξαιρετικής περιπτώσεως διαδικασία, τελικώς αποτέλεσαν το κανόνα αφού τη περίοδο 1952-1967 εκδόθηκαν 964 νόμοι κατά τη συνήθη διαδικασία και 1.358 νομοθετικά διατάγματα. Ένδειξη επίσης της καθυπόταξης του νομοθετικού σώματος στις επιταγές της εκτελεστικής εξουσίας. Άλλωστε και η νομολογία της εποχής εκείνης επιβεβαιώνει και την αδυναμία δικαστικού ελέγχου αυτών των νομοθετικών διαταγμάτων ως προς τη συνδρομή λόγων εξαιρετικής σημασίας που να δικαιολογεί την έκδοση τους.

Συμπερασματικά, το Σύνταγμα του 1952 υπήρξε (παρά τη προταθείσα συνταγματική τομή από τον Κων. Καραμανλή που μεσολάβησε) ένα αυταρχικό και συντηρητικό σύνταγμα ακριβώς επειδή αποτέλεσε αντανάκλαση του ίδιου του μετεμφυλιακού κράτους το οποίο υπήρξε βαθύτατα αυταρχικό κράτος, το οποίο πολλές φορές έγγιζε τα όρια του αστυνομικού τύπου κράτους. Αυτό μπορεί να επιβεβαιώσει για παράδειγμα η συστηματική παραβίαση ατομικών ελευθερίων όπως αυτή του α.4 Σ 1952 περί προσωπικής ασφαλείας, μέσω του θεσμού του διοικητικού εκτοπισμού των “πολιτικά υπόπτων”.

H σχέση του Συντάγματος του 1952 με την επιβολή του καθεστώτος του 1967 δεν νομίζω ότι αποτελεί σχέση αιτίου και αιτιατού, αλλά όρου – αποτελέσματος. Δεν ήταν δηλαδή το ίδιο το Σύνταγμα που άνοιξε το δρόμο προς τον αυταρχισμό, αλλά η προφανής διαφορά ανάμεσα στο Σύνταγμα και τη συνταγματική πραγματικότητα, όπως εκδηλώθηκε και με το δικαιϊκό παράδοξο της παράλληλης ισχύος Συντάγματος και “παρα-συντάγματος”. Σε συνδυασμό με τον “ορφανό” χαρακτήρα του Συντάγματος το οποίο έμεινε ανυπεράσπιστο από τις τότε πολιτικές δυνάμεις, διαμόρφωσαν συνθήκες γενικευμένης ανασφάλειας δικαίου και παρατεταμένης πολιτικής αβεβαιότητας δημιουργώντας πρόσφορο έδαφος για την ολοκληρωτική εκτροπή του 1967. Ο διαγκωνισμός και η διαπλοκή ανάμεσα στο πολιτικό σύστημα, το Παλάτι και τις ένοπλες δυνάμεις, μάλλον προδιέγραψαν μια μεταγενέστερη κατάσταση που επισφραγίστηκε με τη κατάλυση του δημοκρατικού πολιτεύματος.

Δικτατορία και Σύνταγμα

Πριν περάσουμε στο ουσιαστικό μέρος των παρατηρήσεων, κρίνεται σκόπιμο να προηγηθεί μια κεφαλαιώδης εισαγωγική διευκρίνιση. Ακόμα και αν το καθεστώς των συνταγματαρχών αντί να επιβάλει το δικό Σύνταγμα το 1968 με νόθο δημοψήφισμα, προσπαθούσε να προβεί σε μια κατ’επίφαση αυτο-θέσμιση του καθεστώτος του με σύμπραξη του εκλογικού σώματος, αυτό θα προσέκρουε όπως και τα ψευδεπίγραφα δημοψηφίσματα του 1968 και του 1973 και η προσπάθεια “φιλελευθεροποίησης” του καθεστώτος, σε έναν γνήσιο πρωτογενή συνταγματισμό, ο οποίος δεν δύναται να ασκηθεί υπό αίρεση, καθώς αποτελεί μια αυθεντική έκφραση πολιτειακής αυτοδιάθεσης.

Ακόμα δηλαδή και αν το καθεστώτος εμφανίζονταν από την αρχή με τη μορφή ενός τυπικού Κράτους Δικαίου, αυτό δεν θα δικαιολογούσε σε καμία περίπτωση ούτε τη κοινωνική , ούτε τη πολιτική του νομιμοποίηση. Πολύ περισσότερο δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ως μια φυσιολογική συνταγματική μεταβολή (καμία απολυταρχία δεν μπορεί να συνταγματοποιηθεί. Σύνταγμα σημαίνει πολιτική ελευθερία όπως διδάσκει ο Αρ. Μάνεσης).

Συνεπώς, τα χουντικά συντάγματα δεν μπορούν να κριθούν με τους όρους της κλασικής συνταγματικής θεωρίας. Ακριβώς επειδή Σύνταγμα , σημαίνει θεσμικά αντισταθμίσματα, δικαστικός έλεγχος, δημοκρατική αρχή, κοινοβουλευτικές διαδικασίες, δημοκρατική αρχή, ατομικές ελευθερίες, πολιτική ισότητα. Σε ένα αυταρχικό καθεστώς αυτά παραβιάζονται, καταλύονται, καταστρατηγούνται, αποστεώνονται .

Το Σύνταγμα παύει να είναι αυταξία, αλλά θεωρείται απλά ως μέσο πολιτικής ή ιδεολογικής επιβολής. Αν μειωθεί ολοσχερώς η κανονιστική εμβέλεια του Συντάγματος, τότε το Σύνταγμα από θεμελιώδης νόμος μετατρέπεται σε κενό γράμμα, χωρίς καμία κανονιστική αξία. Σε τέτοιες περιπτώσεις δεν επικρατεί ένας γνήσιος συνταγματισμός, αλλά ένας εκφυλισμένος , και συνακόλουθα μια καχεκτική δημοκρατία. Για αυτό και στη συνταγματική πράξη, δεν νοείται η ύπαρξη φορμαλιστικών συνταγματικών κρατών. Δε νοείται η μερική απονομή συνταγματικών δικαιωμάτων, ή η άσκηση δικαιωμάτων υπό (κρατική) αίρεση. Δε δύναται να υπάρξει κατ’επίφαση νομιμότητα, ακριβώς επειδή η συνταγματική νομιμότητα δεν είναι αποτελεί μόνο ένα σύνολο δεσμευτικών κανόνων για τους πολίτες, αλλά και μια δέσμη δικαιωμάτων τα οποία απολαμβάνουν. Είναι όλα ή τίποτε. Όλα τα υπόλοιπα αποτελούν παραφθορές ενός πραγματικού συνταγματισμού. Αποτελούν κατίσχυση της “τυραννίας της πλειοψηφίας”, ως μια ακραία εκδοχή του φυσικού δικαίου (δίκαιο είναι το δίκιο του ισχυρού).

Σε καμία περίπτωση λοιπόν τα χουντικά συντάγματα δεν μπορούν να θεωρηθούν γνήσια έκφραση της λαϊκής βούλησης, εν απουσία των πολιτικών ελευθερίων και δικαιωμάτων. Την περίοδο 1967-1974, αναδύθηκαν εμφανώς οι εχθροί του Συντάγματος , τους οποίους και κατάφερε να αντιμετωπίσει ανοιχτά, μέχρι και την κατάρρευση και όχι την ανατροπή του δικτατορικού καθεστώτος. Η περίοδος 1967-1974 υπήρξε η πιο επώδυνη θεσμικά και συνταγματικά περίοδος της συνταγματικής μας ιστορίας, και πρέπει να μας υπενθυμίζει πάντα την αξία της περιφρούρησης και της διαφύλαξης του θεμελιώδους νόμου της πολιτείας.

Ενδεικτική βιβλιογραφία:

  1. To Σύνταγμα και οι εχθροί του στη νεοελληνική ιστορία 1800-2010, Νίκος Κ. Αλιβιζάτος
  2. Πραγματιστές, δημαγωγοί και ονειροπόλοι, Νίκος Κ. Αλιβιζάτος
  3. Συνταγματική Θεωρία & Πράξη , Αριστόβουλος Μάνεσης
  4. Η μετάβαση στη δημοκρατία και το Σύνταγμα του 1975, Γ.Κασιμάτης
  5. Μαθήματα Συνταγματικού Δικαίου, Ευάγγελος Βενιζέλος
  6. Η κρίση του κοινοβουλευτισμού στον Μεσοπόλεμο και το τέλος της Β΄ Ελληνικής Δημοκρατίας το 1935: Οι θεσμικές όψεις μιας οικονομικής κρίσης, Σπ. Βλαχόπουλος.

Κωνσταντίνος Μουρτοπάλλας
Τεταρτοετής φοιτητής του τμήματος Νομικής του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης
Μέλος του εργαστηρίου του Συνταγματικού Δικαίου του Τομέα Δημοσίου Δικαίου και Πολιτικής Επιστήμης

Share on facebook
Share on twitter
Share on email
Share on print
Share on facebook
Share on twitter
Share on email
Share on print

Σου άρεσε το άρθρο, αλλά σου δημιούργησε νέες απορίες;

Έχεις και άλλα ερωτήματα που σε απασχολούν σε σχέση με το Σύνταγμα, τους Θεσμούς, τα δικαιώματα και τη λειτουργία της Δημοκρατίας;