Το στοίχημα της εφαρμογής της αντικαπνιστικής νομοθεσίας

Το ζήτημα της εφαρμογής της αντικαπνιστικής νομοθεσίας δεν είναι ζήτημα πρωτίστως νομικό. Είναι ζήτημα δημόσιας υγείας, ζήτημα σεβασμού στο πλαίσιο της συνύπαρξης, ζήτημα ηθικό, κοινωνικό, πολιτιστικό και εν τέλει βαθιά πολιτικό. Το αποφασιστικό ύφος και η χρήση προστακτικής δεν μπορεί να δώσει επιτυχή αποτελέσματα.

Η κυβέρνηση που προέκυψε από τις εκλογές της 7ης Ιουλίου έθεσε ψηλά στην πολιτική της ατζέντα το ζήτημα της εφαρμογής του αντικαπνιστικού νόμου, τόσο κατά την προεκλογική περίοδο, όσο και κατά τη διαδικασία της συζήτησης επί των προγραμματικών δηλώσεων στη Βουλή. Με τον τρόπο αυτό το ζήτημα κατέστη άμεσης προτεραιότητας δημιουργώντας αντίστοιχες προσδοκίες, στο μέρος τουλάχιστον της κοινής γνώμης, που επιθυμεί να γίνει κάτι, επιτέλους, προς αυτή την κατεύθυνση.

Δεν χρειάζεται νομίζω ιδιαίτερη επιχειρηματολογία για να υποστηρίξει κανείς ότι όλες οι σχετικές προσπάθειες που έγιναν μέχρι σήμερα, είχαν τουλάχιστον ατελή χαρακτήρα και συχνά επέφεραν ένα αίσθημα απογοήτευσης. Αντί να επιλύσουν το πρόβλημα, δημιούργησαν άλλον ένα χώρο αμφισβήτησης της ισχύος των κανόνων που θεσπίζει η συντεταγμένη πολιτεία. Κι αυτό κατά την άποψή μου αποτελεί ακόμα δυσμενέστερη συνέπεια από αυτή που προκαλεί το ίδιο το κάπνισμα.

Απόπειρες κανονιστικής παρέμβασης στην Ελλάδα σε σχέση με το κάπνισμα  

Η πρώτη απόπειρα κανονιστικής παρέμβασης στο πεδίο αυτό στην Ελλάδα, έγινε πριν από 163 χρόνια με βασιλικό διάταγμα της 31ης Ιουλίου 1856, το οποίο απαγόρευε το κάπνισμα εντός των δημοσίων υπηρεσιών. Η απαγόρευση ίσχυε τόσο για τους δημοσίους υπαλλήλους όσο και για τους επισκέπτες των υπηρεσιών. Προσπαθώ να φανταστώ τα ειρωνικά μειδιάματα που θα προκάλεσε αυτή η ούτως ή άλλως ατελής διάταξη (δεδομένου ότι η εισαγωγή της απαγόρευσης δεν συνοδευόταν από κάποια πειθαρχική ή διοικητική κύρωση), στους μυστακοφόρους «ελληνάδες» του Κωλέττη, οι οποίοι είχαν αθρόα διοριστεί στη δημόσια διοίκηση μετά το Σύνταγμα του 1844 και την εκλογική του επικράτηση. Πολύ περισσότερο που το σχετικό διάταγμα υπέγραφε μια γυναίκα (η βασίλισσα Αμαλία).

Θα έπρεπε να περάσει σχεδόν ενάμισι αιώνας ώστε να επιχειρηθεί και πάλι κάποια νομοθετική παρέμβαση προς την κατεύθυνση της απαγόρευσης του καπνίσματος. Με το ν. 3420/2005 με τον οποίο κυρώθηκε η Σύμβαση-Πλαίσιο του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας για τον έλεγχο του καπνού, ξεκινά μια περίοδος (είχε προηγηθεί μια ιδιαίτερα αναιμική απόπειρα απαγόρευσης το 2002), επανειλημμένων νομοθετικών παρεμβάσεων.

Ο νόμος 3730/2008 δημιουργεί το πρώτο αυστηρότερο και συγκροτημένο πλαίσιο ρύθμισης. Ακολουθούν οι νόμοι 3868/2010, 3896/2010, 3918/2011 και 3986/2011. Το 2011 μάλιστα ενεργοποιήθηκε και η τηλεφωνική γραμμή 1142 για σχετικές καταγγελίες πολιτών. Πρόκειται για μια ελπιδοφόρα πρωτοβουλία που είχε δυστυχώς άδοξο τέλος. Οι παρεμβάσεις συνεχίστηκαν με το ν. 4254/2014, αλλά και με τον αυστηρότερο ν. 4419/2016 και τέλος με το ν. 4472/2017.

Παράλληλα με τις επιχειρούμενες νομοθετικές παρεμβάσεις το «αρμόδιο» υπουργείο Υγείας, εξέδιδε σειρά εγκυκλίων προς όλες τις «συναρμόδιες» δημόσιες υπηρεσίες και νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) με σκοπό την εφαρμογή της αντικαπνιστικής νομοθεσίας. Συνήθως, η έκδοση κάθε εγκυκλίου, συνοδευόταν από τη σχετική δημοσιότητα και βαρύγδουπες πολιτικές εξαγγελίες, που προς στιγμήν έδιναν την εντύπωση πως κάτι θα γίνει.

Συμβολικά γεγονότα αποτυχίας εφαρμογής της αντικαπνιστικής νομοθεσίας  

Αν και η προσωπική εμπειρία κάθε καλόπιστου αναγνώστη είναι αρκετή απόδειξη της αποτυχίας όλων των προσπαθειών που έγιναν τα τελευταία χρόνια, θα πρέπει να σημειώσω δύο γεγονότα έντονου συμβολισμού, που υπογραμμίζουν εμφατικά την αποτυχία αυτή.

Πρώτον. Δυσκολεύομαι να φανταστώ τη θέση του τέως υπουργού Υγείας, ο οποίος την ώρα που νομοθετούσε αυστηρότερο πλαίσιο κατά του καπνίσματος και εξήγγειλε σχετικές πρωτοβουλίες, είχε ως παρακαθήμενο του τον αναπληρωτή υπουργό, ο οποίος κάπνιζε αρειμανίως, ακόμη και εντός του υπουργείου Υγείας και κατά τη διάρκεια επίσημων εκδηλώσεων. Το γεγονός αυτό είναι προφανές ότι στέρησε κάθε ηθικό έρεισμα για την εφαρμογή του αντικαπνιστικού νόμου.

Από την άλλη πλευρά, αν και η συμπεριφορά αυτή επέφερε την αυστηρή κριτική όλων των επιστημονικών φορέων, αλλά και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στο υψηλότερο επίπεδο, δεν εμπόδισε τους ψηφοφόρους της εκλογικής περιφέρειας του τέως αναπληρωτή υπουργού να τον επανεκλέξουν ως βουλευτή. Το γεγονός αυτό καταδεικνύει ότι υπάρχει στην ελληνική κοινωνία μια δυναμική τάση που στην καλύτερη περίπτωση δεν κατανοεί την προσπάθεια περιορισμού του καπνίσματος και των δυσμενών επιπτώσεων του. Προς την ίδια κατεύθυνση άλλωστε κινείται η ρητορική επικεφαλής πρωτοεκλεγόμενου στη Βουλή πολιτικού κόμματος, ο οποίος υποστήριξε πως ο περιορισμός του καπνίσματος θα βλάψει την ανάπτυξη και τους τζίρους των καταστημάτων.

Δεύτερον. Πριν λίγες εβδομάδες, ο επικεφαλής μεγάλου δημόσιου οργανισμού εποπτευόμενου από το υπουργείο Εργασίας, παρήγγειλε σταχτοδοχεία για το γραφείο του και τις ανάγκες των επισκεπτών του. Η σχετική απόφαση αναρτήθηκε στη ΔΙΑΥΓΕΙΑ και φυσικά η δαπάνη βάρυνε τον προϋπολογισμό του φορέα, παρά το γεγονός ότι παραβίαζε προδήλως τη σχετική νομοθεσία και όχι μόνο. Το γεγονός αυτό κατά την άποψη μου, κάνει τους «ελληνάδες» του Κωλέττη στους οποίους αναφέρθηκα προηγουμένως, να φαντάζουν απόφοιτοι των καλύτερων Βρετανικών πανεπιστημίων, μπροστά στον εν λόγω επικεφαλής δημοσίου οργανισμού. Κάνει όπως επίσης φανερό, τον τρόπο με τον οποίο γίνεται αντιληπτή η εφαρμογή της αντικαπνιστικής νομοθεσίας από την ίδια τη δημόσια διοίκηση.

Η τελευταία εγκύκλιος του Υπουργείου Υγείας θέτει προϋποθέσεις αισιοδοξίας;

Το ερώτημα πλέον είναι: Δημιουργούνται οι προϋποθέσεις αισιοδοξίας ως προς την εφαρμογή του αντικαπνιστικού νόμου, μετά την ανάδειξη του ως μείζονος πολιτικού προτάγματος από τη νέα κυβέρνηση; Τις τελευταίες ημέρες οι περισσότερες εφημερίδες είχαν εκτενείς αναφορές στο θέμα αυτό, με τίτλους όπως «Ξεκινούν έλεγχοι για το κάπνισμα» ή «Τσιγάρο κομμένο σε δημόσιους χώρους έπειτα από…163 χρόνια». Αφορμή αυτών των δημοσιευμάτων υπήρξε η έκδοση μιας εγκυκλίου από το υπουργείο Υγείας σχετικά με την εφαρμογή της υφιστάμενης νομοθεσίας και όχι η εξαγγελία κάποιου νέου μέτρου. Κατά τη γνώμη μου μάλιστα τα περισσότερα ΜΜΕ αναπαρήγαγαν το σχετικό δελτίο Τύπου και όχι την ίδια την εγκύκλιο, η οποία δεν επιτρέπει αισιοδοξία και δημιουργεί υπόνοια επικοινωνιακής διαχείρισης του ζητήματος. Ειδικότερα:

  • Η εγκύκλιος απευθύνεται προς τις Περιφέρειες της χώρας, οι οποίες δεν υπάγονται φυσικά στο υπουργείο Υγείας και μάλιστα ένα μήνα πριν τη λήξη της θητείας των διοικήσεων τους, την 1η Σεπτεμβρίου, κι εντός της περιόδου των θερινών αδειών του μεγαλύτερου μέρους του προσωπικού.
  • Ως προς το περιεχόμενο της η εγκύκλιος δεν παρουσιάζει καμία πρωτοτυπία. Επαναλαμβάνει απλώς πιστά το περιεχόμενο προηγούμενων όμοιων εγκυκλίων. Μετά από μια κακογραμμένη παράθεση σχετικών διατάξεων, όπου η Συνθήκη της Λισσαβόνας, η Οικουμενική Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, ο Καταστατικός Χάρτης του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, Η Συνθήκη για τα Δικαιώματα του Παιδιού, κ.α., έπονται υγειονομικών διατάξεων, κ.υ.α. και εγκυκλίων του υπουργείου Υγείας, γίνεται μια συνοπτική υπόμνηση του ισχύοντος νομοθετικού πλαισίου.

Ακολούθως, το υπουργείο διαπιστώνει ότι οι Περιφέρειες δεν του στέλνουν συγκεντρωτικά στοιχεία επί των ελέγχων και παρακαλεί να του αποστέλλονται τα στοιχεία, κάτι που κάνει μηχανικά εδώ και δέκα χρόνια που ισχύει η ίδια υποχρέωση χωρίς φυσικά αποτέλεσμα, αφού το υπουργείο δεν έχει τρόπο να υποχρεώσει τις Περιφέρειες να του στείλουν τα στοιχεία.

Τέλος, και ίσως το πλέον τραγελαφικό, το υπουργείο παρακαλεί τις αρμόδιες διευθύνσεις των Περιφερειών να του γνωρίσουν τις ενέργειες στις οποίες θα προβούν «προκειμένου να καταστεί αποτελεσματικότερη η εφαρμογή της νομοθεσίας».

Όπως ήδη αναφέρθηκε η εγκύκλιος έχει αποδέκτες προς ενέργεια μόνο τις Περιφέρειες και απλώς κοινοποιείται σε υπηρεσίες όπως οι Δήμοι (που διαθέτουν τη δημοτική αστυνομία), το υπουργείο Ναυτιλίας (Λιμενικές Αρχές), το Σώμα Επιθεωρητών Υπηρεσιών Υγείας και Πρόνοιας, το Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας, κ.λπ. Για να το πούμε απλά, δεν είναι δυνατό να περιμένει κανείς οποιοδήποτε αποτέλεσμα από τη συγκεκριμένη εγκύκλιο, κι αυτό το γνωρίζουν πολύ καλά οι συντάκτες της.

Ορισμός επικεφαλής ειδικής επιτροπής που δεν έχει ακόμα συσταθεί   

Οι σχετικές κυβερνητικές πρωτοβουλίες εκτός της περιβόητης εγκυκλίου, περιλαμβάνουν και την ανακοίνωση του νέου επικεφαλής της επιτροπής που θα μελετήσει το ζήτημα και θα προτείνει τα ενδεδειγμένα μέτρα εφαρμογής της αντικαπνιστικής νομοθεσίας. Στο σημείο αυτό θα ήθελα επίσης να θέσω ορισμένους προβληματισμούς.

Ανακοινώθηκε ο επικεφαλής μιας επιτροπής που δεν έχει συγκροτηθεί ακόμα (άρα δεν υφίσταται) και δεν έγινε γνωστό τίποτα περισσότερο για τη σύνθεσή της. Επίσης θα πρέπει να αναφερθεί ότι ο επικεφαλής της μέλλουσας να συσταθεί επιτροπής, είναι προφανώς ένας επιστήμονας εγνωσμένου κύρους και προθέσεων, θα πρέπει όμως να σημειωθεί ότι η ίδια αποστολή του έχει ανατεθεί ήδη δύο φορές κατά το παρελθόν (το 2008 και το 2010).     

Πολυδιάστατο το ζήτημα της εφαρμογής της αντικαπνιστικής νομοθεσίας

Το ζήτημα της εφαρμογής της αντικαπνιστικής νομοθεσίας δεν είναι κατά την άποψή μου ζήτημα πρωτίστως νομικό. Είναι ζήτημα δημόσιας υγείας, ζήτημα σεβασμού στο πλαίσιο της συνύπαρξης, ζήτημα ηθικό, κοινωνικό, πολιτιστικό και εν τέλει βαθιά πολιτικό. Η αποτυχία των προηγούμενων προσπαθειών δεν είναι επαρκής για να καταδείξει ή να προοιωνίσει την επιτυχία της προσπάθειας της νέας κυβέρνησης. Ούτε το αποφασιστικό ύφος και η χρήση προστακτικής μπορεί να δώσει επιτυχή αποτελέσματα.

Απαιτείται σοβαρός σχεδιασμός, περιορισμός των συναρμοδιοτήτων που στόχο έχουν την αέναη μετακύληση ευθυνών και κυρίως σταθερή πολιτική βούληση και επιμονή. Η βιαστική επικοινωνιακή διαχείριση μπορεί να υπονομεύσει το εγχείρημα. Αν δημιουργηθούν υψηλές προσδοκίες και το αποτέλεσμα δεν τις δικαιώσει θα χαθεί το πολύτιμο στοίχημα της συμμαχίας με την σιωπηλή κοινωνική πλειοψηφία που είναι πρόθυμη να συμβάλει, αλλά δεν επιθυμεί να απογοητευθεί ξανά.

Οι ανακοινώσεις δεν μπορεί να είναι χωρίς ουσιαστικό περιεχόμενο, όπως η εγκύκλιος του υπουργείου Υγείας. Των ανακοινώσεων και εξαγγελιών πρέπει να προηγείται μελέτη, συνεννόηση όλων των φορέων που εμπλέκονται και τελικά να ανακοινώνονται συγκεκριμένες αποφάσεις και μέτρα. Κυρίως όμως να εφαρμόζονται. Από αυτό θα κριθεί η επιτυχία της κυβέρνησης και σε αυτό το πεδίο.         

Γεώργιος Δίελλας                                                                                            
Διδάκτωρ Διοικητικής Επιστήμης Παντείου Πανεπιστημίου
Διδάσκων στο Ε.Α.Π., στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής και στην Εθνική Σχολή Δημόσιας Διοίκησης

Share on facebook
Share on twitter
Share on email
Share on print
Share on facebook
Share on twitter
Share on email
Share on print

Σου άρεσε το άρθρο, αλλά σου δημιούργησε νέες απορίες;

Έχεις και άλλα ερωτήματα που σε απασχολούν σε σχέση με το Σύνταγμα, τους Θεσμούς, τα δικαιώματα και τη λειτουργία της Δημοκρατίας;