Σήμερα η αποπολιτικοποίηση, ως χαρακτηριστικό γνώρισμα της εποχής, παραπέμπει σε ένα κοινωνικό πλαίσιο στο οποίο οι πολίτες δεν απασχολούνται ιδιαίτερα με τα χαρακτηριστικά και τον τρόπο λειτουργίας του πολιτικού συστήματος, αλλά κυρίως με τα παραγόμενα αποτελέσματα από τη λειτουργία του. Συνεπώς, πώς κατανοείται σήμερα η ενεργός συμμετοχή στα κοινά και τι προϋποθέτει;

Ο Αριστοτέλης στα «Πολιτικά» του όρισε ως πολιτεία κάθε οργανωμένη κοινωνία όπου η εξουσία ασκείται υπό των πολλών και προς το κοινό συμφέρον. Ακολουθώντας την σκέψη του, μπορούμε να αποδώσουμε την ιδιότητα του πολίτη όχι αδιάκριτα σε οποιοδήποτε μέλος μιας οργανωμένης κοινωνίας, αλλά μόνον στα μέλη εκείνα  που μετέχουν ενεργά στην πολιτική, επηρεάζουν δηλαδή την άσκηση της εξουσίας.  

Το ότι η αντίληψη αυτή του πολίτη ως ενεργού και μόνον ενεργού μέλους μιας οργανωμένης κοινωνίας κυριαρχεί στην κλασική ελληνική αρχαιότητα, επιβεβαιώνεται και στον Επιτάφιο του Περικλή. Εκφωνώντας στον Κεραμεικό της Αθήνας έναν επιτάφιο λόγο για τους νεκρούς των μαχών του πρώτου έτους του Πελοποννησιακού πολέμου (431 π.Χ.) και τον οποίο μας μετέφερε ο Θουκυδίδης, ο ηγέτης των Αθηναίων έδωσε μια συνοπτική περιγραφή του πώς αντιλαμβάνεται τον πολίτη η Αθηναϊκή κοινωνία.

Εμείς οι ίδιοι, είπε, φροντίζουμε τόσο τις ιδιωτικές μας υποθέσεις όσο και τα δημόσια πράγματα και το ένα δεν εμποδίζει το άλλο. Θεωρούμε δε, πως αυτός που δεν αναμειγνύεται στις δημόσιες υποθέσεις είναι όχι μόνον απράγμων, δηλαδή αδιάφορος, αλλά και αχρείος, δηλαδή κοινωνικά άχρηστος. Ο μη ενεργός πολίτης, λοιπόν, αυτός που δεν μετέχει στα δημόσια πράγματα και αποσύρεται στην προσωπική του σφαίρα , στον χώρο του ιδιωτικού, είναι βάρος για την κοινωνία στην οποία ανήκει. Το να «ιδιωτεύει» κάποιος στην Αρχαία Αθήνα, δεν είναι επιλογή, είναι ελάττωμα.

Ο όρος ιδιώτης, άλλωστε, στην κλασική Αρχαιότητα δεν σήμαινε αυτό που υποδηλώνει κυρίως ο όρος σήμερα, δηλαδή το πρόσωπο εκείνο που δεν ασκεί δημόσια λειτουργία. Σήμαινε αντίθετα, εκείνον που έχει περιορισμένες νοητικές ικανότητες τον α-νόητο. Ταυτίζονταν, δηλαδή, ο πολιτικά ανενεργός με τον κοινωνικά ανίκανο. Ακόμη και στην νεότερη γλώσσα και γραμματεία, σύμφωνα με το Λεξικό του Κριαρά, ο όρος χρησιμοποιείται, πέραν των άλλων, για να υποδηλώσει και έννοιες αρνητικές, αντίστοιχες με εκείνη του αρχαιοελληνικού ιδιώτη, όπως ο άξεστος, ο αγροίκος, ο αδαής, ο αγράμματος, ο απλοϊκός στον νου.

Η αποπολιτικοποίηση ως γνώρισμα της εποχής: Διαστάσεις

Η «αποπολιτικοποίηση», η μη ενασχόληση με τα πολιτικά ζητήματα της κοινωνίας, είναι μια έννοια που έχει αναδυθεί έντονα τα τελευταία χρόνια και συζητείται εκτενώς από τους πολιτικούς επιστήμονες. Αυτή η σύγχρονη έννοια της αποπολιτικοποίησης είναι διττή. Αναφέρεται από την μία πλευρά σε διαδικασίες διακυβέρνησης που εκφεύγουν  της πολιτικής και από την άλλη στην αδυναμία μεγάλων ομάδων του πληθυσμού, του ευρέως κοινού, να αντιληφθούν τα πολιτικά διακυβεύματα, δηλαδή τα πραγματικά γεγονότα, τα εμπλεκόμενα συμφέροντα και τις εναλλακτικές επιλογές και να μετάσχουν ενεργά στην άσκηση πολιτικής.

Σύμφωνα με τους βρετανούς πολιτικούς επιστήμονες Matt Wood και Matthew Flinders (2014), αποπολιτικοποίηση σημαίνει κατ’ αρχήν συρρίκνωση της δημοκρατικά ασκούμενης πολιτικής και, κατ’ επέκταση, συνδέεται με τις αποκαλούμενες «μετα-δημοκρατικές μορφές διακυβέρνησης». Τέτοιες μορφές διακυβέρνησης νομιμοποιούνται γενικά με βάση την αυθεντία και, στις συγκεκριμένες εκδοχές τους, βασίζονται σε αποφάσεις που υποτίθεται ότι λαμβάνονται με κριτήρια τεχνοκρατικά και αντικειμενικά, τα οποία δεν επιδέχονται αμφισβήτηση.

Άρα, είναι μορφές διακυβέρνησης βασιζόμενες στον έναν και μοναδικό άριστο τρόπο ενέργειας (“one best way”) μέσα από αποφάσεις για τις οποίες δεν υπάρχουν εναλλακτικές λύσεις, επιλογές που είναι μονόδρομος και ως εκ τούτου δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο πολιτικής επεξεργασίας και πολιτικού διαλόγου. Αυτό συνιστά το λεγόμενο «τέλος της πολιτικής».

Η δεύτερη διάσταση της αποπολιτικοποίησης είναι η αδυναμία ή η αδιαφορία μεγάλων τμημάτων του πληθυσμού να εμπλακούν στον καθορισμό των βασικών επιλογών που αφορούν την κοινωνία στην οποία ανήκουν και κατά συνέπεια επηρεάζουν το παρόν και το μέλλον της προσωπικής τους ζωής.  

Κατά τους πολιτικούς επιστήμονες Buller, Dönmez, Standring, και Wood (2019) αυτή η όψη της αποπολιτικοποίησης λαμβάνει μορφές διαφορετικές, όπως η αύξηση της αποχής στις εκλογές, η μείωση της ένταξης σε πολιτικά κόμματα, αλλά και η μειωμένη εμπιστοσύνη που εκφράζουν σε πολλές κοινωνίες οι πολίτες προς τους αιρετούς τους εκπροσώπους και το πολιτικό σύστημα. Σύμφωνα με τον βρετανό πολιτικό επιστήμονα Luke Keele (2007), η αποπολιτικοποίηση συνδέεται με τη μείωση του κοινωνικού κεφαλαίου, δηλαδή των δεσμών εμπιστοσύνης μεταξύ των μελών μιας κοινωνίας, δεσμών που παρωθούν τους πολίτες να συμπράξουν και να συνεργαστούν.  

O Πολωνο-βρετανός κοινωνιολόγος Zygmunt Bauman (2007) συνδέει την αποπολιτικοποίηση με την οικονομική και κοινωνική αδυναμία και περιθωριοποίηση. Σημειώνει, χρησιμοποιώντας τους ελληνικούς όρους «demos» και «kratos», ότι ενώ η δημοκρατία σημαίνει  άσκηση της εξουσίας («κράτος») από το σύνολο της κοινωνίας («δήμος»), στην πραγματικότητα η εμπλοκή στην πολιτική περιορίζεται σε όσους έχουν ήδη διασφαλίσει την κάλυψη των βασικών αναγκών της ζωής τους, ενώ όσοι αγωνίζονται να τις καλύψουν δεν έχουν το περιθώριο να εμπλακούν στα κοινά. Σε αντίθεση, δηλαδή, με όσα αναφέρει ο Θουκυδίδης για την αρχαία Αθήνα, στις σύγχρονες κοινωνίες η ανάγκη αυξημένης ενασχόλησης με τις  ιδιωτικές υποθέσεις παρεμποδίζει την ενασχόληση με τα δημόσια πράγματα

Οι πολιτικοί επιστήμονες Paul Fawcett και David Marsh (2014) υποστηρίζουν αντίθετα ότι η αποδοχή της αποπολιτικοποίησης ως δεδομένης και ως κυρίαρχου χαρακτηριστικού των σύγχρονων κοινωνιών δεν είναι ορθή. Στην πραγματικότητα, γράφουν, έχουμε μια αλλαγή στη μορφή της πολιτικής εμπλοκής των μελών μιας κοινωνίας στα κοινά. Οι πολίτες δεν εστιάζουν στις «εισροές της πολιτικής» (input politics), αλλά στις «εκροές της πολιτικής» (output politics). Δηλαδή δεν απασχολούνται ιδιαίτερα με τα χαρακτηριστικά και τον τρόπο λειτουργίας του πολιτικού συστήματος, αλλά κυρίως με τα παραγόμενα αποτελέσματα από την λειτουργία του.

Ενεργός Πολίτης: Πολιτικές Εισροές – Πολιτικές Εκροές – Ροές Μετασχηματισμού

Ωστόσο, αν αναγάγουμε την τελευταία αυτή άποψη στις θεωρητικές της πηγές, δηλαδή στο μοντέλο του «μαύρου κουτιού» του David Easton (1965), σύμφωνα με το οποίο οι πολιτικές εισροές (αιτήματα, ανάγκες) στο σύστημα διακυβέρνησης μετατρέπονται από αυτό σε πολιτικές εκροές (αποφάσεις, αποτελέσματα), γνωρίζουμε σήμερα ότι δεν μπορούμε να κατανοήσουμε  και , πολύ περισσότερο, να χειριστούμε τις πολιτικές εκροές διακριτά από τις πολιτικές εκροές, και ακόμα περισσότερο αγνοώντας για το τι συμβαίνει μέσα στο –κατά Easton- «μαύρο κουτί» του πολιτικού συστήματος, δηλαδή τις «ροές μετασχηματισμού» (throughputs) των εισροών σε εκροές. Οι ενδιάμεσες αυτές ροές μετασχηματισμού περιλαμβάνουν τη λειτουργία των διοικητικών υπηρεσιών, τη συνάρθρωση λήψης αποφάσεων και εφαρμογής τους, την αλληλεπίδραση πολιτικού και διοικητικού προσωπικού κλπ.

Αν, λοιπόν, σκεφθούμε την διακυβέρνησή στην ολότητά της, δηλαδή στο σύνολο των τριών φάσεων του σχήματος του Easton, όπου το μαύρο κουτί έχει καταστεί διαφανές, κατανοούμε ότι ο ενεργός πολίτης, για να παραμείνει ουσιαστικά ενεργός συν-καθορίζοντας τις συνθήκες της ζωής του και τους όρους της κοινωνικής του ύπαρξης θα πρέπει να εμπλέκεται περισσότερο ή λιγότερο και στις τρεις αυτές φάσεις. Θα πρέπει, δηλαδή, να μετέχει στη διαμόρφωση των αιτημάτων, στη λήψη των αποφάσεων, στην αξιολόγηση των αποτελεσμάτων και – σε κάποιο βαθμό – στην διαδικαστική συμπαραγωγή των «διοικητικών προϊόντων», δηλαδή των αγαθών και υπηρεσιών που παράγονται από τις δημόσιες υπηρεσίες (για παράδειγμα η συμμετοχή των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων στην διαλογή των ανακυκλώσιμων απορριμμάτων στην πηγή).

Προϋποθέσεις για την εμπλοκή του πολίτη στην άσκηση εξουσίας   

Τι σημαίνει, όμως, μια τέτοια ευρύτερη συμμετοχή στην άσκηση της εξουσίας και ποιες είναι οι προϋποθέσεις προκειμένου ο πολίτης να μετάσχει ενεργά σε αυτήν;

Σημαίνει κατ’ αρχήν συστηματική ενημέρωση για τα κρίσιμα γεγονότα και καταστάσεις που επηρεάζουν το παρόν και το μέλλον των πολιτών, των κοινοτήτων και των επιχειρήσεων καθώς και δυνατότητα επηρεασμού των γεγονότων και των καταστάσεων αυτών μέσα από τη βασική λειτουργία της αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας, δηλαδή τις εκλογές, αλλά όχι μόνον.

Πέραν της ψήφου η ενεργός συμμετοχή στα κοινά απαιτεί:  

  • Κατανόηση των διακυβευμάτων,  δηλαδή των κρίσιμων εναλλακτικών επιλογών μέσα από την απλούστευση των τεχνικών λεπτομερειών και την αναγωγή τους στις βασικές και κρίσιμες εναλλακτικές  που συνδέονται με διαφορετικές αξίες ή/και με αντίπαλα, συγκρουόμενα, κοινωνικά συμφέροντα.
  • Συμμετοχή στην επεξεργασία λύσεων για την αντιμετώπιση συλλογικών προβλημάτων και την  αξιοποίηση ευκαιριών.
  • Συμμετοχή στην αξιολόγηση των ασκούμενων πολιτικών.

Προϋποθέσεις για τα παραπάνω αποτελούν:

  • H ύπαρξη μιας διαδικασίας δομημένου δημόσιου διαλόγου, εύκολα προσβάσιμης στο σύνολο των πολιτών και των επιχειρήσεων.
  • H ανάπτυξη και ευρεία χρήση μεθόδων απλούστευσης των τεχνικών διαστάσεων των εναλλακτικών επιλογών στις ασκούμενες πολιτικές έτσι ώστε να αναδεικνύονται τα ουσιαστικά διακυβεύματα και να γίνονται κατανοητά και από μη ειδικούς.

Θεόδωρος Ν. Τσέκος
Καθηγητής Δημόσιας Διοίκησης (Τμήμα Διοίκησης Επιχειρήσεων και Οργανισμών ΤΕΙ Πελοποννήσου)

Share on facebook
Share on twitter
Share on email
Share on print
Share on facebook
Share on twitter
Share on email
Share on print

Σου άρεσε το άρθρο, αλλά σου δημιούργησε νέες απορίες;

Έχεις και άλλα ερωτήματα που σε απασχολούν σε σχέση με το Σύνταγμα, τους Θεσμούς, τα δικαιώματα και τη λειτουργία της Δημοκρατίας;