Το χαρακτηριστικό γνώρισμα του κοινοβουλευτισμού είναι η αρχή ότι η κυβέρνηση οφείλει να απολαμβάνει την εμπιστοσύνη της Βουλής. Αν την χάσει είτε στις εκλογές, είτε επειδή η Βουλή αποσύρει την εμπιστοσύνη της από την κυβέρνηση μετά από πρόταση δυσπιστίας, τότε η κυβέρνηση οφείλει να παραιτηθεί.

Ο κοινοβουλευτισμός αποτελεί μορφή αντιπροσωπευτικής διακυβέρνησης, δηλ. έμμεσης, σε αντιδιαστολή προς την άμεση Δημοκρατία της αρχαίας πόλης κράτους. Ενώ στην αρχαία Αθήνα την εξουσία ασκούσε ο λαός στην εκκλησία του Δήμου, στη σύγχρονη αντιπροσωπευτική δημοκρατία, ο λαός, το εκλογικό σώμα, εκλέγει τη Βουλή, η οποία απαρτίζεται από τους αντιπροσώπους του λαού, τους βουλευτές.

Ο κοινοβουλευτισμός διαφέρει εννοιολογικά από τη δημοκρατία, αν και σήμερα συνδέεται στενά με αυτήν, επειδή ισχύει η αρχή της λαϊκής κυριαρχίας, η δημοκρατική αρχή, στον πυρήνα της οποίας βρίσκεται η καθολική ψηφοφορία, όπου κάθε πολίτης έχει μία ψήφο ισοδύναμη, ίσης βαρύτητας, με την άλλη. Παλαιότερα, όταν ίσχυαν περιορισμοί της ψήφου, λ.χ. με βάση κριτήρια περιουσιακά, φύλου (στην Ελλάδα οι γυναίκες ψήφισαν για πρώτη φορά στις βουλευτικές εκλογές το 1953), μόρφωσης κ.λ.π. ο κοινοβουλευτισμός ήταν προνόμιο της άρχουσας τάξης και διέφερε από τη Δημοκρατία.

Διαδικασίες του Κοινοβουλευτισμού

Ο σύγχρονος κοινοβουλευτισμός είναι συνυφασμένος με την κομματική Δημοκρατία, όπου κυριαρχεί η ιδεολογική, κοινωνικοπολιτική σύγκρουση των κομμάτων και η αντιπαράθεση μεταξύ συμπολίτευσης και αντιπολίτευσης. Το χαρακτηριστικό γνώρισμα του κοινοβουλευτισμού είναι η αρχή ότι η κυβέρνηση οφείλει να απολαμβάνει την εμπιστοσύνη της Βουλής. Αν την χάσει είτε στις εκλογές, είτε επειδή η Βουλή αποσύρει την εμπιστοσύνη της από την κυβέρνηση μετά από πρόταση δυσπιστίας, τότε η κυβέρνηση οφείλει να παραιτηθεί.

Επειδή η Βουλή αποφασίζει με βάση την αρχή της πλειοψηφίας, η συμπολίτευση αποτελείται από το κόμμα (σε περίπτωση μονοκομματικής κυβέρνησης) ή τα κόμματα (επί συμμαχικής κυβέρνησης) που έχουν την απόλυτη πλειοψηφία στη Βουλή (151 στους 300 βουλευτές στην Ελλάδα). Δεν αποκλείεται όμως στη χώρα μας να υπάρχει και κυβέρνηση ανοχής, που υπερψηφίζεται από πλειοψηφία όχι μικρότερη των 120 βουλευτών. Ο αρχηγός του κόμματος που συγκεντρώνει την πλειοψηφία της Βουλής διορίζεται πρωθυπουργός.

Παραδοσιακά στην κοιτίδα του κοινοβουλευτισμού, την Αγγλία, η Βουλή και ειδικότερα το ένα από τα δύο σώματα του Κοινοβουλίου, η Βουλή των Κοινοτήτων (σε διάκριση προς την αριστοκρατική Βουλή των Λόρδων), είχε νομοθετική αρμοδιότητα προκειμένου η φορολογία να επιβάλλεται με τη σύμφωνη γνώμη των αντιπροσώπων του λαού. Αντίθετα, την κυβέρνηση επέλεγε ο μονάρχης. Σταδιακά με όχημα κυρίως την ποινική ευθύνη των Υπουργών – το δικαίωμα δηλαδή της Βουλής να ασκεί ποινική δίωξη κατά των Υπουργών και με βάση την υποχρέωση των Υπουργών να εμφανίζονται ενώπιον της Βουλής και να δικαιολογούν την πολιτική τους, απαντώντας στον έλεγχο της Βουλής για πράξεις ή παραλήψεις τους –  αναπτύχθηκε και θεσμοποιήθηκε η πολιτική ευθύνη της κυβέρνησης στο πλαίσιο του κοινοβουλευτικού ελέγχου. Με τη σταδιακή διεύρυνση του δικαιώματος της ψήφου, επήλθε η απεξάρτηση της κυβέρνησης από τον αρχηγό του κράτους, βασιλιά ή Πρόεδρο της Δημοκρατίας.

Στον ώριμο κοινοβουλευτισμό, πρωθυπουργός διορίζεται το πρόσωπο που έχει την δεδηλωμένη εμπιστοσύνη (δηλαδή υποστηρίζεται από την πλειοψηφία) της Βουλής. Η αρχή της δεδηλωμένης εισήχθη το 1875 στην Ελλάδα με αφορμή το περίφημο άρθρο του Χαρίλαου Τρικούπη, «Τις Πταίει;». Με δεδομένη την εξάρτηση της κυβέρνησης από τη Βουλή, ο κοινοβουλευτισμός συνεπάγεται τη διασταύρωση της εκτελεστικής με τη νομοθετική εξουσία και διακρίνεται από το προεδρικό σύστημα όπου ο Πρόεδρος, π.χ. των ΗΠΑ, εκλέγεται άμεσα από το λαό και δεν εξαρτάται από το Κογκρέσο, το οποίο ασκεί τη νομοθετική λειτουργία.

Τα οφέλη του κοινοβουλευτισμού

Η ιστορική διαδρομή του κοινοβουλευτισμού υπήρξε κάθε άλλο παρά ανέφελη. Καταλύθηκε από δικτατορίες που κατάργησαν τις βουλευτικές εκλογές. Επικρίθηκε από οπαδούς της άμεσης δημοψηφισματικής δημοκρατίας για ολιγαρχικό χαρακτήρα. Θεωρήθηκε δυσλειτουργικός και αναποτελεσματικός, ιδιαίτερα όταν ο εκλογικός νόμος δεν οδηγούσε σε κομματική πλειοψηφία στη Βουλή και άρα σε σταθερές κυβερνήσεις.

Παρόλα όμως αυτά, ο κοινοβουλευτισμός, που ισχύει παραδοσιακά στην Ευρώπη, παραμένει αξεπέραστος, επειδή μπορεί να συνδυάσει αρμονικά τη Δημοκρατία (ελεύθερες εκλογές), τον πλουραλισμό (πολυκομματισμός), την υποχρέωση λογοδοσίας της Κυβέρνησης στη Βουλή (η πλειοψηφία κυβερνά, η μειοψηφία ελέγχει) και τη διαβούλευση (κυβέρνηση δια του λόγου), έτσι ώστε να υπάρχει ένα κέντρο δημοσιότητας, όπου ο διάλογος και η αντιπαράθεση σμιλεύουν τις συλλογικές παραστάσεις της κοινωνίας και επιτρέπουν την ορθολογική συλλογική δράση με βάση την αναζήτηση για το δημόσιο συμφέρον.

Στον κοινοβουλευτισμό, η οργάνωση και προαγωγή του διαλόγου συμπληρώνει την τεχνική λήψης αποφάσεων με βάση τον συσχετισμό κομματικών δυνάμεων και εξηγεί την διαχρονικότητά του ως συνδυασμός δημοκρατικής νομιμοποίησης και πολιτικής αρετής.

Γιάννης Τασόπουλος
Καθηγητής Δημοσίου Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, Δικηγόρος

Share on facebook
Share on twitter
Share on email
Share on print
Share on facebook
Share on twitter
Share on email
Share on print

Σου άρεσε το άρθρο, αλλά σου δημιούργησε νέες απορίες;

Έχεις και άλλα ερωτήματα που σε απασχολούν σε σχέση με το Σύνταγμα, τους Θεσμούς, τα δικαιώματα και τη λειτουργία της Δημοκρατίας;