Το ισχύον σύστημα αναθεώρησης του Συντάγματος προβλέπει τις πλέον ανελαστικές εγγυήσεις σε σύγκριση με όλα τα Συντάγματα των χωρών της ευρωπαϊκής ηπείρου, ως αντίβαρο έναντι του ελλείμματος θεσμικής εμπιστοσύνης και των ιδιοτυπιών της πολιτικής μας κουλτούρας.

Οι διαδικαστικές εγγυήσεις που τίθενται στο Σύνταγμα ως προς την αναθεώρησή του, αποσκοπούν στη διασφάλιση του αυστηρού χαρακτήρα και της υπεροχής του έναντι των κοινών νόμων, καθώς και στον αποκλεισμό της δυνατότητας της εκάστοτε κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας να τροποποιεί κατά βούληση το θεμελιώδες πλαίσιο οργάνωσης της πολιτείας. Αυτές οι εγγυήσεις θα μπορούσαν να κατοχυρωθούν με ποικίλες παραλλαγές, έτσι ώστε η διαδικασία να ολοκληρώνεται σε μία ή δύο Βουλές, με διεξαγωγή δημοψηφίσματος ή μεσολάβηση εκλογών, με αυξημένες πλειοψηφίες σε μία ή περισσότερες ψηφοφορίες.

Κριτική προσέγγιση της αναθεωρητικής διαδικασίας του Συντάγματος  

Το ισχύον σύστημα αναθεώρησης του Συντάγματος προβλέπει τις πλέον ανελαστικές εγγυήσεις σε σύγκριση με όλα τα Συντάγματα των χωρών της ευρωπαϊκής ηπείρου, ως αντίβαρο έναντι του ελλείμματος θεσμικής εμπιστοσύνης και των ιδιοτυπιών της πολιτικής μας κουλτούρας, λαμβανομένης υπόψη και της ιστορικής διαδρομής του ελληνικού συνταγματισμού. Τίθεται ωστόσο το ερώτημα, αν πράγματι η ισχύουσα ρύθμιση της αναθεωρητικής διαδικασίας συμβάλλει στην επίτευξη της αυξημένης συναίνεσης στην οποία αποσκοπεί ή τυποποιεί μια ελαττωματική συνταγματική μηχανική.

Η ατελέσφορη αναθεώρηση του 2008 και η αποτυχία όσων αναθεωρητικών πρωτοβουλιών εξαγγέλθηκαν έκτοτε δεν ήταν μόνο συνέπεια απρόσφορων πολιτικών συσχετισμών, αλλά και σειράς εγγενών σφαλμάτων της συνταγματικής μηχανικής της διαδικασίας αναθεώρησης (βλ. Ξ. Κοντιάδης, «Το ανορθολογικό μας Σύνταγμα», εκδ. Παπαζήσης, 2015).

Ειδικότερα, σύμφωνα με το Σύνταγμά μας, αν η πρόταση για αναθεώρηση του Συντάγματος στην πρώτη, προτείνουσα Βουλή λάβει την πλειοψηφία των 3/5 του συνόλου των βουλευτών, τότε η επόμενη Βουλή μπορεί να αποφασίσει σχετικά με τη διατύπωση των αναθεωρητέων διατάξεων με απόλυτη πλειοψηφία του συνόλου των βουλευτών.

Άρα, ο συντακτικός νομοθέτης εμφανίζεται να εξομοιώνει τις δύο Βουλές ως προς τη βαρύτητα του ρόλου τους στην αναθεωρητική διαδικασία, αφού θεωρεί εξίσου επαρκή όρο την επίτευξη της αυξημένης πλειοψηφίας των 3/5 των βουλευτών στην πρώτη Βουλή προκειμένου να διασφαλιστεί η απαιτούμενη συναίνεση ως προς το περιεχόμενο της αναθεώρησης. Έτσι όμως ανακύπτει ένα κρίσιμο ζήτημα θεσμικής ανασφάλειας στην πρώτη, προτείνουσα Βουλή, από το ενδεχόμενο να ψηφίσει με αυξημένη πλειοψηφία των 3/5 μια πρόταση αναθεώρησης τη στιγμή που είναι άγνωστη η σύνθεση της επόμενης Βουλής και οι κατευθύνσεις της δεν δεσμεύουν στην πράξη τη δεύτερη αναθεωρητική Βουλή.

Συνεπώς, στην πρώτη Βουλή αποδεικνύεται εξαιρετικά δυσχερές να επιτευχθούν αυξημένες πλειοψηφίες, όταν υπάρχει ενδεχόμενο να ανατραπούν πλήρως οι κατευθύνσεις των αναθεωρητικών της προτάσεων και τα επίμαχα άρθρα να αναδιατυπωθούν με εντελώς διαφορετικό τρόπο. Με βάση αυτό το σκεπτικό κρίνονται ως άστοχες οι επίμαχες συνταγματικές ρυθμίσεις, αφού οι αυξημένες πλειοψηφίες στην πρώτη Βουλή δεν διασφαλίζουν τον συναινετικό χαρακτήρα του αναθεωρητικού εγχειρήματος, ενώ παράλληλα μπορεί να οδηγήσουν σε πολιτικές και συνταγματικές εντάσεις.

Ξενοφών Κοντιάδης
Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου, Πρόεδρος του Ιδρύματος Θεμιστοκλή και Δημήτρη Τσάτσου

Share on facebook
Share on twitter
Share on email
Share on print
Share on facebook
Share on twitter
Share on email
Share on print

Σου άρεσε το άρθρο, αλλά σου δημιούργησε νέες απορίες;

Έχεις και άλλα ερωτήματα που σε απασχολούν σε σχέση με το Σύνταγμα, τους Θεσμούς, τα δικαιώματα και τη λειτουργία της Δημοκρατίας;

Σχετικά Άρθρα

Εισαγωγή στο θέμα «Σύνταγμα»

Το Σύνταγμα έχει ως αντικείμενό του είτε τη σύνταξη είτε (και) την έννομη οργάνωση ή επαναοργάνωση μιας κοινωνικής συμβίωσης. Περιέχει πάντοτε θεμελιώδεις, σε σχέση με τους άλλους πολιτειακούς κανόνες, αρχές, δηλαδή ρυθμίζει ζητήματα θεμελιακού χαρακτήρα για την πολιτεία. Έχει συνήθως αυξημένη, έναντι των άλλων πολιτειακών κανόνων νομιμοποίηση και συνακόλουθα και ιεραρχική τυπική ισχύ, κάτι που κατά κανόνα συνδυάστηκε με την εφαρμογή ειδικών διαδικασιών παραγωγής, τροποποίησης ή κατάργησής του.

Περισσότερα

Η περίοδος της Συνταγματικής Μοναρχίας (1844-1862)

Το Σύνταγμα του 1844 ήταν ένα συμβόλαιο ανάμεσα στο μονάρχη και το Έθνος («Σύνταγμα-συνάλλαγμα») και εγκαθίδρυσε εκ νέου το πολίτευμα της συνταγματικής μοναρχίας. Όπως όλα τα ελληνικά Συντάγματα και αυτό υιοθετούσε την αρχή της διάκρισης των εξουσιών και περιλάμβανε τον κατάλογο των βασικών θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών, ωστόσο αναγνώριζε στο μονάρχη εκτεταμένες αρμοδιότητες.

Περισσότερα

Τι είναι ο Συνταγματικός Πατριωτισμός;

Ο Συνταγματικός Πατριωτισμός, έννοια μη καθολικά αποδεκτή, χαρακτηρίζεται από τη μνήμη και τη μαχητικότητα ενάντια στους εχθρούς της Δημοκρατίας. Συνιστά μια μορφή πολιτικής δέσμευσης που προέρχεται από τη δέσμευση του υποκειμένου απέναντι στους κανόνες, στις αξίες και τις διαδικασίες που εμπεριέχουν τα φιλελεύθερα δημοκρατικά Συντάγματα. Όμως, πού συγκλίνουν και πού αποκλίνουν οι έννοιες Σύνταγμα και Πατριωτισμός;

Περισσότερα