Είναι μεγάλος ο αριθμός των 300 βουλευτών;

Σε μια περίοδο συνεχώς διογκούμενης αμφισβήτησης της κοινοβουλευτικής Δημοκρατίας και με δεδομένη την οικονομική ύφεση το τελευταίο διάστημα εξελίσσεται μια συζήτηση, σε διεθνές επίπεδο, για το εάν είναι αναγκαία και εφικτή η προσαρμογή του πολιτικού συστήματος στις νέες οικονομικές συνθήκες, χωρίς, ωστόσο, να αποδυναμώνεται η ίδια η αντιπροσωπευτική αρχή.

Τα τελευταία χρόνια έχει ανοίξει, σε διεθνές επίπεδο, ένας ζωηρός διάλογος σχετικά με το κόστος λειτουργίας του πολιτικού συστήματος και την ανάγκη ανάληψης πρωτοβουλιών για τον εξορθολογισμό του. Ιδίως στην περίοδο της οικονομικής κρίσης φαίνεται να κερδίζει έδαφος η άποψη εκείνη, η οποία ισχυρίζεται ότι στο πλαίσιο του περιορισμού των δημοσίων δαπανών δεν μπορεί από τη μία πλευρά να εντάσσονται οι μισθοί, οι συντάξεις, η υγεία και η παιδεία, ενώ από την άλλη να εξαιρούνται οι αντιπροσωπευτικοί θεσμοί. Με βάση αυτόν τον συλλογισμό, αλλά και με το πρόσθετο επιχείρημα ότι οι 300 βουλευτές είναι κατ’ αναλογία πολλοί σε σχέση με τον πληθυσμό της Ελλάδας, υποστηρίζεται πλέον από αρκετούς και στη χώρα μας η ανάγκη μείωσης του αριθμού τους.

Σύγκριση Ελλάδας με άλλες χώρες

Τι προκύπτει όμως, από τη μελέτη των συγκριτικών στοιχείων αναφορικά με τις εθνικές αντιπροσωπείες των έξι ευρωπαϊκών χωρών που έχουν τον ίδιο περίπου πληθυσμό με την Ελλάδα; Με δεδομένο ότι οι τρεις από αυτές (Αυστρία, Βέλγιο και Τσεχία) διαθέτουν δύο νομοθετικά σώματα, Βουλή των Αντιπροσώπων και Γερουσία, η σύγκριση είναι ορθότερο να εστιάσει σε εκείνα τα κράτη που ακολουθούν το σύστημα της μίας Βουλής, δηλαδή στην Πορτογαλία, στη Σουηδία και την Ουγγαρία.

Στην Πορτογαλία ο αριθμός των αντιπροσώπων του έθνους είναι 230, στη Σουηδία 349, ενώ η Ουγγαρία συνιστά μια ξεχωριστή περίπτωση που χρήζει ιδιαίτερης αναφοράς. Πιο συγκεκριμένα, ο υπερσυντηρητικός πρωθυπουργός Βίκτορ Όρμπαν, γνωστός για τη συστηματική προσπάθεια οικοδόμησης ενός καθεστώτος ανελεύθερης Δημοκρατίας, προχώρησε το 2012 σε μια ριζική τροποποίηση της εκλογικής νομοθεσίας. Οι δύο βασικές καινοτομίες του νέου ουγγρικού εκλογικού νόμου προβλέπουν αφενός την ισχυρή πριμοδότηση του πρώτου κόμματος και αφετέρου τη δραματική μείωση των μελών του Κοινοβουλίου από 386 σε 199.

Από την παραπάνω συγκριτική επισκόπηση προκύπτουν τα εξής ερωτήματα για το ελληνικό πολιτικό σύστημα:

α) Θα ακολουθήσει το πρότυπο κρατών που επιλέγουν να διατηρήσουν έναν σχετικά μεγάλο αριθμό βουλευτών, όπως η Σουηδία, ή θα προσχωρήσει στην τάση συρρίκνωσης της εθνικής αντιπροσωπείας, όπως συνέβη στην Ουγγαρία και το Βέλγιο;

β) Πώς θα επηρεάσει τη λειτουργία του αντιπροσωπευτικού συστήματος μια ενδεχόμενη μείωση του αριθμού των 300 βουλευτών;

γ) Το επίδικο μιας τέτοιου είδους μεταρρύθμισης αφορά μόνο στην εξοικονόμηση πόρων ή έχει και μια ευρύτερη συμβολική σημασία;  

Το πιο κρίσιμο από τα παραπάνω ερωτήματα είναι αναμφίβολα το τελευταίο. Σε μια συγκυρία, κατά την οποία η κρίση εκπροσώπησης έχει ενισχύσει σημαντικά την επιρροή του αντικοινοβουλευτικού λόγου στην κοινωνία, η πρόταση για τη μείωση του αριθμού των βουλευτών δεν άπτεται εξ αντικειμένου μόνο του πεδίου της οικονομίας, αλλά επιδρά εξίσου και σε αυτό της ιδεολογίας.

Είναι, άλλωστε, σαφές ότι εκτός από τη ρητή αναφορά στην ανάγκη εξοικονόμησης δημόσιων πόρων, η διατύπωση της συγκεκριμένης πρότασης αφήνει υπόρρητα να εννοηθεί ότι ένα τμήμα της εθνικής αντιπροσωπείας δεν έχει ιδιαίτερη χρησιμότητα για τη λειτουργία του πολιτεύματος. Πόσο μακριά, όμως, βρίσκεται στη συνείδηση ενός υπολογίσιμου τμήματος της κοινωνίας η παραπάνω τεχνοκρατική άποψη από εκείνες τις ακραίες φωνές που απαξιώνουν συλλήβδην το πολιτικό προσωπικό και, σε τελευταία ανάλυση, αποδίδουν στην ίδια τη λειτουργία των αντιπροσωπευτικών θεσμών τη βασική αιτία της οικονομικής κρίσης;

Επιπτώσεις από την ενδεχόμενη μείωση στον αριθμό των βουλευτών

Η περίπτωση της Ουγγαρίας αποτελεί μάλλον την πιο εύγλωττη απόδειξη της συνάρθρωσης ενός σχεδίου οικονομικής εξυγίανσης με την προώθηση μιας σαφώς αντιδραστικής πολιτικής ατζέντας. Αυτό ακριβώς το παράδειγμα μας προειδοποιεί ότι, σε μια περίοδο συνεχώς διογκούμενης αμφισβήτησης της κοινοβουλευτικής Δημοκρατίας, το πολιτικό σύστημα οφείλει μεν να προσαρμόζεται στις νέες οικονομικές συνθήκες, χωρίς όμως να αποδυναμώνει την ίδια την αντιπροσωπευτική αρχή. Μια ενδεχόμενη μείωση του αριθμού των βουλευτών, εξάλλου, θα οδηγούσε μοιραία είτε στη διαμόρφωση μεγαλύτερων εκλογικών περιφερειών είτε στον περιορισμό των εδρών που αντιστοιχούν στις υφιστάμενες περιφέρειες. Αναπόδραστη συνέπεια μιας τέτοιας μεταρρύθμισης θα αποτελούσε η σοβαρή εξασθένιση της τοπικής εκπροσώπησης.

Παρ’ ότι, λοιπόν, το Σύνταγμα επιτρέπει στον κοινό νομοθέτη να μειώσει τον αριθμό των βουλευτών ακόμη και στους 200, η ενδεχόμενη ανάληψη μιας τέτοιας πρωτοβουλίας θα συνιστούσε σημαντική υποχώρηση για το πολιτικό σύστημα σε ένα ζήτημα αρχής. Ο αριθμός των 300 αντιπροσώπων έχει καθιερωθεί στην Ελλάδα ήδη από το 1952 – όταν ο πληθυσμός της χώρας ήταν μόλις 7,6 εκατομμύρια – και επομένως, έχει διαμορφώσει όχι απλώς μια ισχυρή κοινοβουλευτική παράδοση, αλλά και ένα δημοκρατικό κεκτημένο, ιδίως για τις μικρότερες εκλογικές περιφέρειες.

Εάν θα έπρεπε οπωσδήποτε να αναζητηθούν κάποια εναλλακτικά μέσα περιορισμού του κόστους λειτουργίας του πολιτικού συστήματος, αυτά θα μπορούσαν να αφορούν τη λελογισμένη μείωση του ύψους των απολαβών του κάθε βουλευτή. Ο επιθετικός προσδιορισμός «λελογισμένη» δεν αποβλέπει ασφαλώς στη διαφύλαξη κάποιων προνομίων των αντιπροσώπων του έθνους, αλλά, αντιθέτως, εγγυάται με διττό τρόπο τη δημοκρατική και διαφανή λειτουργία του Κοινοβουλίου. Ειδικότερα, μια σχετικά υψηλή αποζημίωση αφενός καθιστά λιγότερο ευάλωτους τους βουλευτές σε κάθε λογής πιέσεις και αφετέρου ανοίγει τις πόρτες της εθνικής αντιπροσωπείας όχι μόνο στους εισοδηματικά ισχυρούς, αλλά και στον κάθε πολίτη που θα επιλέξει να αναλάβει το ρίσκο της προσωρινής αναστολής του επαγγέλματός του.              

Συμπερασματικά, οποιαδήποτε αλλαγή στον τρόπο λειτουργίας της Βουλής θα ήταν σκόπιμο να εφαρμοσθεί υπό την προϋπόθεση ότι, πρώτον, δεν θα εξασθενίζει την αντιπροσωπευτική αρχή και δεύτερον, δεν θα υπονομεύει τη δυνατότητα των βουλευτών να καταθέτουν τη γνώμη και την ψήφο τους με μοναδικό γνώμονα τη συνείδησή τους.

Αλέξανδρος Κεσσόπουλος
Επίκουρος Καθηγητής Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης Πανεπιστημίου Κρήτης

Share on facebook
Share on twitter
Share on email
Share on print
Share on facebook
Share on twitter
Share on email
Share on print

Σου άρεσε το άρθρο, αλλά σου δημιούργησε νέες απορίες;

Έχεις και άλλα ερωτήματα που σε απασχολούν σε σχέση με το Σύνταγμα, τους Θεσμούς, τα δικαιώματα και τη λειτουργία της Δημοκρατίας;

Σχετικά Άρθρα

Τι σημαίνει κήρυξη της χώρας σε κατάσταση πολιορκίας;

Ο θεσμός της κατάστασης πολιορκίας σε μέρος ή στο σύνολο της επικράτειας μπορεί να εφαρμοστεί τόσο σε περίπτωση εσωτερικής απειλής όσο και σε περίπτωση πολέμου και εξωτερικής απειλής της χώρας. Ο εκτελεστικός του Συντάγματος νόμος (566/1977) τίθεται σε εφαρμογή εφόσον υπάρξει απόφαση της Βουλής, που λαμβάνεται μετά από πρόταση της Κυβέρνησης και με την αυξημένη πλειοψηφία των 180 βουλευτών.

Περισσότερα

Πρέπει να υπερασπιζόμαστε ένα κακό Σύνταγμα;

Ακόμα και ένα λιγότερο καλό (κατά την αντίληψή του καθενός από εμάς) Σύνταγμα οφείλουμε να το σεβόμαστε και να μην το παραβιάζουμε. Είναι το κοινωνικό μας συμβόλαιο και η εγγύηση ύπαρξης μιας στοιχειώδους κοινωνικής ειρήνης και πολιτισμένης συμβίωσης μεταξύ μας.

Περισσότερα