Αφιέρωμα // Ο θεσμός της ποινικής ευθύνης των Υπουργών (Μέρος III)

Ο θεσμός της ποινικής ευθύνης των Υπουργών όπως διαμορφώθηκε από το Σύνταγμα του 1975 και το ν.δ.802/1971 υπήρξε καθόλα προβληματικός.

Το άρθρο 86 Σ του 1975 και το Ν.Δ. 802/1971

Το ν.δ. 802/1971 θεσπίστηκε από το καθεστώς της 21ης Απριλίου στο πλαίσιο του «εκδημοκρατισμού» και της «φιλελευθεροποίησής» του.[1]Μετά την αποκατάσταση της δημοκρατίας και τη θέσπιση του Συντάγματος του 1975, το ν.δ. 802/1971 διατηρήθηκε σε ισχύ με ρητή συνταγματική πρόβλεψη (άρ.115 παρ.1[2] Σ 1975), παρά τη νέα διάταξη του άρ.86 Σ 1975[3], που προέβλεπε την έκδοση σχετικού νόμου.

Οι ουσιαστικές προϋποθέσεις που ρύθμιζαν την ποινική ευθύνη των Υπουργών και οι δικονομικές προϋποθέσεις που προέβλεπαν τα σχετικά με τη δίωξή των, τυποποιούνταν και στο άρ.86 Σ 1975 και στο ν.δ.82/1971 αλλά και στο Κανονισμό της Βουλής (ΚτΒ). Ιδίως δε όταν αλληλεπικαλύπτονταν ή συγκρούονταν διατάξεις του ν.δ.82/1971 και του ΚτΒ, ανέκυπτε το ζήτημα ποίο εκ των δύο υπερέχει, και άρα ποίο εκ των δύο κρίνεται εφαρμοστέο.[4]

Το Σύνταγμα του 1975 στο προϊσχύον άρ.86 Σ, όριζε τα εξής: Δικαίωμα κατηγορίας κατά των Υπουργών διατηρούσε αποκλειστικά η Βουλή[5], η οποία μπορούσε να αποφασίσει την αναστολή της ποινικής δίωξη[6] ή να συστήσει ειδική επιτροπή από βουλευτές και ανώτατους δικαστικούς για τον έλεγχο της κατηγορίας, αν δεν περατωνόταν η διαδικασία κατά Υπουργού ή Υφυπουργού[7], ενώ παραχωρούσε την άδεια της για την άσκηση δίωξης – ανάκρισης – προανάκρισης από τις κοινές διωκτικές αρχές.[8]Προβλεπόταν επίσης η ύπαρξη ειδικού δικαστηρίου στο οποίο προήδρευε ο πρόεδρος του ΑΠ, ο οποίος πλαισιωνόταν από δώδεκα δικαστές που έφεραν την ιδιότητα του Αεροπαγίτη ή του Προέδρου Εφετών.[9]Τέλος αν κατά τη διενέργεια διοικητικής εξέτασης προέκυπταν στοιχεία που μπορούσαν να θεμελιώσουν ευθύνη μέλους της Κυβέρνησης ή Υφυπουργού (από αυτά που ορίζονταν στον οικείο νόμο), διαβιβάζονταν στη Βουλή δια του εισαγγελέως.[10],[11]

Το ν.δ.802/1971 περιείχε τόσο ουσιαστικές, όσο και δικονομικές ρυθμίσεις. Συγκεκριμένα τα άρθρα 1 ως 5 του νόμου τυποποιούσαν τις αξιόποινες πράξεις, οι οποίες συνιστούσαν και τα αντίστοιχα ποινικά αδικήματα για τα οποία διώκονταν μέλη της Κυβέρνησης ή Υφυπουργός κατά την άσκηση των καθηκόντων τους.[12]Οι πράξεις αυτές ήταν: Η παραβίαση του Συντάγματος και των νόμων[13], η εκ προθέσεως βλάβη των συμφερόντων του κράτους[14], η παράνομη προσυπογραφή[15], οι ανακοινώσεις κατά παραβίαση της υποχρεώσεως απορρήτου[16]και τέλος η παράβαση ποινικών νόμων κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους.[17]

Κριτική και Θεωρητικές Συγκρούσεις

Η ασκηθείσα κριτική ως προς τη συνταγματικότητα των διατάξεων αυτών, αφορούσε κυρίως τα άρθρα 1 και 2 του ν.δ.802/1971 τα οποία χαρακτηρίστηκαν ως γενικές και αόριστες ρυθμίσεις μη συνάδουσες με το άρ.7 Σ, το οποίο προϋποθέτει πλήρη και συγκεκριμένη περιγραφή της ποινικά κολάσιμης πράξης.[18]Θεωρήθηκαν δηλαδή οι διατάξεις αυτές ως «λευκοί ποινικοί νόμοι» (Blanketstrafgesetz), οι οποίοι παρέπεμπαν στο σύνολο της έννομης πράξης.[19] Η αντισυνταγματικότητα των ως άνω άρθρων συμπαρέσυρε και το άρθρο 3 του ν.δ.802/1971 αφού η προσυπογραφή αφορούσε πράξη που αναφερόταν στα παραπάνω άρθρα.[20]

Θεωρητικές συγκρούσεις προκάλεσε, επίσης, και το εννοιολογικό περιεχόμενο του άρθρου 7 του ν.δ.802/1971[21] όπου όριζε τα σχετικά με τη παραγραφή των σχετικών εγκλημάτων των άρθρων 1 – 5. Συγκεκριμένα, η ανακύψασα θεωρητική διαφωνία αφορούσε τη φύση και το περιεχόμενο του όρου «παραγραφή» και αν αυτή επρόκειτο για παραγραφή με την έννοια του ουσιαστικού ποινικού δικαίου ή αν ήταν παραγραφή υπό την έννοια της αποσβεστικής προθεσμίας.[22]Υποστηρίχθηκαν από σημαντική μερίδα της θεωρίας και οι δύο απόψεις[23], ωστόσο, υπερίσχυσε η άποψη που έκανε λόγο για παραγραφή κατά την κυριολεκτική έννοια του όρου.[24]

Θεωρητικές τριβές προκάλεσε, επίσης, η δυνατότητα ή μη αναστολής της παραγραφής, καθώς και το αφετηριακό σημείο από το οποίο θα εκκινούσε η αναστολή της παραγραφής εφόσον ήταν δυνατή. Ως προς την αναστολή της παραγραφής κατά την κρατούσα άποψη στη θεωρία[25] ήταν δυνατή η αναστολή κατά ευθεία εφαρμογή των διατάξεων του ΠΚ, στο γενικό μέρος του οποίου παρέπεμπε το άρθρο 8 του ν.δ.802/1971.[26]Εκτός αυτού, η άποψη αυτή στηρίχθηκε και στον δικαιολογητικό σκοπό της ρύθμισης που ήταν σύντομη περάτωση των υποθέσεων που αφορούσαν τα πρόσωπα των μελών της Κυβέρνησης ή τους Υφυπουργούς.[27]

Η μη αναστολή της παραγραφής, από την άλλη, στηρίχθηκε στο ερμηνευτικό επιχείρημα ότι η παραγραφή και η αναστολή είναι ακατάλυτες, έτσι ώστε να θεωρούνται ενιαίες, μιας και ο χρόνος παραγραφής δεν είναι ο συνήθης ημερολογιακός, αλλά είναι χρόνος θεσμικός, πολιτικός που υπολογίζεται σε βουλευτικές περιόδους και συνόδους.[28]

Όπως αναφέρθηκε, οι ρυθμίσεις που αφορούσαν τη διαδικασία δίωξης των Υπουργών ερείδονταν και στον ΚτΒ (όπως είχε διαμορφωθεί από 22.6.1987) και συγκεκριμένα στα άρθρα 153 – 158.[29]Η κατανομή των αρμοδιοτήτων, κατά το Σύνταγμα, ανάμεσα στη Βουλή και τον κοινό νομοθέτη, δημιουργούσε σύγκρουση αρμοδιοτήτων, μιας και οι διατάξεις τους είτε αλληλεπικαλύπτονταν είτε ήταν αντίθετες μεταξύ τους.[30]Στις αναφυόμενες αυτές περιπτώσεις, ετίθεντο το ζήτημα υπέρ ποίας ρύθμισης θα αίρονταν η σύγκρουση. Οι εκπεφρασθείσες, όμως, επιφυλάξεις και διαφωνίες δεν διατυπώθηκαν επί του γενικότερου αυτού ερμηνευτικού προβληματισμού, αλλά τέθηκαν επ’ αφορμής του ζητήματος της τύχης των συμμετόχων.[31]

Συγκεκριμένα, ενώ ο ΚτΒ[32]προέβλεπε ότι η Βουλή δεν υποχρεούται, αλλά δικαιούται να εντάξει τους συμμετόχους στην ειδική διαδικασία του άρθρου 86 Συντάγματος 1975, το ν.δ.802/1971[33]αντιθέτως προέβλεπε την συμπαραπομπή των.[34]Και στην περίπτωση αυτή, οι υποστηρισθείσες απόψεις υπήρξαν διιστάμενες.

Η πρώτη άποψη επικαλούντο το άρθρο 65 παρ. 1 Σ, το οποίο θεμελιώνει την ελεύθερη και δημοκρατική λειτουργία της Βουλής (αυτονομία), έτσι ώστε βάσει του διαχωρισμού των σταδίων σε κοινοβουλευτικό και δικαστηριακό, κάθε ζήτημα που ανάγεται στη συμμετοχή της Βουλής στη διαδικασία, να αποτελεί πρόκριμα για την εφαρμογή του ΚτΒ.[35]Ωστόσο, η άποψη αυτή επικρίθηκε κατά το ότι η ιδιαίτερη φύση του ΚτΒ και ο εξαιρετικός χαρακτήρας της διάταξης του άρθρου 65 παρ. 1 ΚτΒ, απαιτούσαν μια στενή ερμηνεία, με αποτέλεσμα η αμφιβολία ως προς την αρμοδιότητα να λύεται υπέρ του νόμου[36], [37].

Τέλος, επί της δικαστηριακής διαδικασίας προβλέπονταν δύο στάδια· αυτά της προδικασίας και της επ’ ακροατηρίου διαδικασίας, τα οποία ρυθμίζονταν από κοινού από το ν.δ.802/1971 (άρθρα 24 – 30, 37 – 40) και τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (άρθρα 329 επ.), εφόσον οι ρυθμίσεις του δεν αντίκειντο στο νόμο ή δεν είχαν τροποποιηθεί από αυτόν.[38]

Η μεταρρύθμιση του Θεσμού

Η αποκομισθείσα εμπειρία από την εφαρμογή του θεσμού την περίοδο 1989 – 1994, που χαρακτηρίστηκε από τη διαπλοκή δικαίου και πολιτικής και την ένταση στις σχέσεις πολιτικών και δικαιοσύνης, αποτέλεσε τη θρυαλλίδα για την μεταρρύθμιση του θεσμού πρώτα σε επίπεδο του κοινού νόμου  με την έκδοση του εκτελεστικού ν.2509/1997 και έπειτα σε συνταγματικό επίπεδο με την αναθεώρηση του Συντάγματος το 2001. Σπέρματα της βούλησης του μετέπειτα συνταγματικού νομοθέτη[39], παρατηρούμε στις ρυθμίσεις του ν.2509/1997, οι οποίες υπήρξαν ο προπομπός του αναθεωρητικού διαβήματος. 

Συγκεκριμένα ο ν.2509/1997 που αντικατέστησε το ν.δ.802/1971, σε πρώτο επίπεδο επέλυσε το ζήτημα των ιδιώνυμων υπουργικών αδικημάτων, παραπέμποντας στις διατάξεις του ουσιαστικού ποινικού δικαίου.[40] Συνεκδοχικά, επιλύονταν έτσι και το ζήτημα της παραγραφής και της αναστολής της παραγραφής, εφόσον είχαμε ευθεία εφαρμογή των αντίστοιχων διατάξεων του Ποινικού Κώδικα. Ίσως η σπουδαιότερη ρύθμιση της νομοθετικής μεταρρύθμισης ήταν ότι οι συμμέτοχοι κατηγορούνταν και δικάζονταν από κοινού με τα καταγγελθέντα μέλη της Κυβέρνησης ή τους Υφυπουργούς, χωρίς να καταλείπει στη Βουλή διακριτική ευχέρεια για το αν πρέπει ή όχι να τους συμπαραπέμψει.[41]

Συμπεράσματα

Συμπερασματικά και κρίνοντας με την ασφάλεια της χρονικής απόστασης, ο θεσμός της ποινικής ευθύνης των Υπουργών όπως διαμορφώθηκε από το Σύνταγμα του 1975 και το ν.δ.802/1971 υπήρξε καθόλα προβληματικός.

Η αποσπασματικότητα των ρυθμιστικών εξουσιών, ανάμεσα στον ΚτΒ και τον κοινό νόμο, όπως αναφέρθηκε δημιουργούσε ζητήματα αντινομικών προβλέψεων, ένεκα της κανονιστικής ανομοιομορφίας των. Η εμπλοκή δε των βουλευτών στην σύνθεση του Ειδικού Δικαστηρίου με την ιδιότητα των κατηγόρων, αποτελούσε αδικαιολόγητο συμφυρμό πολιτικών και νομικών στοιχείων, που οδήγησε αναπόφευκτα, στην αμφίβολη συνταγματικά, ενοποίηση της πολιτικής και της ποινικής ευθύνης των κατηγορουμένων.[42]

Βέβαια πολλά από τα κατάλοιπα του προϊσχύοντος καθεστώτος διατηρήθηκαν και στην νέα διάταξη του άρθρο 86 Σ 2001. Στοχοθεσία, λοιπόν, της επόμενης ενότητας, δεν είναι η λεπτομερής ανάλυση της ισχύουσας συνταγματικής διάταξης – η οποία εξαντλητικώς παρουσιάζεται από το σύνολο της θεωρίας [43]– αλλά η ανάδειξη όλων των μειζόνων προβλημάτων που νομοτελειακά οδήγησαν εν μέρει σε συνταγματική μεταβολή του θεσμού και στο μέλλον ενδέχεται να προκαλέσουν και την ολοσχερή κατάργησή του ή την ολική τροποποίησή του.


Υποσημειώσεις

[1] Τσάτσος Θ. Δημήτρης, ό.π., σελ.315 επ.

[2]115 παρ. 1 Σ «Ώσπoυ να εκδoθεί o νόμoς πoυ πρoβλέπεται από τo άρθρo 86 παράγραφoς 1, εφαρμόζoνται oι κείμενες διατάξεις για τη δίωξη, ανάκριση και εκδίκαση των κατά τα άρθρα 49 παράγραφoς 1 και 85 πράξεων και παραλείψεων».

[3] Τσάτσος Θ. Δημήτρης, ό.π., σελ.315 επ.

[4] Μαυριάς Γ. Κώστας, ό.π., σελ.592 επ., Τσάτσος Θ. Δημήτρης, ό.π., σελ.316 επ.

[5] Άρθρο 86 παρ. 1 Σ 1975.

[6] Άρθρο 86 παρ. 2 εδ. γ’ Σ 1975.

[7] Άρθρο 86 παρ. 3 Σ 1975.

[8] Άρθρο 86 παρ.2 εδ. α’ Σ 1975.

[9] Άρθρο 86 παρ.1 Σ 1975.

[10] Άρθρο 86 παρ.2 εδ. β’ Σ 1975.

[11] Μαυριάς Γ. Κώστας, ό.π., σελ.593.

[12] Μαυριάς Γ. Κώστας, ό.π., σελ.593.

[13] Άρθρο 1 του ν.δ.802/1971.

[14] Άρθρο 2 του ν.δ.802/1971.

[15] Άρθρο 3 του ν.δ.802/1971.

[16] Άρθρο 4 του ν.δ.802/1971.

[17] Άρθρο 5 του ν.δ.802/1971.

[18] Μανωλεδάκης Ιωάννης, Προβλήματα από τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του νόμου περί ευθύνης των Υπουργών, Βιβλιοθήκη «Υπεράσπισης», εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα – Κομοτηνή, 1993, σελ.129 επ., την αντίθετη άποψη υποστήριξαν οι Μάνεσης Αριστόβουλος – Τσάτσος Θ. Δημήτρης σε συνέντευξη τους στην εφημερίδα «Ελευθεροτυπία» στις 30.3.1989.

[19] Μαυριάς Γ. Κώστας, ό.π., σελ.594.

[20] Χαραλαμπάκης Ι. Αριστοτέλης, Η ποινική ευθύνη των Υπουργών, ΠοινΧρ, ΝΘ/2009, σελ.769 – 778 και κυρίως σελ.770 όπου παρατίθεται η συγκεκριμένη άποψη.

[21] Μαυριάς Γ. Κώστας, ό.π., σελ.594 όπου παραθέτει τη σχετική διάταξη και αναπτύσσει το σχετικό προβληματισμό.

[22] Μαυριάς Γ. Κώστας, ό.π., σελ.595.

[23] Υπέρ της ερμηνευτικής εκδοχής της αποσβεστικής προθεσμίας τάχθηκαν οι: Βολουδάκης Ευάγγελος, Αποκλειστική προθεσμία δίωξης ή χρόνος παραγραφής των υπουργικών εγκλημάτων;, στην εφημερίδα «Ελευθεροτυπία», 18.9.1989, Μπέσιλα – Βήκα Ευριδίκη, Η ευθύνη των Υπουργών, στην εφημερίδα «Ελευθεροτυπία», 28.4.1989, ενώ υπέρ της ερμηνευτικής εκδοχής της παραγραφής ως παραγραφής κατά την έννοια του ουσιαστικού ποινικού δικαίου τάχθηκαν οι Ανδρουλάκης Νίκος, Γύρω από την ποινική ευθύνη των Υπουργών, εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα – Κομοτηνή, 1989, σελ.46 επ. , Μανωλεδάκης Ιωάννης, Αμετάκλητη απόφαση, στην εφημερίδα «ΤΑ ΝΕΑ»,11.7.1989.

[24] Βενιζέλος Ευάγγελος, Η ποινική ευθύνη των υπουργών στο πεδίο αντιπαράθεσης ανάμεσα στα αρχαϊκά και στα εξελιγμένα χαρακτηριστικά ενός κοινοβουλευτικού συστήματος, ό.π., σελ.41.

[25] Την άποψη αυτή υποστήριξαν: Ανδρουλάκης Νίκος, ό.π., σελ.46 επ., Μαγκάκης Αλέξανδρος – Γεώργιος, Η παραγραφή των σκανδάλων. Ένα έγκλημα απαράγραπτο, στην εφημερίδα «ΤΟ ΒΗΜΑ», 25.6.1989, Σπινέλλης Διονύσιος, Ερμηνευτικά προβλήματα του νόμου περί ευθύνης Υπουργών, στην εφημερίδα «ΤΟ ΒΗΜΑ», 30.7.1989, ενώ την αντίθετη άποψη υποστήριξε ο Μανωλεδάκης Ιωάννης, Αμετάκλητη απόφαση, στην εφημερίδα «ΤΑ ΝΕΑ», 11.7.1989.

[26] Μαυριάς Γ. Κώστας, ό.π., σελ.595.

[27] Μαυριάς Γ. Κώστας, ό.π., σελ.597.

[28] Μανωλεδάκης Ιωάννης, ό.π. και Μαυριάς Γ. Κώστας, ό.π., σελ.595 – 596.

[29] Μαυριάς Γ. Κώστας, ό.π., σελ.599.

[30] Μαυριάς Γ. Κώστας, ό.π., σελ.599, Τσάτσος Θ. Δημήτρης, ό.π., σελ.316 επ.

[31]Βενιζέλος Ευάγγελος, Η ποινική ευθύνη των υπουργών στο πεδίο αντιπαράθεσης ανάμεσα στα αρχαϊκά και στα εξελιγμένα χαρακτηριστικά ενός κοινοβουλευτικού συστήματος, ό.π., σελ.37.

[32] Άρθρο 153 παρ. 1 εδ’ β ΚτΒ

[33] Άρθρο 9 ν.δ.802/1971

[34] Μαυριάς Γ. Κώστας, ό.π., σελ.599, Τσάτσος Θ. Δημήτρης, ό.π., σελ.316 επ.

[35] Σπυρόπουλος Φίλιππος, Οι διατάξεις περί ευθύνης Υπουργών, στην εφημερίδα «Καθημερίνη», 1.4.1989, Τσάτσος Θ. Δημήτρης, ό.π., σελ.316 επ., Βολουδάκης Ευάγγελος, Αποκλειστική προθεσμία δίωξης ή χρόνος παραγραφής των αδικημάτων; στην εφημερίδα «Ελευθεροτυπία», 30.3.1989, Μπενάκη – Ψαρούδα Άννα, Περί της «τύχης» των συνεργών, στην εφημερίδα «Καθημερινή», 6-7.1.1990.

[36] Αθανάσιος Ράϊκος, Γνωμοδότηση προς τον Πρόεδρο της Βουλής, δημοσιευμένη στην εφημερίδα «ΤΟ ΒΗΜΑ», 6.8.1989, Ανδρουλάκης Νίκος, Γύρω από την ποινική ευθύνη των Υπουργών, ό.π., σελ.62 επ.

[37] Μαυριάς Γ. Κώστας, ό.π., σελ.602.

[38] Μαυριάς Γ. Κώστας, ό.π., σελ.603, Τσάτσος Θ. Δημήτρης, ό.π., σελ.322 επ.

[39] Βενιζέλος Ευάγγελος, Σχεδίασμα για την αναθεώρηση του άρθρου 86 Σ 1975/1986 και τη ρύθμιση της ποινικής ευθύνης των Υπουργών, βιβλιοθήκη «Υπεράσπισης», εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλας, Αθήνα – Κομοτηνή, 1993, σελ.47 επ.

[40] Μαυριάς Γ. Κώστας, ό.π., σελ.604.

[41] Μαυριάς Γ. Κώστας, ό.π., σελ.604.

[42] Ανδρέας Ν. Λοβέρδος, ό.π., σελ.109 επ.

[43] Βενιζέλος Ευάγγελος, Μαθήματα Συνταγματικού Δικαίου, ό.π., σελ.399 επ., Χρυσόγονος Χ. Κώστας, Συνταγματικό Δίκαιο, ό.π., σελ.544 επ., Μαυριάς Γ. Κώστας, ό.π. σελ.583 επ, Δημητρόπουλος Γ. Ανδρέας, ό.π., σελ.1160 επ.

Κωνσταντίνος Μουρτοπάλλας
Τεταρτοετής φοιτητής του τμήματος Νομικής του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης
Μέλος του εργαστηρίου του Συνταγματικού Δικαίου του Τομέα Δημοσίου Δικαίου και Πολιτικής Επιστήμης

Σχετικά Θέματα:

Αφιέρωμα // Ο θεσμός της ποινικής ευθύνης των Υπουργών (Μέρος II),
Κωνσταντίνος Μουρτοπάλλας

Αφιέρωμα // Ο θεσμός της Ποινικής Ευθύνης των Υπουργών: Ιστορική Επισκόπηση,
Κωνσταντίνος Μουρτοπάλλας

Τι ευθύνη έχουν οι Υπουργοί και πώς διώκονται;
Κουτνατζής Γ. Στυλιανός – Ιωάννης

Share on facebook
Share on twitter
Share on email
Share on print
Share on facebook
Share on twitter
Share on email
Share on print

Σου άρεσε το άρθρο, αλλά σου δημιούργησε νέες απορίες;

Έχεις και άλλα ερωτήματα που σε απασχολούν σε σχέση με το Σύνταγμα, τους Θεσμούς, τα δικαιώματα και τη λειτουργία της Δημοκρατίας;

Σχετικά Άρθρα

Πρέπει να υπερασπιζόμαστε ένα κακό Σύνταγμα;

Ακόμα και ένα λιγότερο καλό (κατά την αντίληψή του καθενός από εμάς) Σύνταγμα οφείλουμε να το σεβόμαστε και να μην το παραβιάζουμε. Είναι το κοινωνικό μας συμβόλαιο και η εγγύηση ύπαρξης μιας στοιχειώδους κοινωνικής ειρήνης και πολιτισμένης συμβίωσης μεταξύ μας.

Περισσότερα

Εισαγωγή στο θέμα «Σύνταγμα»

Το Σύνταγμα έχει ως αντικείμενό του είτε τη σύνταξη είτε (και) την έννομη οργάνωση ή επαναοργάνωση μιας κοινωνικής συμβίωσης. Περιέχει πάντοτε θεμελιώδεις, σε σχέση με τους άλλους πολιτειακούς κανόνες, αρχές, δηλαδή ρυθμίζει ζητήματα θεμελιακού χαρακτήρα για την πολιτεία. Έχει συνήθως αυξημένη, έναντι των άλλων πολιτειακών κανόνων νομιμοποίηση και συνακόλουθα και ιεραρχική τυπική ισχύ, κάτι που κατά κανόνα συνδυάστηκε με την εφαρμογή ειδικών διαδικασιών παραγωγής, τροποποίησης ή κατάργησής του.

Περισσότερα

Μπορεί το κράτος να απαλλοτριώσει την ιδιοκτησία μου;

Απαλλοτρίωση είναι η πράξη ενός οργάνου του κράτους ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την οποία αποφασίζει ότι ένα ακίνητο κάποιου προσώπου είναι απαραίτητο να το πάρει αναγκαστικά το κράτος ή ο δήμος, για να υλοποιήσει ένα σκοπό δημόσιας ωφέλειας που προβλέπεται στο νόμο. Η πράξη αυτή έχει ισχύ υπό προϋποθέσεις, καθώς υπάρχουν άρθρα του Συντάγματος που προστατεύουν τα ατομικά μας δικαιώματα.

Περισσότερα