Οι εξουσίες σε μια δημοκρατία ασκούνται εν ονόματι του λαού. Η έννοια του λαού συνδέεται άμεσα με την έννοια της κυριαρχίας, τη δυνατότητα του κράτους να αυτοκυβερνάται και να υπάρχει ως ξεχωριστή οντότητα διεθνούς δικαίου. Η απονομή της ιδιότητας του πολίτη είναι ένα από τα κύρια συστατικά της κυριαρχίας. Η έννοια του έθνους από την άλλη αναφέρεται σε σύνολο ανθρώπων με κοινή ιστορική, γλωσσική, θρησκευτική ή πολιτιστική καταγωγή που μπορεί να είναι υπήκοοι διαφορετικών κρατών.

Κύριο χαρακτηριστικό γνώρισμα μιας δημοκρατικής πολιτείας αποτελεί η αρχή της λαϊκής κυριαρχίας, δηλαδή της καθιέρωσης με συνταγματικές διατάξεις της θελήσεως του λαού, ως υπέρτατης θέλησης εντός του κράτους. Η κρατική εξουσία πρέπει να ανάγεται πάντα στο λαό και συνεπώς το Σύνταγμα και οι νόμοι πρέπει να πηγάζει από αυτόν. Ο κυρίαρχος λαός επιλέγει τους αντιπροσώπους του με δημοκρατικό τρόπο μέσω εκλογών.

Οι εξουσίες, επομένως, σε μια δημοκρατία ασκούνται εν ονόματι του λαού. Το κράτος θεωρείται ότι δημιουργείται από την πολιτική κοινότητα που χαρακτηρίζεται ως λαός και ενεργεί στο όνομά του. Ο λαός περιλαμβάνει πρόσωπα που ανήκουν στην πολιτική κοινότητα του κράτους και έχουν την ιθαγένειά του, δηλαδή έχουν αποκτήσει πλήρη δικαιώματα αναγνώρισης ως υπήκοοι, ως πολίτες, του συγκεκριμένου κράτους. Μέσα από την ιδιότητα του πολίτη συγκροτείται ο λαός μιας πολιτείας, με την έννοια των προσώπων που έχουν πλήρη δικαιώματα άσκησης πολιτικών δικαιωμάτων. Για σκοπούς εκλογών πολιτειακών αξιωματούχων, ο λαός είναι δυνατόν, σε μια στενότερη έννοια του όρου, να ταυτίζεται με το εκλογικό σώμα.

Η έννοια του έθνους από την άλλη αναφέρεται σε χαρακτηριστικά που δεν είναι απαραίτητα νομικά. Ως έθνος θεωρείται συχνά σύνολο ανθρώπων με κοινή ιστορική, γλωσσική, θρησκευτική ή πολιτιστική καταγωγή. Με την έννοια αυτή πρόσωπα που θεωρούνται ότι ανήκουν στο ίδιο έθνος δεν είναι αναγκαίο να έχουν την ίδια υπηκοότητα, αλλά μπορούν αντίθετα να είναι υπήκοοι διαφορετικών κρατών. Για παράδειγμα, οι υπήκοοι της Ελλάδας, οι Έλληνες της Κύπρου ή οι Έλληνες της Αλβανίας (αναφερόμενοι ως Βορειοηπειρώτες) θεωρούνται ότι ανήκουν στο ελληνικό έθνος, αν και είναι υπήκοοι διαφορετικών κρατών. Η υπηκοότητα, επομένως, αφορά στο νομικό δεσμό μεταξύ ενός προσώπου και του κράτους, ενώ η εθνικότητα αφορά περισσότερο σε ένα πολιτικό ή πολιτιστικό δεσμό που συνδέει πρόσωπα που είναι πολίτες περισσότερων κρατών.

Εθνικότητα – Υπηκοότητα – Πολιτειότητα

Η εθνικότητα και η υπηκοότητα θα είχαν ταυτόσημο νόημα στην περίπτωση που ένα κράτος συγκροτείτο μόνο από πολίτες που ανήκουν στο ίδιο έθνος, κάτι το οποίο στο σύγχρονο κόσμο φαίνεται αδύνατο, εφόσον οι σύγχρονες κοινωνίες περιλαμβάνουν πρόσωπα με διακριτά εθνικά, γλωσσικά και πολιτιστικά χαρακτηριστικά. Από την άλλη, ένα πρόσωπο μπορεί να έχει περισσότερες υπηκοότητες ή και να φέρει χαρακτηριστικά που προσομοιάζουν σε περισσότερα έθνη. Οι πολίτες ενός κράτους είναι δυνατό να συγκροτούν εθνική πλειονότητα ή και μειονότητα.

Στην Ελλάδα ή την Κύπρο οι πολίτες ελληνικής εθνικότητας είναι πλειονότητα, ενώ αντίθετα στην Αλβανία οι πολίτες ελληνικής εθνικότητας αποτελούν μειονότητα. Εθνικές μειονότητες, δηλαδή ομάδες ανθρώπων που ανήκουν στο ίδιο έθνος και είναι πολίτες του ίδιου κράτους τυγχάνουν ειδικής προστασίας δυνάμει διεθνών και ευρωπαϊκών συμβάσεων. Δεν είναι, όμως, αναγκαίο να υπάρχει συγκροτημένη εθνική μειονότητα για να ανήκει ο πολίτης ενός κράτους σε ένα έθνος. Ένας μετανάστης, επομένως, που αποκτά την υπηκοότητα ενός κράτους είναι δυνατόν να ανήκει σε άλλο έθνος, ακόμα και αν δεν ανήκει σε συγκροτημένη εθνική μειονότητα.

Οπωσδήποτε η απονομή της ιδιότητας του πολίτη διαχωρίζει τα πρόσωπα που είναι δυνατόν να κατοικούν σε ένα κράτος σε μέλη και μη μέλη. Η διάκριση μεταξύ πολιτών και προσώπων που δεν είναι πολίτες είναι γεγονός ότι διαχωρίζει μεταξύ προσώπων που μπορούν να συμμετάσχουν στη διακυβέρνηση και προσώπων που δεν μπορούν. Παρομοίως και η εθνικότητα διαχωρίζει μεταξύ προσώπων που ανήκουν στο ίδιο κράτος. Η βάση για τον διαχωρισμό είναι δυνατόν να στηρίζεται σε ιστορικούς, πολιτιστικούς ή άλλους λόγους.

Αν και η έννοια της υπηκοότητας ενδεχομένως να θεωρηθεί ότι ενισχύει την ανισότητα μεταξύ των πολιτών που συγκροτούν τον λαό και αυτών που δεν έχουν την ιδιότητα του πολίτη, εντούτοις δεν θα πρέπει να λησμονείται ότι η έννοια του κράτους προϋποθέτει την ύπαρξη μιας αυτό-κυβερνώμενης πολιτικής κοινότητας, η οποία στηρίζεται στην οριοθέτηση συνόρων, στην ύπαρξη εδάφους και πληθυσμού. Η έννοια του λαού, επομένως, συνδέεται άμεσα με την έννοια της κυριαρχίας, τη δυνατότητα του κράτους να αυτοκυβερνάται και να υπάρχει ως ξεχωριστή οντότητα διεθνούς δικαίου. Η απονομή της ιδιότητας του πολίτη είναι ένα από τα κύρια συστατικά της κυριαρχίας.

Αχιλλέας Κ. Αιμιλιανίδης
Καθηγητής Νομικής και Κοσμήτορας Νομικής Σχολής Πανεπιστημίου Λευκωσίας, Δικηγόρος

Share on facebook
Share on twitter
Share on email
Share on print
Share on facebook
Share on twitter
Share on email
Share on print

Σου άρεσε το άρθρο, αλλά σου δημιούργησε νέες απορίες;

Έχεις και άλλα ερωτήματα που σε απασχολούν σε σχέση με το Σύνταγμα, τους Θεσμούς, τα δικαιώματα και τη λειτουργία της Δημοκρατίας;