Είναι δυνατόν να έχουμε ανεξάρτητη Δικαιοσύνη όταν οι ανώτατοι δικαστικοί επιλέγονται από την Κυβέρνηση;

Ο τρόπος ανάδειξης της ηγεσίας των τριών ανώτατων δικαστηρίων γεννά σε πολλούς πολίτες ερωτηματικά. Η ανάμιξη της εκτελεστικής εξουσίας μπορεί μεν να θεωρηθεί εκ πρώτης όψης ως επέμβαση που πλήττει την ανεξαρτησία της δικαστικής εξουσίας, αλλά η διεθνής εμπειρία δεν συνηγορεί προς κάτι τέτοιο.

Ερώτημα πολίτη:

Γιατί οι ανώτατοι δικαστικοί επιλέγονται από την Κυβέρνηση; Πώς είναι δυνατόν με αυτό τον τρόπο να έχουμε ανεξάρτητη Δικαιοσύνη? 

Απάντηση:

Η επιλογή της ηγεσίας της δικαστικής εξουσίας βρίσκεται για μια ακόμα φορά στην επικαιρότητα, και αυτό με όχι θετικό τρόπο. Είναι αλήθεια ότι ο τρόπος ανάδειξης της ηγεσίας των τριών ανώτατων δικαστηρίων γεννά σε πολλούς πολίτες ερωτηματικά και δημιουργεί επιφυλάξεις ως προς την ανεξαρτησία της ίδιας της Δικαιοσύνης, οι οποίες όμως δεν είναι απολύτως δικαιολογημένες.

Η ανάμιξη της εκτελεστικής εξουσίας μπορεί μεν να θεωρηθεί εκ πρώτης όψης ως επέμβαση που πλήττει την ανεξαρτησία της δικαστικής εξουσίας, αλλά η διεθνής εμπειρία δεν συνηγορεί προς κάτι τέτοιο. Οι περισσότερες χώρες, όπως ενδεικτικά η Γαλλία, οι ΗΠΑ και η Γερμανία, προβλέπουν διαδικασίες επιλογής της ηγεσίας των ανωτάτων δικαστηρίων –πολύ δε περισσότερο των συνταγματικών δικαστηρίων τους– που εμπλέκουν με ποικίλους τρόπους την εκτελεστική ή τη νομοθετική εξουσία. Ο λόγος είναι ότι κρίνεται επιθυμητή η δημοκρατική νομιμοποίηση της δικαστικής εξουσίας στο ανώτατο επίπεδο, καθώς κατά τα άλλα αυτή είναι απόλυτα ανεξάρτητη και προφυλαγμένη θεσμικά από κάθε επέμβαση.

Πρόκειται επομένως για μια απόπειρα να δοθεί (συμβολική έστω) απάντηση στο κλασικό ερώτημα: Ποιος φυλάει τους ίδιους τους φύλακες (Quis custodiet ipsos custodes?); Εφόσον «όλες οι εξουσίες πηγάζουν από το Λαό, υπάρχουν υπέρ αυτού και του Έθνους» (αρ. 1 παρ. 3 Σ) και οι δικαστικές αποφάσεις «εκτελούνται στο όνομα του Ελληνικού Λαού» (αρ. 26 παρ. 3 Σ), είναι αναγκαίο να υπάρχει μια σύνδεση της δικαστικής εξουσίας με τη λαϊκή κυριαρχία, ώστε να μην φαντάζει αυτή ως κάτι το αποκομμένο από το θεμέλιο του δημοκρατικού πολιτεύματός μας. Γιατί δεν πρέπει να παραβλέπουμε ότι, ελλείψει μιας τέτοιας σύνδεσης, εξίσου εύκολα και ελαφρά τη καρδία θα μπορούσαν πολλοί να κάνουν λόγο για το «κράτος των δικαστών» ή για μια «αντιδημοκρατική ελίτ που λαμβάνει αποφάσεις ζωτικής σημασίας, χωρίς να ελέγχεται από κανέναν».

Αυτή η διαπίστωση βέβαια δεν μας οδηγεί απαραίτητα στην αποδοχή της προβλεπόμενης διαδικασίας του άρθρου 90 παρ. 5 του Συντάγματος, στην οποία μπορεί όντως να ασκηθεί κριτική, καθώς δεν απαιτεί απαραίτητα μια διευρυμένη πολιτική συναίνεση ή δεν εμπλέκει επαρκώς το Κοινοβούλιο ή τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας Η διαδικασία μπορεί και ενδεχομένως πρέπει να αλλάξει, παρότι αυτό δεν πρόκειται κατά τα φαινόμενα να συμβεί σύντομα, αφού το εν λόγω άρθρο δεν περιλαμβάνεται στα προς αναθεώρηση, αλλά ορθό είναι να διατηρηθεί με κάποιον τρόπο το δημοκρατικό «μπόλιασμα» της ηγεσίας των ανωτάτων δικαστηρίων. Θεωρώ ότι αυτό είναι προς όφελος της ίδιας της δικαστικής εξουσίας και ότι ενισχύει εν τέλει –παρά τις όποιες αρχικές ενστάσεις– τη νομιμοποίησή της στα μάτια των πολιτών.

Απόστολος Βλαχογιάννης
Δρ. Νομικής, Université Panthéon-Assas Paris II
Μέλος Σ.Ε.Π. στο Ανοικτό Πανεπιστήμιο

Share on facebook
Share on twitter
Share on email
Share on print
Share on facebook
Share on twitter
Share on email
Share on print

Σου άρεσε το άρθρο, αλλά σου δημιούργησε νέες απορίες;

Έχεις και άλλα ερωτήματα που σε απασχολούν σε σχέση με το Σύνταγμα, τους Θεσμούς, τα δικαιώματα και τη λειτουργία της Δημοκρατίας;