Περιεχόμενο και ιστορικό της διάταξης
Με την διάταξη του άρθρου 39 του νόμου 5240/2025 [“Σύσταση και οργάνωση του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας και άλλες διατάξεις”- ΦΕΚ 184/Α/24.10.2025] ορίστηκαν τα ακόλουθα:
«1. Στον χώρο μπροστά από το Μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη, επί της Λεωφόρου Βασιλίσσης Αμαλίας έναντι της Πλατείας Συντάγματος στην Αθήνα, με στοιχεία Α, Β, Γ, Δ, Ε, Ζ, Η, Θ, Α, όπως εμφαίνεται στο διάγραμμα κλίμακας 1:500 του Παραρτήματος του παρόντος, ως χώρο ιδιαίτερης ιστορικής και εθνικής σημασίας, και για τη διαφύλαξη της ακεραιότητας και της κατά προορισμό χρήσης του Μνημείου, απαγορεύονται από την έναρξη ισχύος του παρόντος: α) Η χρήση ή κατάληψη της επιφάνειας του χώρου για οποιονδήποτε σκοπό πέραν της επίσκεψης του Μνημείου και της ανάδειξης της σημασίας του, β) η οποιαδήποτε αλλοίωση του χώρου, γ) η πραγματοποίηση της οποιασδήποτε δημόσιας υπαίθριας συνάθροισης υπό την έννοια της περ. 1 του άρθρου 2 του ν. 4703/2020 (Α΄ 131), συμπεριλαμβανομένων και της αυθόρμητης και της έκτακτης υπαίθριας δημόσιας συνάθροισης υπό την έννοια των περ. 4 και 5 του ανωτέρω άρθρου 2.
2. Όσοι παραβιάζουν την παρ. 1 τιμωρούνται με φυλάκιση μέχρι ενός (1) έτους ή με χρηματική ποινή, εφόσον δεν τιμωρούνται βαρύτερα από άλλη διάταξη.
3. Το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας λαμβάνει όλα τα αναγκαία μέτρα για τη συντήρηση, τη φροντίδα και την ανάδειξη του Μνημείου και του χώρου της παρ. 1, είτε με ίδια μέσα είτε μέσω ανάθεσης σχετικών συμβάσεων.
4. Για την τήρηση της δημόσιας τάξης, συμπεριλαμβανόμενης της παραβίασης της παρ. 1, αρμόδια είναι η Ελληνική Αστυνομία σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις».
Σημειώνεται ότι η διάταξη αυτή δεν υπήρχε στο αρχικό νομοσχέδιο, όπως αυτό είχε κατατεθεί από τους αρμόδιους υπουργούς στην Βουλή στις 10.10.2025. Το αρχικό αυτό νομοσχέδιο αφορούσε μια διαφορετική και παντελώς άσχετη με την επίμαχη απαγόρευση νομοθετική ύλη [την Σύσταση και οργάνωση του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας]. Η διάταξη κατατέθηκε με τροπολογία στις 20.10.2025, δύο μόλις μέρες πριν την τελική συζήτηση και ψήφιση του όλου νομοσχεδίου .
Στην αιτιολογική έκθεση της τροπολογίας αναφέρονται τα εξής:
«Με την προτεινόμενη ρύθμιση προστατεύονται η ακεραιότητα και η κατά προορισμό χρήση του Μνημείου του Αγνώστου Στρατιώτη και του έμπροσθεν αυτού χώρου επί της Λεωφόρου Βασιλίσσης Αμαλίας έναντι της Πλατείας Συντάγματος στην Αθήνα, όπως ο χώρος αυτός εμφαίνεται στο διάγραμμα κλίμακας 1:500 του Παραρτήματος του παρόντος. Ως ταφικό μνημείο αφιερωμένο στους αγώνες του ελληνικού έθνους με το οποίο αποδίδεται τιμή στους αγνώστους υπέρ πατρίδας πεσόντες στρατιώτες των μαχών για την εθνική ανεξαρτησία και τους αγώνες του έθνους, ο ανωτέρω χώρος παρουσιάζει όλως ιδιαίτερη ιστορική και εθνική σημασία. Για τον λόγο αυτό, παρίσταται αναγκαία στο εξής, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην παρ. 1, η απαγόρευση της χρήση της κατάληψης της επιφάνειας του χώρου για οποιονδήποτε σκοπό πέραν της επίσκεψης του Μνημείου και της ανάδειξης της σημασίας του, όπως και της οποιασδήποτε αλλοίωσης του χώρου και της πραγματοποίησης της οποιασδήποτε δημόσιας υπαίθριας συνάθροισης, υπό την έννοια της περ. 1 του άρθρου 2 του ν. 4703/2020 (Α’ 131), συμπεριλαμβανομένων και της αυθόρμητης και της έκτακτης υπαίθριας δημόσιας συνάθροισης, υπό την έννοια των περ. 4 και 5 του ανωτέρω άρθρου 2. Και ναι μεν η ελευθερία συνάθροισης κατά το άρθρο 11 του Συντάγματος, όπως και κατά το άρθρο 11 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και κατά το άρθρο 12 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής ‘Ενωσης, εμπεριέχει και την ελευθερία καθορισμού του χρόνου και του τόπου διεξαγωγής της συνάθροισης, και η συνάθροιση όμως υπόκειται στους γενικούς νόμους που προστατεύουν ένα έννομο αγαθό χωρίς να στρέψονται κατά ορισμένης συνάθροισης ή του αντικειμένου της, και πάντως χωρίς να καθιστούν αδύνατη ή να δυσχεραίνουν δυσανάλογα την άσκηση του δικαιώματος συνάθροισης (πρβλ. και ΣτΕ 1681/2022 Ολομ., σκ. 12: «Το εν λόγω δικαίωμα [της συνάθροισης] οριοθετείται, σε ό,τι αφορά το περιεχόμενό του, από τις διατάξεις των υπολοίπων άρθρων του Συντάγματος, ισοκύρων με το άρθρο 11», από τις οποίες, μεταξύ άλλων, προκύπτουν ο σκοπός διατήρησης της συνέχειας και της ενότητας του ελληνικού έθνους [ΣτΕ460/2013 Ολομ., ειδικότερη γνώμη Συμβούλου Μ. Πικραμένου ως προς το άρθρο Ι παρ. 3 του Συντάγματος],η άμυνα της Πατρίδας ως συνταγματικός σκοπός [άρθρο 4 παρ. 6] και η προστασία του πολιτιστικού περιβάλλοντος και των μνημείων [άρθρο 24 παρ. Ι και 6]). Η επιφάνεια άλλωστε που καταλαμβάνει η προτεινόμενη ρύθμισηπεριορίζεται σε λιγότερο από το ένα πέμπτο της συνολικής επιφάνειας της Πλατείας Συντάγματος στην οποία μπορεί να ασκηθεί το δικαίωμα συνάθροισης σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις. Στην πραγματικότητα, συνεπώς, και υπό τα ανωτέρω δεδομένα η προτεινόμενη ρύθμιση δεν συνιστά περιορισμό, αλλά εννοιολογικό προσδιορισμό της έννοιας της συνάθροισης, που διευκολύνει λειτουργικά την άσκηση του δικαιώματος».
Πρέπει εξαρχής να τονιστεί ιδιαίτερα ότι εν προκειμένω θεσμοθετείται απαγόρευση κάθε συνάθροισης και δη εις το διηνεκές και μάλιστα όχι μόνο στον χώρο του Μνημείου του Αγνώστου Στρατιώτη αυτόν καθ΄εαυτόν, αλλά και σε όλο τον έμπροσθεν του Κοινοβουλίου χώρο, χώρο ο οποίος παραδοσιακά υπήρξε κατά την διάρκεια της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας χώρος συνάθροισης των Ελλήνων πολιτών.
Tιθέμενα ζητήματα συμβατότητας της διάταξης με το Σύνταγμα
Παρατηρείται πρώτα ότι η επίμαχη διάταξη εισήχθη προς ψήφιση σε νομοσχέδιο με εντελώς άσχετες προς το περιεχόμενο της διάταξης. Με τον τρόπο αυτό συντελέστηκε πρόδηλη παραβίαση του άρθρου 74 § 5 του Συντάγματος στο οποίο ορίζεται ότι «…Προσθήκη ή τροπολογία άσχετη με το κύριο αντικείμενο του νομοσχεδίου ή της πρότασης νόμου δεν εισάγεται για συζήτηση…».
Ωστόσο το κύριο πρόβλημα συνταγματικότητας που θέτει η διάταξη είναι το αν είναι συμβατή ή όχι με το άρθρο 11 του Συντάγματος [δικαίωμα του συνέρχεσθαι]. Με το ζήτημα αυτό ασχολείται η παρούσα παρέμβαση.
Άρθρο 11 του Συντάγματος και νομολογία περί αυτού
Α. Στο άρθρο 11 του Συντάγματος ορίζονται τα ακόλουθα:
«1. Oι Έλληνες έχουν το δικαίωμα να συνέρχονται ήσυχα και χωρίς όπλα.
2. Mόνο στις δημόσιες υπαίθριες συναθροίσεις μπορεί να παρίσταται η αστυνομία. Oι υπαίθριες συναθροίσεις μπορούν να απαγορευτούν με αιτιολογημένη απόφαση της αστυνομικής αρχής, γενικά, αν εξαιτίας τους επίκειται σοβαρός κίνδυνος για τη δημόσια ασφάλεια, σε ορισμένη δε περιοχή, αν απειλείται σοβαρή διατάραξη της κοινωνικοοικονομικής ζωής, όπως νόμος ορίζει».
Β. Με την ερμηνεία της διατάξεως αυτής ασχολήθηκε επανειλημμένα το Συμβούλιο της Επικρατείας:
α)Με την απόφαση 4635/1977 κρίθηκε ότι «… Κατ’ άρθρ. 11 Συντ. (1975) η απαγόρευσις των δημοσιων εν υπαίθρω συναθροισεων δύναται να απαγγέλλεται μόνον εν όψει ωρισμένων κατά χρόνο συναθροίσεων και δέον να περιορίζεται εις ωρισμένον εκάστοτε χρονον, μετ’ εκτιμησιν των κατά τον χρόνον του τον υφισταμένων συνθηκών δημοσιας ασφαλειας και τω εις τον αυτόν χρόνον αναγομενων στοιχειων περι υπάρξεω,ή μή απειλής διαταραχής τής κοινωνικοοικονομικής ζωής, ως και περί τής σοβαρότητος της απειλής αυτής, των ανωτέρω συνθηκών και στοιχείων αξιολογουμένων καθ’ εκάστην συγκεκριμένην περίπτωσιν, εν συσχετισμω προς το υπό των αυτών διατάξεων αναγνωριζόμενον δικαίωμα των Ελλήνων να συνέρχωνται ησύχως και αόπλως. … επομένως, δεν είναι ανεκταί συνταγματικώς αι απαγορεύσεις δημοσιων εν υπαίθρω συναθροίσεων, αι οποίαι απαγγέλλονται δι’ αόριστον χρονον και, ως εκ τουτου συνιστουν πραγματι ανεπιτρεπτον αναστολήν του ειρημένου, συνταγματικως κατωχυρωμένου δικαιώματος του συνέρχεσθαι».
β) Στο Πρακτικό Επεξεργασίας προεδρικού διατάγματος υπ’ αριθ. 79/2001 παρατίθεται η ακόλουθη παράγραφος: «Το άρθρο 11 του Συντάγματος ορίζει στην παρ. 1 ότι οι Έλληνες έχουν το δικαίωμα να συνέρχονται ήσυχα και χωρίς όπλα. Με την διάταξη αυτή καθιερώνεται το δικαίωμα του συνέρχεσθαι, το οποίο ανήκει στις θεμελιώδεις ελευθερίες που αποτελούν τη βάση του δημοκρατικού πολιτεύματος (ΣΕ 182/61 Ολομ.)».
Παρομοίου περιεχομένου σκέψεις περιέχονται και στο υπ’ αριθ. 186/2013 Πρακτικό Επεξεργασίας προεδρικού διατάγματος.
γ)Πολύ σημαντική για το θέμα που μας απασχολεί είναι η απόφαση 1681/2022 της Ολομέλειας του Δικαστηρίου, που εκδόθηκε με αφορμή τα μέτρα απαγόρευσης των συναθροίσεων που είχαν ληφθεί για την αποτροπή της διάδοσης της πανδημίας [Covid 19] :
“Επειδή, με το άρθρο 11 του Συντάγματος (βλ. αντίστοιχα και άρθρο 11 της ΕΣΔΑ) καθιερώνεται το δικαίωμα του συνέρχεσθαι, το οποίο κατοχυρώθηκε για πρώτη φορά με το Σύνταγμα του 1864 και ανήκει στις θεμελιώδεις ελευθερίες που αποτελούν τη βάση του δημοκρατικού πολιτεύματος (πρβλ. ΣτΕ Ολομ. 182/1961, 1693/1963 καθώς και ΠΕ 79/2001, 186/2013), διότι με αυτήν εκδηλώνεται, μεταξύ άλλων, η άμεση ενεργητική συμμετοχή των πολιτών στη διαδικασία διαμορφώσεως της πολιτικής βουλήσεως της εξουσίας και η αμφισβήτησή της. Το συνταγματικό δικαίωμα του συνέρχεσθαι (ή της συνάθροισης) περιλαμβάνει την ελευθερία οργανώσεως, διεξαγωγής και συμμετοχής σε δημόσια, προγραμματισμένη ή αυθόρμητη, συγκέντρωση ιδιωτών, σε κλειστό ή υπαίθριο χώρο, με τον κοινό σκοπό είτε να εκφράσουν ή να ανταλλάξουν γνώμες ή πληροφορίες είτε να εκδηλώσουν ή να προβάλουν γνώμες, φρονήματα ή αιτήματα (ΑΠ 1085/2014). Το εν λόγω δικαίωμα οριοθετείται, σε ό,τι αφορά το περιεχόμενό του, από τις διατάξεις των υπολοίπων άρθρων του Συντάγματος, ισοκύρων με το άρθρο 11 (πρβλ. ΣτΕ 3545/2002επταμ.). Συνεπώς, οι διατάξεις του άρθρου 11 του Συντάγματος ερμηνεύονται όχι αυτοτελώς αλλά σε συνδυασμό με τις λοιπές συνταγματικές διατάξεις, όπως εκείνες που παρατέθηκαν στην σκέψη 9 [γίνεται αναφορά στις συνταγματικές διατάξεις που καθιερώνουν το δικαίωμα των πολιτών στην υγεία και την υποχρέωση της Πολιτείας να προστατεύει τη δημόσια υγεία, δηλαδή το άρθρο 21 § 3 του Συντάγματος]…»
Είναι λοιπόν σαφές ότι με την απόφαση αυτή κρίθηκε ότι μπορεί να περιορίζεται το δικαίωμα στο συνέρχεσθαι για μείζονες λόγους δημοσίου συμφέροντος, όπως είναι η προστασία από την πανδημία, που συνδέεται άμεσα με την προστασία της δημόσιας υγείας που είναι έννομο αγαθό προστατευόμενο από συνταγματική διάταξη. Και πάλι, όμως, το Δικαστήριο έκρινε, σε επόμενο χωρίο της απόφασης του στην αυτή παράγραφο [δηλαδή στην παράγραφο 12] ότι οι επιτρεπόμενοι -κατ’ αρχήν -εν λόγω περιορισμοί οφείλουν να τηρούν και την αρχή της αναλογικότητας [κατοχυρωμένης με το άρθρο 25 παρ. 1 εδ. δ΄ του Συντάγματος, σε συνδυασμό με το οποίο ερμηνεύεται και το άρθρο 11] και μπορούν να θεσπίζονται μόνο για ορισμένο κάθε φορά χρονικό διάστημα και ποτέ εις το διηνεκές.
Το συμπέρασμα που αβίαστα εξάγεται από την απόφαση αυτή είναι ότι λόγοι δημοσίου συμφέροντος που ερείδονται σε άλλες [πέραν του άρθρου 11] ίσου κύρους διατάξεις του Συντάγματος μπορούν να οδηγήσουν σε περιορισμούς του δικαιώματος του συνέρχεσθαι υπό τις εξής όμως απαρέγκλιτες προϋποθέσεις. Ότι οι λόγοι δημοσίου συμφέροντος των οποίων γίνεται επίκληση όντως ερείδονται σε συγκεκριμένη συνταγματική διάταξη. Ακόμη όμως και τούτο δεν αρκεί για να καταστήσει τα όποια περιοριστικά μέτρα σύμφωνα με το Σύνταγμα. Θα πρέπει επιπλέον τα περιοριστικά μέτρα που επιβάλλει η Πολιτεία να είναι πρόσφορα [κατάλληλα], αναγκαία και αναλογικά [υπό τη στενή έννοια της αρχής αναλογικότητας] για την επίτευξη του στο Σύνταγμα ερειδόμενου θεμιτού σκοπού δημοσίου συμφέροντος. Πάντα δε και σε κάθε περίπτωση τα μέτρα πρέπει να λαμβάνονται για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα και δεν μπορούν ποτέ να ισχύουν μονίμως ή επ’ αόριστον.
Γιατί η συγκεκριμένη διάταξη προσκρούει τελικά στο άρθρο 11 του Συντάγματος και είναι αντισυνταγματική
Κατ’ αρχάς πρέπει να υπομνησθεί ότι εν προκειμένω απαγορεύεται η οποιαδήποτε συνάθροιση όχι μπροστά στο ίδιο το Μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη αλλά σε όλο τον έμπροσθεν του Μνημείου και του Κοινοβουλίου χώρου. Αυτή γενική και στο σύνολο του τελευταίου αυτού χώρου και για το διηνεκές είναι που καθιστά προβληματική σε σχέση με το άρθρο 11 του Συντάγματος [ελευθερία του συνέρχεσθαι]. Όπως δε θα εκτεθεί κατωτέρω τα περιοριστικά αυτά μέτρα δεν έχουν σχέση με τον δηλούμενο σκοπό προστασίας του επίμαχου Μνημείου και, συνεπώς, δεν είναι πρόσφορα και είναι για το λόγο αυτό δυσανάλογα. Πρόκειται συνεπώς για μια διάταξη αντίθετη προς το Σύνταγμα.
Ειδικότερα, όπως εκτέθηκε ανωτέρω [βλ. ενότητα Περιεχόμενο και ιστορικό της διάταξης] η αιτιολόγηση της τροπολογίας και της λήψης της επίμαχης απαγόρευσης συνίσταται «στην ανάγκη ανάδειξη της σημασίας του Μνημείου του Αγνώστου Στρατιώτη ταφικού μνημείου ιδιαίτερης εθνικής σημασίας και στην αποτροπή της οποιασδήποτε αλλοίωσης του χώρου με την πραγματοποίηση της οποιασδήποτε δημόσιας υπαίθριας συνάθροισης».
Παρατηρείται εν πρώτοις ότι στην αιτιολογική έκθεση δεν γίνεται μνεία περί υπάρξεως περιπτώσεων επιθέσεων και επιχειρήσεων βανδαλισμού του επίμαχου Μνημείου κατά το παρελθόν, έτσι ώστε το μέτρο της απαγόρευσης να είναι απαραίτητο για την αποτροπή παρομοίων περιπτώσεων στο μέλλον [1].Περαιτέρω, και αυτό είναι το πλέον σημαντικό, η έκθεσηεκκινεί από την εσφαλμένη ,με βάση το Σύνταγμα, αντίληψη ότι, αυτή καθ’ εαυτήν η άσκηση ενός συνταγματικά κατοχυρωμένου θεμελιώδους δικαιώματος, όπως είναι το δικαίωμα στο συνέρχεσθαι [άρθρο 11 Σ] μπορεί ,από μόνη της, να συνιστά προσβολή ενός μνημείου και της αισθητικής του. Ωστόσο η άσκηση του δικαιώματος αυτού, όταν δεν συνεπάγεται βλάβες ή βανδαλισμούς στο μνημείο και γίνεται ησύχως και αόπλως, όπως απαιτεί το Σύνταγμα, με άλλα λόγια η άσκηση ενός κορυφαίου δικαιώματος πολιτικής συμμετοχής [πρβλ το προπαρατεθέν απόσπασμα της απόφασης ΣτΕ 1681/2022] δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να θεωρηθεί ότι συνιστά σε μια σύγχρονη ευρωπαϊκή φιλελεύθερη κοινοβουλευτική δημοκρατία προσβολή ενός μνημείου ή ασέβεια και αποϊεροποίηση του. Αντίθετα η άσκηση ενός ατομικού δικαιώματος που θάλπεται από το Σύνταγμα της χώρας και αποτελεί βασικό σκοπό της ίδιας της ύπαρξης μιας τέτοιας δημοκρατικής πολιτείας[2], για την καθιέρωση της οποίας έδωσαν, εξ άλλου, την ζωή τους οι τιμώμενοι φονευθέντες άγνωστοι στρατιώτες. Τούτο ισχύει κατά μείζονα όταν παραδοσιακά σε όλη την σύγχρονη ελληνική ιστορία ο χώρος μπροστά από το Κοινοβούλιο υπήρξε χώρος διαδηλώσεων. Και τούτο ευλόγως διότι το Κοινοβούλιο είναι ο κορυφαίος χώρος στον οποίο υλοποιείται η δημοκρατική διαδικασία αλλά και ο χώρος στον οποίο ασκείται η νομοθετική λειτουργία, η οποία καθορίζει σε κανονιστικό επίπεδο τις τύχες όλων των Ελλήνων πολιτών.
Με τα δεδομένα όμως αυτά μέτρο καταλήγει να περιορίζει τελικά μόνο αυτούς οι οποίοι θέλουν να ασκήσουν ένα θεμελιώδες δημοκρατικό τους δικαίωμα στον ευρύτερο έμπροσθεν του Κοινοβουλίου χώρο. Αυτό είναι ιδιαίτερα προβληματικό ως σύλληψη, όταν κατά τα λοιπά εξακολουθεί να επιτρέπεται ανεμπόδιστα [και ορθά] στον επίμαχο χώρο η παρουσία ομάδων τουριστών οι οποίοι μπορούν να κυκλοφορούν με την όποια περιβολή επιλέγουν και να φωτογραφίζονται ή να βιντεοσκοπούν τον χώρο. Εφόσον ο νομοθέτης εμφορείται από την σκέψη ότι απαιτείται ένας τόσο υψηλός βαθμός προστασίας του συμβολισμού του εν λόγω εθνικού Μνημείου, θα έπρεπε να αιτιολογήσει για ποιο λόγο επιτρέπει την παρουσία στον επίμαχο χώρο ομάδων τουριστών στον επίμαχο χώρο, οι οποίοι δεν είναι βέβαιο ότι με τις κινήσεις τους εκδηλώνουν πάντα τον απαιτούμενο σεβασμό στο Μνημείο, ενώ απαγορεύει και μάλιστα μόνο την άσκηση του συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος των Ελλήνων πολιτών.
Εκείνο που θα μπορούσε όντως να θίξει [προσβάλλει] την ιστορική και εθνική σημασία του όποιου μνημείου και ειδικότερα του χώρου έμπροσθεν του Κοινοβουλίου [σύμφωνα με το άρθρο 24 § 1 του Συντάγματος, που επιτάσσει την προστασία του πολιτιστικού περιβάλλοντος και των εθνικών μνημείων], θα ήταν πράξεις βανδαλισμού του ίδιου του μνημείου του Αγνώστου Στρατιώτη. Όμως για την προστασία του πολιτιστικού περιβάλλοντος των μνημείων [επομένως και του συγκεκριμένου] από πράξεις έργω προσβολής και βανδαλισμού τους υπήρχαν ήδη επαρκείς πρόνοιες στη νομοθεσία μας και δεν χρειάζονταν η επιπλέον απαγόρευση άσκησης του δικαιώματος συνάθροισης των Ελλήνων πολιτών. Συγκεκριμένα:
1)Όσον αφορά τη διασφάλιση της ακεραιότητας :
Α) Υφίσταται και ισχύει η διάταξη του άρθρου 191Α του Ποινικού Κώδικα, σύμφωνα με την οποία :
«Όποιος δημόσια αφαιρεί καταστρέφει παραμορφώνει ή ρυπαίνει την επίσημη σημαία του κράτους ή έμβλημα της κυριαρχίας του ή ηχητικά παρεμποδίζει τη δημόσια ανάκρουση του εθνικού ύμνου και έτσι εκθέτει σε κίνδυνο τη δημόσια τάξη τιμωρείται με φυλάκιση έως 2 έτη ή χρηματική ποινή».
Β) Υπάρχει ακόμα η νομοθεσία περί μνημείων και συγκεκριμένα το άρθρο 56 ν. 4858/2021, το οποίο τιμωρεί σε βαθμό πλημμελήματος και σε διακεκριμένες περιπτώσεις σε βαθμό κακουργήματος τις φθορές και αλλοιώσεις των μνημείων σύμφωνα με το οποίο :
«1. Όποιος καταστρέφει, βλάπτει, ρυπαίνει, καθιστά ανέφικτη ή δυσχερή τη χρήση ή αλλοιώνει τη μορφή μνημείου ή ανήκοντος σε συλλογή μουσείου πολιτιστικού αγαθού ή πολιτιστικού αγαθού που έχει τοποθετηθεί σε ανοικτό ή κλειστό δημόσιο, δημοτικό ή κοινόχρηστο χώρο τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο (2) ετών, αν η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα με άλλη διάταξη. Αν το μνημείο ανήκει στον δράστη, επιβάλλεται φυλάκιση μέχρι τριών (3) ετών.
2. Αν πρόκειται για μνημείο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και η πράξη έγινε στο πλαίσιο οργανωμένης εγκληματικής δραστηριότητας ή από πολλούς ενωμένους για την τέλεσή της, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι (10) δέκα ετών».
Συνεπώς η διασφάλιση της ακεραιότητας του μνημείου και ο κίνδυνος αλλοίωσης του μνημείου του Αγνώστου Στρατιώτη αντιμετωπίζεται ήδη επαρκώς με προϋπάρχουσες και πολύ αυστηρότερες από τη συγκεκριμένη ποινικές διατάξεις. Δεν χρειάζεται, επομένως, να ποινικοποιηθεί και η χρήση η και η κατάληψη για να εξασφαλισθεί η προστασία της ακεραιότητας και η αποτροπή των αλλοιώσεων.
2) Όσον αφορά τη διασφάλιση του προορισμού χρήσης του μνημείου :
Ο προορισμός της χρήσης του μνημείου, όπως και κάθε μνημείου πεσόντων, είναι, όπως ήδη εκτέθηκε η σύνδεσή του με τη ιστορίατης χώρας. Όπως ήδη εκτέθηκε προηγουμένως ο συμβολιζόμενος άγνωστος στρατιώτης έδωσε τη ζωή του για την υπεράσπιση της ελευθερίας του ελληνικού λαού και για τη δημιουργία μιας δημοκρατικής πολιτείας, που διέπεται και προστατεύεται από το Σύνταγμα μας και όλες του τις διατάξεις.
Τέλος, θα πρέπει συμπληρωματικά να σημειωθεί ότι οι αναφορές που γίνονται στην αιτιολογική έκθεση της επίμαχης διάταξης για … [την] διατήρηση της συνέχειας και της ενότητας του ελληνικού έθνους [ΣτΕ460/2013 Ολομ., ειδικότερη γνώμη Συμβούλου Μ. Πικραμένου ως προς το άρθρο Ι παρ. 3 του Συντάγματος] [τ]η[ν] άμυνα της Πατρίδας ως συνταγματικού σκοπού [άρθρο 4 παρ. 6] ως δικαιολογητικές βάσεις για την λήψη του επίμαχου περιοριστικού μέτρου είναι προδήλως αβάσιμες και αστήρικτες. Και τούτο διότι η μεν απόφαση 460/20213 αφορά ένα εντελώς άσχετο με το άρθρο 11 του Συντάγματος θέμα, δηλ. την απόδοση της Ελληνικής ιθαγένειας, η δε άμυνα της πατρίδας ουδόλως κινδυνεύει από συναθροίσεις που γίνονται στον έμπροσθεν του Κοινοβουλίου χώρο. Επίσης, εφόσον η απαγόρευση των συναθροίσεων στον συγκεκριμένο χώρο είναι αντισυνταγματική δεν ασκεί καμία επιρροή το γεγονός ότι οι διαδηλωτές έχουν στην διάθεση τους πολλούς άλλους χώρους στον περίγυρο για να διαδηλώσουν.
Χρήστος Ράμμος, Αντιπρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας ε.τ., Πρώην Πρόεδρος της Αρχής Διασφαλίσεως του Απορρήτου των Επικοινωνιών
[1] Ακόμα είναι γεγονός της κοινής πείρας ότι είναι σπάνιες οι περιπτώσεις που οι διαδηλώσεις ανεβαίνουν πάνω στο πλακόστρωτο του περιβάλλοντος χώρου του Αγνώστου Στρατιώτη διότι συνήθως σταματούν μπροστά του, στη Λεωφόρο Αμαλίας από όπου και απευθύνουν τα συνθήματά τους στη Βουλή ή και συνεχίζουν προς την οδό Πανεπιστημίου την πορεία τους
[2] Υπενθυμίζεται ότι στο άρθρο 25 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος ορίζεται ότι 1.Τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου και η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους. Όλα τα κρατικά όργανα υποχρεούνται να διασφαλίζουν την ανεμπόδιστη και αποτελεσματική άσκησή τους. Τα δικαιώματα αυτά ισχύουν και στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζουν. Oι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας. 2. H αναγνώριση και η προστασία των θεμελιωδών και απαράγραπτων δικαιωμάτων του ανθρώπου από την Πολιτεία αποβλέπει στην πραγμάτωση της κοινωνικής προόδου μέσα σε ελευθερία και δικαιοσύνη].
