Ο ρυθμιστικός ρόλος του Προέδρου της Δημοκρατίας: Στοιχείο προσδιοριστικό του τρόπου άσκησης των αρμοδιοτήτων του

Στο πλαίσιο της προεδρευόμενης κοινοβουλευτικής δημοκρατίας ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας είναι ρυθμιστής του πολιτεύματος και δεν εμπλέκεται στη διαμόρφωση και υλοποίηση της κρατικής πολιτικής, η οποία ανατίθεται στην αναδεικνυόμενη από τη Βουλή και ελεγχόμενη από αυτή υπεύθυνη Κυβέρνηση. Ο ΠτΔ οφείλει, κατά την έκδοση πράξεων για τις οποίες απαιτείται σύμπραξη του, να απέχει από τον έλεγχο του περιεχομένου και της ουσιαστικής νομιμότητας των κυβερνητικών αποφάσεων.

Με την παρούσα παρέμβαση  θα επιχειρηθεί η διατύπωση ορισμένων σκέψεων επί του άρθρου του καθηγητή Γιάννη Τασόπουλου, όπου αναγνωρίζεται δέσμια αρμοδιότητα του Προέδρου της Δημοκρατίας (στο εξής ΠτΔ) να υπογράψει – και εκδώσει – το υποβληθέν από την αρμόδια προς τούτο Κυβέρνηση, σχέδιο διατάγματος για τον ορισμό του Προέδρου και του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, αλλά και η παράθεση γενικότερων σκέψεων αναφορικά με τον ρόλο και τη θέση του ΠτΔ υπό το ισχύον συνταγματικό καθεστώς.

Ο κ. Τασόπουλος, εκκινώντας από την αρχή του πολιτικά ανεύθυνου του ανώτατου πολιτειακού άρχοντα, σε αντιδιαστολή με αυτή της πραγματικής και νομικής ευθύνης της φέρουσας της εμπιστοσύνης του αντιπροσωπευτικού σώματος Κυβέρνησης, αντίθεση που εκφράζεται συνταγματικά δια του θεσμού της αναγκαίας υπουργικής προσυπογραφής (άρθρο 35 Σ), υποστηρίζει ότι ο ΠτΔ οφείλει να απόσχει από την εξέταση της ουσιαστικής συνταγματικότητας της απόφασης του απερχόμενου, ενόψει της διενέργειας βουλευτικών εκλογών, Υπουργικού Συμβουλίου για την πλήρωση των θέσεων των ανώτατων δικαστικών λειτουργών, προβαίνοντας άνευ ετέρου σε έκδοση του σχετικού διατάγματος.

Χωρίς να αμφισβητείται η στέρεα νομική βάση της θέσης αυτής, θα ήταν ίσως χρήσιμο η αρμοδιότητα έκδοσης των βασιζόμενων σε πρόταση του Υπουργικού Συμβουλίου διαταγμάτων να ερμηνευθεί με αναφορά στη θέση που τάσσεται στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας εντός του συστήματος οργάνωσης και άσκησης της πολιτικής εξουσίας, ως ρυθμιστή του πολιτεύματος (άρθρο 30 § 1 Σ).

Πράγματι, στο πλαίσιο του πολιτεύματος της προεδρευόμενης κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, ο αρχηγός του κράτους δεν εμπλέκεται στη διαμόρφωση και υλοποίηση της κρατικής πολιτικής, η οποία ανατίθεται στην αναδεικνυόμενη από τη Βουλή και ελεγχόμενη από αυτή υπεύθυνη Κυβέρνηση, κατά τα οριζόμενα και στο άρθρο 82 §§1, 2 Σ. Συνεπώς, και προκειμένου να αποκλειστεί πολιτική εμπλοκή του, ο ΠτΔ οφείλει, κατά την έκδοση πράξεων για τις οποίες απαιτείται σύμπραξη του, να απέχει από τον έλεγχο του περιεχομένου και της ουσιαστικής νομιμότητας των κυβερνητικών αποφάσεων.

Ο ΠτΔ ως ρυθμιστής του Πολιτεύματος

Ωστόσο, ο ρυθμιστικός ρόλος που του απονέμεται από το Σύνταγμα, καθιστά αναγκαία την αναγνώριση ορισμένων εξαιρέσεων κατά την εφαρμογή του ανωτέρω κανόνα περί δέσμευσης. Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 30§1 εδ. α, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας είναι ρυθμιστής του πολιτεύματος. Επί τη βάσει της παραδοχής ότι οι συνταγματικές διατάξεις στο σύνολο τους ενέχουν κάποιο βαθμό κανονιστικότητας, ο ανωτέρω χαρακτηρισμός δε θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί ως απλή διακήρυξη, με χαρακτήρα περισσότερο συμβολικό και πανηγυρικό, παρά ουσιαστικό. Αντίθετα, εμπεριέχεται σε αυτόν κανόνας δικαίου, συναπτόμενος με συγκεκριμένες- αν και ίσως δύσκολα προσδιορίσιμες – έννομες συνέπειες.

Ο ρυθμιστικός ρόλος δεν πρέπει να θεωρηθεί ότι ταυτίζεται με, και εξαντλείται στην άσκηση των συνταγματικά αποδιδόμενων στον ΠτΔ ρυθμιστικών αρμοδιοτήτων, των αναφερόμενων δηλαδή στις σχέσεις του τελευταίου με τη Βουλή και την κυβέρνηση, και εν γένει στη λειτουργία του πολιτεύματος. Μια τέτοιου είδους ερμηνευτική προσέγγιση θα καθιστούσε τον περιεχόμενο στο άρθρο 30 § 1 εδ. α χαρακτηρισμό πλεοναστικό, και θα αποστερούσε τη διάταξη από το ουσιαστικό της περιεχόμενο, δεδομένης της αναλυτικής, όσο και αυστηρής τυποποίησης της συγκεκριμένης κατηγορίας των προεδρικών αρμοδιοτήτων σε επόμενα άρθρα του οικείου κεφαλαίου (π.χ. άρθρο 37 περί διορισμού του πρωθυπουργού και της Κυβέρνησης).

Ούτε όμως και εγκαθιδρύεται μέσω της διάταξης αυτής μια νέα, γενική ρυθμιστική αρμοδιότητα του ΠτΔ, «ποικιλοτρόπως ασκούμενη»[1], καθώς η αρχή της νομιμότητας, η οποία αποτυπώνεται ρητά, και ειδικά για τον ΠτΔ, στο άρθρο 50 Σ, επιβάλλει τη θεώρηση των προεδρικών αρμοδιοτήτων ως αποκλειστικά απαριθμούμενων σε ειδικές συνταγματικές διατάξεις, και αποκλείει την έμμεση συναγωγή περαιτέρω εξουσιών.

Αντίθετα, η αναγνώριση του ΠτΔ ως ρυθμιστή του πολιτεύματος αναδεικνύει τον ιδιαίτερο και διακριτό θεσμικό κύρος του ως κρατικού οργάνου, το οποίο και πρέπει να αναδεικνύεται με τη σύνολη συμπεριφορά του, τόσο κατά την άσκηση των τυπικών του αρμοδιοτήτων, όσο στο πλαίσιο της μη νομικά ρυθμιζόμενης δημόσιας δράσης του. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας καλείται εκ του Συντάγματος να διασφαλίζει την ομαλή λειτουργία του πολιτεύματος και να μεριμνά για την άρση και θεραπεία των καταστάσεων εκείνων που ενδεχομένως να επιφέρουν στρεβλώσεις και ανωμαλίες στη συνταγματική τάξη.

Τέτοιες δε καταστάσεις ανακύπτουν κατά κύριο λόγο σε περιπτώσεις διασάλευσης των σχέσεων μεταξύ των εξουσιών, με συνέπεια την πρόκληση θεσμικών αδρανειών. Η δυνατότητα αυτή πρέπει να αξιοποιείται και να «χρωματίζει» τις προεδρικές ενέργειες, ενόψει των υφιστάμενων πολιτικών αναγκών, και της κρισιμότητας των συνθηκών, και πάντα χωρίς εμπλοκή του ΠτΔ στην πολιτική αντιπαράθεση.

Η επιλογή της ηγεσίας του Αρείου Πάγου από την προηγούμενη κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και η ευχέρεια του ΠτΔ  

Μια παθολογική κατά τα ανωτέρω συνθήκη επρόκειτο να προκύψει και με την επιλογή της ηγεσίας του Αρείου Πάγου, από μια κυβέρνηση διανύουσα τις τελευταίες ημέρες του πολιτικού της βίου, κατόπιν της προκήρυξης εκλογών για την ανανέωση της λαϊκής εντολής. Κι αυτό καθώς, η επιλογή αυτή θα προκαταλάμβανε μια κρίση η οποία, δεδομένης και της τελολογίας της συγκεκριμένης διαδικασίας ανάδειξης της δικαστικής ηγεσίας, πρέπει να διενεργείται από την εκάστοτε φέρουσα την ισχυρότερη λαϊκή νομιμοποίηση κυβέρνηση.

Και ναι μεν η αιτηθείσα τη διενέργεια προώρων εκλογών κυβέρνηση δε φαινόταν σε νομικό – τυπικό επίπεδο να έχει απολέσει την κοινοβουλευτική εμπιστοσύνη, και την απορρέουσα από αυτή νομιμοποίηση της, ενόψει όμως της προκηρυχθείσας εκλογικής αναμέτρησης, αναμενόταν η ανάδειξη κυβέρνησης με αμεσότερη και περισσότερο βέβαιη νομιμοποίηση.

Η επιμονή δε αυτή στη νομιμοποίηση της διενεργούσας τον διορισμό κυβέρνησης υπαγορεύεται από το γεγονός ότι δια της διάταξης του άρθρου 90 § 5 εισάγεται απόκλιση από την αρχή της κατοχυρούμενης στο άρθρο 26 Σ διάκρισης των εξουσιών. Ο εξαιρετικός χαρακτήρας της διάταξης, επιβάλλει  στενή ερμηνείας της,  και  θέση αυστηρών προϋποθέσεων εφαρμογής της, ως προς το ποια κυβέρνηση είναι αρμόδια να προβεί στον διορισμό, με τον «ζυγό» να γέρνει υπέρ αυτής που έχει ή αναμένεται να αποκτήσει το ισχυρότερο λαϊκό έρεισμα.

Υπό τις παρούσες, λοιπόν, συνθήκες,  η πραγμάτωση της συνταγματικής επιταγής, κατά την οποία, η δικαστική εξουσία, στο ανώτατο επίπεδο της, πρέπει να φέρει, έστω και την έμμεσα εκφραζόμενη, έγκριση του λαού, θα διασφαλιζόταν πληρέστερα με τη διενέργεια του διορισμού από την κυβέρνηση που θα προέκυπτε από την επικείμενη εκλογική διαδικασία. Σε αντίθετη περίπτωση η προσδιοριζόμενη συνταγματικά σχέση μεταξύ δικαστικής εξουσίας αφενός, και Κυβέρνησης, Βουλής και κατά συνέπεια εκλογικού σώματος αφετέρου θα αλλοιωνόταν, ενώ θα ελλόχευε και ο κίνδυνος της υπονόμευσης του κύρους της διορισθείσας ηγεσίας του Αρείου Πάγου.

Συνέτρεχαν λοιπόν οι όροι μιας διορθωτικής χρήσης του κύρους του ΠτΔ, προς αποτροπή της καταστρατήγησης του Συντάγματος. Συγκεκριμένα, ο ΠτΔ, ελλείψει και πρόβλεψης αποκλειστικών προθεσμιών για την υπογραφή των οικείων σχεδίων διαταγμάτων, διαθέτει σχετική ευχέρεια ως προς την επιλογή του χρόνου δράσης. Την ευχέρεια λοιπόν αυτή οφείλει να τη χρησιμοποιεί κατά τον τρόπο που επιβάλλει ο ιδιαίτερος θεσμικός του ρόλους, ενόψει των κρατουσών συνθηκών: υπό ομαλές συνθήκες, προβαίνοντας αμέσως στην έκδοση του διατάγματος, ενώ κατά τη διάρκεια μιας μεταβατικής περιόδου, όπως στην προκείμενη περίπτωση, αναβάλλοντας την υπογραφή, εν αναμονή των ήδη δρομολογηθεισών πολιτικών και πολιτειακών εξελίξεων.

Δε θα συνιστούσε δε η «αδράνεια» αυτή πολιτική παρέμβαση, υπονομευτική της πρωτοκαθεδρίας της πολιτικά υπεύθυνης κυβέρνησης. Εξάλλου, όπως και ο ίδιος ο αρθογράφος δέχεται, η δικαιολογητική βάση της υπεροχής της Κυβέρνησης, και του συνακόλουθου πολιτικού παραγκωνισμού του ΠτΔ, έγκειται στην άμεση νομιμοποίηση της πρώτης να εφαρμόσει το πολιτικό της πρόγραμμα, μέσω της πριμοδότησης εκ μέρους των εκλογέων των κομματικών υποψηφίων εκείνων που ως μέλη του Κοινοβουλίου την περιβάλλουν με την εμπιστοσύνης τους. Κατά τη διάρκεια όμως προεκλογικής περιόδου, η νομιμοποίηση αυτή μάλλον μόνο τυπικά υφίσταται.[2]

Κατά συνέπεια, βάσει των ανωτέρων,  σε περιπτώσεις όπου από κυβερνητικές αποφάσεις, χρήζουσες προεδρικής υπογραφής, απορρέουν κίνδυνοι διασάλευσης της συνταγματικής τάξης, σε βαθμό τέτοιο που να εγείρονται ζητήματα νομιμοποίησης του προτείνοντος οργάνου, η νομιμότητα της απόφασης που υπόκειται σε προεδρική υπογραφή, δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί διακριτά από την υποχρέωση ή όχι σύμπραξης του Προέδρου της Δημοκρατίας, ενόψει της αρμοδιότητας του τελευταίου να αποτρέπει ή να αίρει τις ανακύπτουσες συνταγματικές ανορθογραφίες.


Υποσημειώσεις

[1] Κατά την έκφραση του Α. Μάνεση στο Α. Μάνεσης, “Η συνταγματική αναθεώρηση του 1986”, Παρατηρητής, Θεσσαλονίκη, 1989, σελ. 30-31, ανατύπωση από το τεύχος 13-14 της Νομ. Επιθεώρησης, Δίκαιο και Πολιτική, υπό τον τίτλο: “Η νομικοπολιτική σημασία της συνταγματικής αναθεώρησης του 1986”.

[2] Γ. Τασόπουλος, Τα θεσμικά αντίβαρα της εξουσίας και η αναθεώρηση του Συντάγματος, Δίκαιο και Κοινωνία στον 21ο αιώνα , 14, 2007, Σάκκουλας Α.Ε, σελ. 53-63

Βιβλιογραφία

Σπυρόπουλος, Φ.Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας ως ρυθμιστής του πολιτεύματος, εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή, 1990.

Σπυρόπουλος, Φ. Εισαγωγή στο Συνταγματικό Δίκαιο, εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή, 2006.

Τσάτσος, Δ.Συνταγματικό Δίκαιο, Οργάνωση και Λειτουργία της Πολιτείας, τόμος Β΄, εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή, 1993.

Δήμητρα Άσπρου
Τελειόφοιτη φοιτήτρια της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών

Share on facebook
Share on twitter
Share on email
Share on print
Share on facebook
Share on twitter
Share on email
Share on print

Σου άρεσε το άρθρο, αλλά σου δημιούργησε νέες απορίες;

Έχεις και άλλα ερωτήματα που σε απασχολούν σε σχέση με το Σύνταγμα, τους Θεσμούς, τα δικαιώματα και τη λειτουργία της Δημοκρατίας;

Σχετικά Άρθρα

Προεδρία της Κυβέρνησης: Μέσο εγκαθίδρυσης της πρωθυπουργικής μονοκρατορίας ή επιβεβλημένη οργανωτική παρέμβαση;

Το Σύνταγμα εγκαθιδρύει ένα πρωθυπουργοκεντρικό σύστημα διακυβέρνησης, απονέμοντας εκτεταμένες αρμοδιότητες στο όργανο της εκτελεστικής εξουσίας που φέρει την ευρύτερη και αμεσότερη δημοκρατική νομιμοποίηση. Η συγκρότηση της Προεδρίας της Κυβέρνησης δε μεταβάλλει την εκ του Συντάγματος κατανομή της ισχύος εντός του κυβερνητικού οργάνου, αλλά της προσδίδει ουσιαστικό περιεχόμενο.

Περισσότερα