Το Σύνταγμα, οι συναθροίσεις και η Εθνική Επιτροπή προστασίας της Δημόσιας Υγείας

Η συνταγματικότητα της απαγόρευσης συναθροίσεων σε όλη την ελληνική επικράτεια για τέσσερεις ημέρες, με προφανή στόχο την μη διεξαγωγή των πορειών της 17.11.2020, παραμένει ένα σύνθετο θέμα, το οποίο, αναμενόμενα, δεν διαλεύκανε η απόφαση της Προέδρου του ΣτΕ επί του αιτήματος προσωρινής διαταγής. Ούτε, όμως, και οι απορριπτικές αποφάσεις επί της αιτήσεων αναστολής, που εκδόθηκαν στις 19.11.2020, από την Ολομέλεια του ανώτατου διοικητικού δικαστηρίου, επικεντρώνονται στην ουσία των εκατέρωθεν επιχειρημάτων μιας και ο νομικός συλλογισμός του δικαστηρίου στηρίζεται στο άρθρο 52.6.β’ π.δ. 18/1989 και δη στη συνδρομή επιτακτικών λόγων δημοσίου συμφέροντος.

Αρκετοί από τους έγκριτους νομικούς που συμμετείχαν ενεργά στον διάλογο των τελευταίων ημερών σχετικά με τη νομιμότητα της από 14.11.2020 Απόφασης του Αρχηγού της Ελληνικής Αστυνομίας[1], εκκίνησαν την επιχειρηματολογία τους από το εξής δεδομένο: Η πραγματοποίηση υπαίθριων δημόσιων συναθροίσεων για τον εορτασμό της επετείου του Πολυτεχνείου θα αποτελούσε παράγοντα διασποράς ή ακόμη και υπερμετάδοσης του COVID-19. Σε ένα νομικό συλλογισμό, η σκέψη αυτή θα ήταν τοποθετημένη στο οντολογικό σκέλος της ελάσσονας πρότασης. Με άλλες λέξεις, αποτελεί ένα πραγματικό ζήτημα ή, ακριβέστερα, ένα θέμα τεχνικού/επιστημονικού χαρακτήρα. Ταυτόχρονα, οι περισσότεροι από αυτούς τους συγγραφείς επισημαίνουν ορθώς ότι τα επιστημονικά (εν προκειμένω, ιατρικά) ζητήματα δεν μπορούν να απαντηθούν από νομικούς. Εξάλλου, είναι γνωστό ότι το ΣτΕ διεξάγει οριακό έλεγχο συνταγματικότητας και ότι, παραδοσιακά, δεν υπεισέρχεται σε προβληματισμούς τεχνικής φύσης, απορρίπτοντας τους σχετικούς λόγους ακύρωσης ως απαράδεκτους[2].

Είναι πιθανό ότι το ως άνω σημείο εκκίνησης του νομικού συλλογισμού συσκότισε ή, έστω, περιέπλεξε το συνταγματικό ερώτημα, που, από μόνο του, παρουσιάζει πολλές νομικές δυσχέρειες. Μόνο για συγκεκριμένες πτυχές του προβλήματος θα μπορούσε κανείς να εκφραστεί με μία σχετική ασφάλεια: Για παράδειγμα, το άρθρο 11.2 της ΕΣΔΑ[3] όντως δεν μπορεί να αξιοποιηθεί για την δικαιολόγηση πρόσθετων περιορισμών στο δικαίωμα της συνάθροισης ενόψει της αδιάστικτης διατύπωσης του άρθρου 53 της Σύμβασης[4]. Περαιτέρω, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι o τυπικός νομοθέτης, καταρχήν, δεν φαίνεται να θέλησε να συμπεριλάβει την έννοια της δημόσιας υγείας στην έννοια της δημόσιας ασφάλειας[5], όπως προκύπτει ευθέως από την εξειδίκευση της δεύτερης αόριστης έννοιας στο άρθρο 7 του ν. 4703/2020[6].

Κατά τα λοιπά, η συνταγματικότητα της απαγόρευσης συναθροίσεων σε όλη την ελληνική επικράτεια για τέσσερεις ημέρες, με προφανή στόχο την μη διεξαγωγή των πορειών της 17.11.2020, παραμένει ένα σύνθετο θέμα, το οποίο, αναμενόμενα, δεν διαλεύκανε η απόφαση της Προέδρου του ΣτΕ επί του αιτήματος προσωρινής διαταγής[7], για προφανείς δικονομικούς λόγους. Ούτε, όμως, και οι απορριπτικές αποφάσεις επί της αιτήσεων αναστολής, που εκδόθηκαν στις 19.11.2020, από την Ολομέλεια του ανώτατου διοικητικού δικαστηρίου, επικεντρώνεται στην ουσία των εκατέρωθεν επιχειρημάτων[8] μιας και ο νομικός συλλογισμός του δικαστηρίου στηρίζεται στο άρθρο 52.6.β’ π.δ. 18/1989[9] και δη στη συνδρομή επιτακτικών λόγων δημοσίου συμφέροντος[10].

Ωστόσο, στην ελληνική έννομη τάξη υφίσταται ένα συλλογικό διοικητικό όργανο, το οποίο, αν είχε συνεδριάσει και καταλήξει σε κάποιο πόρισμα, θα μπορούσε, κάλλιστα, να προσφέρει μία νέα -επιστημονικά τεκμηριωμένη- βάση στον νομικό διάλογο. Πρόκειται, φυσικά, για την Εθνική Επιτροπή προστασίας της Δημόσιας Υγείας έναντι του κορωνοϊού COVID-19.

Η εξουσιοδοτική διάταξη, βάσει της οποίας εκδόθηκε η από 14.11.2020 Απόφαση του Αρχηγού της Αστυνομίας, είναι το άρθρο 68.2 της από 20.03.2020 ΠΝΠ[11], που κυρώθηκε με το άρθρο 1 του ν. 4683/2020 την 10.04.2020[12]. Αν όντως καταφαθεί η εφαρμογή της τελευταίας ρύθμισης[13] -ζήτημα που, ίσως, δεν είναι τόσο προφανές όσο παρουσιάστηκε από μερίδα της θεωρίας[14]– τότε, της έκδοσης της επίμαχης κανονιστικής πράξης έπρεπε να προηγηθεί γνωμοδότηση (=απλή γνώμη[15]) του αρμόδιου συλλογικού οργάνου. Με δεδομένο ότι ο Αρχηγός της Ελληνικής Αστυνομίας δεν διαθέτει ειδικές γνώσεις για τον τρόπο διασποράς του COVID-19, ο νομοθέτης τον υποχρέωσε να διαφωτιστεί[16] (πριν απαγορεύσει τις συναθροίσεις σε ολόκληρη την επικράτεια) από εξειδικευμένους επιστήμονες με την αναγκαία κατάρτιση για την αποτίμηση της υγειονομικής κατάστασης. Η ίδια γνωμοδότηση, εξάλλου, επρόκειτο να διαδραματίσει ρόλο αιτιολογίας της απόφασης απαγόρευσης[17] αφού, κατ’ εξαίρεση του κανόνα του αναιτιολογήτου των κανονιστικών πράξεων[18], ακόμη και ο απλός περιορισμός του δικαιώματος συνάθροισης οφείλει να αιτιολογείται ειδικώς[19]. Με άλλες λέξεις, ο νομοθέτης προέβλεψε έναν ουσιώδη τύπο της διαδικασίας έκδοσης της απόφασης απαγόρευσης του άρθρου 68.2 της από 20.03.2020 ΠΝΠ, η παράβαση του οποίου οδηγεί, καταρχήν, στην ακύρωσή της, σύμφωνα με το «παραδοσιακό μοντέλο»[20]. Βάσει των ανωτέρω, η προσήκουσα τήρηση της γνωμοδοτικής διαδικασίας ήταν, στην προκείμενη περίπτωση, εξόχως σημαντική. Όχι για να εμπεδωθεί κάποια αναχρονιστική αντίληψη προτεραιοποίησης της τυπικής νομιμότητας[21] αλλά για ουσιαστικούς λόγους που συνδέονται ευθέως με την απόλαυση ενός θεμελιώδους συνταγματικού δικαιώματος από το σύνολο του πληθυσμού.  

Όπως αποδείχθηκε, η ως άνω Εθνική Επιτροπή ουδέποτε εξέδωσε την απαιτούμενη από το άρθρο 68.2 της από 20.03.2020 ΠΝΠ απλή γνώμη[22]. Μάλιστα, μπορεί να πιθανολογήσει κανείς ότι το αποφασίζον όργανο δεν προνόησε καν για την αναζήτηση της επίμαχης προπαρασκευαστικής πράξης, περιοριζόμενο να παραπέμψει (στο προοίμιο της από 14.11.2020 Απόφασής του) αποκλειστικά και μόνον στην από 04.11.2020 γνωμοδότηση της ίδιας Επιτροπής. Η τελευταία, όμως, είναι η γνωμοδότηση επί τη βάσει της οποίας εξεδόθη η από 06.11.2020 ΚΥΑ για την επιβολή του δεύτερου lock-down, η οποία, με τη σειρά της, εξαιρεί τις δημόσιες υπαίθριες συναθροίσεις που υπάγονται στο άρθρο 11 Σ. και το ν. 4703/2020 από την αναστολή πραγματοποίησής τους[23]. Ακόμη και αν δεν γνωρίζουμε το περιεχόμενο της από 04.11.2020 γνωμοδότησης[24], είναι βέβαιο ότι η από 06.11.2020 ΚΥΑ δεν απέκλινε από την κρατούσα άποψη μεταξύ των μελών του συλλογικού οργάνου. Σε κάθε περίπτωση, είναι δύσκολο να αμφισβητηθεί ότι το άρθρο 68.2 της από 20.03.2020 ΠΝΠ απαιτεί όπως η Εθνική Επιτροπή γνωμοδοτήσει επί του συγκεκριμένου ζητήματος και, άρα, επί συγκεκριμένου ερωτήματος, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι η κανονιστικώς δρώσα διοίκηση έλαβε υπόψη της επίκαιρα όσο και καταλλήλως επεξεργασμένα επιστημονικά δεδομένα, τα οποία, φυσικά, μπορούν να παραλλάσσουν από νομό σε νομό.

Αν η Εθνική Επιτροπή είχε εκφρασθεί στον κατάλληλο χρόνο, η ελάσσων πρόταση του νομικού συλλογισμού μερίδας της θεωρίας, όπως περιγράφηκε στην αρχή του παρόντος κειμένου, θα μπορούσε να είναι διαφορετική. Για παράδειγμα, ουδείς μη ειδικός μπορεί να αποκλείσει ότι η Εθνική Επιτροπή θα κατέληγε σε συγκεκριμένες οδηγίες για την ασφαλή διεξαγωγή των πορειών της 17.11.2020, προτείνοντας την τήρηση συγκεκριμένων αποστάσεων μεταξύ των διαδηλωτών, την πρόβλεψη ανώτατου αριθμού διαδηλωτών ανά περιοχή και αναλόγως της επιδημιολογικής της εικόνας, την ανώτατη δυνατή διάρκεια της συνάθροισης κ.ο.κ., με δεδομένο ότι επέτρεψε τη διεξαγωγή πολυπληθών δραστηριοτήτων οικονομικού χαρακτήρα (π.χ. υπαίθριες λαϊκές αγορές) κατά την επίμαχη περίοδο.

Σε μία τέτοια περίπτωση, ο συνταγματικός διάλογος θα διεξαγόταν σε ένα εντελώς διαφορετικό πλαίσιο, εντός του οποίου η διαφύλαξη της δημόσιας υγείας και η μικρότερη δυνατή συρρίκνωση των θεμελιωδών δικαιωμάτων δεν είναι εγγενώς αντικρουόμενες παράμετροι της καθημερινότητάς μας[25]. Δεν θα περιοριζόταν, δηλαδή, στο εγκλωβιστικό, για ένα κοινωνικό κράτος δικαίου, δίλημμα δημόσια υγεία ή θεμελιώδη δικαιώματα[26] αλλά θα προσπαθούσε να απαντήσει στο ερώτημα υπό ποιες προϋποθέσεις η απόλαυση του δικαιώματος στη συνάθροιση δεν αποτελεί παράγοντα κινδύνου διασποράς του COVID-19[27].

Σε κάθε περίπτωση, το ΣτΕ, αξιολογώντας τις κατατεθείσες αιτήσεις ακύρωσης,θα κληθεί να αποφανθεί[28] επί της ισχύος μίας, εν πολλοίς, αναιτιολόγητης πράξης, έχοντας κατά νου μια σειρά από κλασικές νομολογιακές θέσεις[29] που, έως σήμερα, δεν φαίνεται να έχουν υποστεί ουσιώδη ρήγματα. Μία από αυτές είναι ότι η αιτιολογία μίας πράξης (και δη η πραγματική της βάση) αποκρυσταλλώνεται με την έκδοσή της: Ούτε η διοίκηση μπορεί να «προσθέσει» αιτιολογία στην διοικητική πράξη με αφορμή τη συζήτηση του ένδικου βοηθήματος[30] ούτε και το δικαστήριο επιτρέπεται να υποκαταστήσει την υφιστάμενη αιτιολογία με άλλη, που δεν επικαλέστηκε, σε πρώτο χρόνο, η διοίκηση[31]. Μπορεί, λοιπόν, να διασωθεί η προσβληθείσα πράξη στη βάση μίας γνωμοδότησης που εκδόθηκε στο πλαίσιο διάφορης διαδικασίας και ενόψει επιστημονικών δεδομένων που δεν επικαλείται; Και αν η νομιμότητα της απαγόρευσης συναθροίσεων καταφαθεί εξαιτίας των πιεστικών υγειονομικών δεδομένων, τότε πώς θα δικαιολογηθεί πειστικά η τετραήμερη διάρκεια του μέτρου[32];

Τυχόν επιβεβαίωση της νομιμότητας της πράξης θα οδηγήσει σε ένα, μάλλον, παράδοξο φαινόμενο: Τη στιγμή που πλείστες ατομικές διοικητικές πράξεις -μικρότερης, προφανώς, εμβέλειας- ακυρώνονται εξαιτίας της παράβασης του επίμαχου ουσιώδους τύπου, θα γίνει ανεκτή η πλημμελής τήρηση της διοικητικής προδικασίας ενόψει της απαγόρευσης άσκησης (κατ’ ουσίαν αναστολής) ενός συνταγματικού δικαιώματος. Η αποκατάσταση της νομολογιακής ισορροπίας, κατόπιν μίας τέτοιας κρίσης του ανώτατου διοικητικού δικαστηρίου, θα απαιτήσει αυξημένη προσπάθεια από την δικαιοδοτική λειτουργία. Ακόμη, όμως, και αν αυτή η ισορροπία κάποτε επιτευχθεί, είναι εξαιρετικά αμφίβολο αν θα προσπεραστεί η αντίληψη που θα έχει εγγραφεί στην καρδιά της ελληνικής έννομης τάξης, σχετικά με το κράτος δικαίου και το Σύνταγμα. Εκείνο που θα έχει μείνει είναι μια γυμνή, αδυσώπητη raison d’état, όχι βεβαίως με γνώμονα την κρατική μέριμνα για τη δημόσια υγεία αλλά την κρατική βούληση δραστικής συρρίκνωσης των ελευθεριών συλλογικής δράσης. Είναι γνωστό, εξάλλου, ότι η ελλείπουσα αιτιολογία της απαγόρευσης για την οποία τόσο συζητούμε εμείς οι νομικοί έχει αποκαλυφθεί από τα χείλη του υπουργού Προστασίας του Πολίτη, ανήμερα της επετείου του εορτασμού της εξέγερσης του Πολυτεχνείου: «Αποφασίσαμε σήμερα να μη σταματήσουμε τη ζωή στην πόλη, η πόλη πρέπει να λειτουργεί σα να είναι καθημερινή ημέρα, και θα το συνεχίσουμε αυτό για να τελειώνει η υπόθεση με διαδηλώσεις που καταλύουν την κοινωνική ζωή»[33].


Υποσημειώσεις:

[1] Η υπ’ αριθμ. πρωτ. 1029/8/18/2020 Απόφαση του Αρχηγού της Ελληνικής Αστυνομίας (ΦΕΚ Β’ 5046/14.11.2020), με χρονική ισχύ από την 15.11.2020 (ώρα 06.00 π.μ.) έως και την 18.11.2020 (ώρα 21.00 μ.μ.) (στο εξής: η από 14.11.2020 Απόφαση του Αρχηγού της Αστυνομίας) προβλέπει, στο άρθρο μόνο αυτής (παρ. α) «την απαγόρευση όλων των δημόσιων υπαίθριων συναθροίσεων στο σύνολο της Επικράτειας (άρθρο 11 του Συντάγματος και ν. 4703/2020, Α’ 131) στις οποίες συμμετέχουν τέσσερα (4) ή περισσότερα άτομα» και «την επιβολή κυρώσεων σε περίπτωση παράβασης της ανωτέρω απαγόρευσης» (παρ. β).

[2] Σημαντικό ρήγμα σ’ αυτήν τη νομολογία συνιστούν, πάντως, οι πρόσφατες αποφάσεις του ΣτΕ αναφορικά με τη διδασκαλία του μαθήματος των θρησκευτικών, βλ. εκτενέστερα Χ. Κουρουνδής, Θρησκευτική ελευθερία και δικαστική ιδεολογία: Οι περιπέτειες της διδασκαλίας του μαθήματος των θρησκευτικών στο Συμβούλιο της Επικρατείας, ΤοΣ 1-2/2020 (υπό δημοσίευση).

[3] Το άρθρο 11.1 της διάταξης ορίζει ότι «Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα εις την ελευθερίαν  του  συνέρχεσθαι ειρηνικώς  και εις την ελευθερίαν συνεταιρισμού συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος  ιδρύσεως  μετ`  άλλων  συνδικάτων  και  προσχωρήσεως   εις συνδικάτα επί σκοπώ προασπίσεως των συμφερόντων του.». Η παρ. 2 προβλέπει ότι η Σύμβαση ανέχεται περιορισμούς στο δικαίωμα συνάθροισης, οι οποίοι επιβάλλονται «διά την προστασίαν της υγείας.».

[3] Το άρθρο 11.1 της διάταξης ορίζει ότι «Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα εις την ελευθερίαν  του  συνέρχεσθαι ειρηνικώς  και εις την ελευθερίαν συνεταιρισμού συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος  ιδρύσεως  μετ`  άλλων  συνδικάτων  και  προσχωρήσεως   εις συνδικάτα επί σκοπώ προασπίσεως των συμφερόντων του.». Η παρ. 2 προβλέπει ότι η Σύμβαση ανέχεται περιορισμούς στο δικαίωμα συνάθροισης, οι οποίοι επιβάλλονται «διά την προστασίαν της υγείας.».

[4] Το εν λόγω άρθρο προβλέπει ότι «Ουδεμία  των διατάξεων της παρούσης Συμβάσεως δύναται να ερμηνευθή ως περιορίζουσα ή αναιρούσα τα δικαιώματα του ανθρώπου και θεμελιώδεις ελευθερίας  τα  οποία  τυχόν  αναγνωρίζονται  συμφώνως προς τους νόμους οιουδήποτε των συμβαλλομένων μερών ή  προς  πάσαν  άλλην  σύμβασιν  την οποίαν ταύτα έχουν υπογραψει.».

[5] Έτσι ο Γ. Σωτηρέλης, Από την τοπική απαγόρευση στη γενική αναστολή των δημόσιων υπαίθριων συναθροίσεων: Συνταγματικά προβλήματα και (αχρείαστες) πολιτικές εντάσεις, σε www.constitutionalism.gr, τελευταία επίσκεψη: 19.11.2020.

[6] Βάσει του άρθρου 7.1.α ν. 4703/2020, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ την 10.07.2020, «Επικείμενη δημόσια υπαίθρια συνάθροιση μπορεί να απαγορευθεί αν: α) επαπειλείται σοβαρός κίνδυνος για τη δημόσια ασφάλεια, λόγω ιδιαιτέρως πιθανής διάπραξης σοβαρών εγκλημάτων, ιδίως, κατά της ζωής, της σωματικής ακεραιότητας, της ιδιοκτησίας και της πολιτειακής εξουσίας (…)». Δηλαδή, ο κίνδυνος για την δημόσια ασφάλεια συντρέχει εφόσον θεωρείται ιδιαίτερα πιθανό να διαπραχθούν σοβαρά εγκλήματα και όχι αν απειλείται η δημόσια υγεία. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο νομοθέτης, στον οποίο απευθύνεται, καταρχήν, το άρθρο 11.2 Σ., θα μπορούσε, πιθανώς, να νοηματοδοτήσει διαφορετικά την έννοια της δημόσιας ασφάλειας ώστε η διάταξη του άρθρου 7 ν. 4703/2020 να καλείται σε εφαρμογή σε πλείονες περιπτώσεις. Προνόησε, ωστόσο, για το αντίθετο αφού φαίνεται να πρόκρινε (εύλογα) τη συσταλτική ερμηνευτική εκδοχή του συνταγματικού κειμένου και μάλιστα σε μια περίοδο κατά την οποία η πανδημία βρισκόταν σε εξέλιξη (καλοκαίρι του τρέχοντος έτους). 

[7] Η αίτηση ακύρωσης κατά της από 14.11.2020 Απόφασης του Αρχηγού της Αστυνομίας καθώς και η αίτηση αναστολής ασκήθηκε από την Ελληνική Ένωση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου και το πολιτικό κόμμα ΜΕΡΑ25.

[8] Τούτο θα μπορούσε να συμβεί μόνον εάν το ανώτατο διοικητικό δικαστήριο προχωρούσε σε κατάφαση της πρόδηλης βασιμότητας των λόγων ακύρωσης, έννοια που ερμηνεύεται παραδοσιακά με αυστηρότητα στη νομολογία (ΟλΣτΕ (ΕΑ) 496/2011, 1115-1117/2010, ΣτΕ 312, 150/2014, 294, 210, 138/2013 κ. λπ.).

[9] Βάσει του οποίου «Η αίτηση (…) μπορεί να απορριφθεί, αν κατά τη στάθμιση της βλάβης του αιτούντος, των συμφερόντων τρίτων και του δημοσίου συμφέροντος κρίνεται ότι οι αρνητικές συνέπειες από την αποδοχή θα είναι σοβαρότερες από την ωφέλεια του αιτούντος.».

[10] ΟλΣτΕ (ΕΑ) 262, 263/2020, η περίληψη των οποίων αναρτήθηκε σε www.ste.gr

[11] Το οποίο προβλέπει ότι «Για επιτακτικούς λόγους αντιμετώπισης σοβαρού κινδύνου δημόσιας υγείας που συνίστανται στη μείωση του κινδύνου διασποράς του κορωνοϊού COVID-19, είναι δυνατόν, με απόφαση του Αρχηγού της Ελληνικής Αστυνομίας μετά από γνώμη της Εθνικής Επιτροπής προστασίας της Δημόσιας Υγείας έναντι του κορωνοϊού COVID-19, να επιβάλλεται, για το απολύτως αναγκαίο χρονικό διάστημα, σε όλη την Επικράτεια ή σε ορισμένη μόνο περιοχή, απαγόρευση δημόσιων υπαίθριων συναθροίσεων, στις οποίες συμμετέχει ένας ελάχιστος αριθμός ατόμων. (…)».

[12] Άρθρο 28 ν. 4683/2020.

[13] Και μάλιστα, όχι μόνον για λόγους ασυμβατότητας της νομοθετικής διάταξης με το άρθρο 11 Σ. Στην προκείμενη περίπτωση, το αυτό αντικείμενο ρύθμισης (το πλαίσιο απαγόρευσης των συναθροίσεων) αντιμετωπίζεται από τρεις διαφορετικούς κανόνες δικαίου, που τέθηκαν, διαδοχικά και μέσα σε λίγους μήνες, σε ισχύ: Πρόκειται (i) για το άρθρο 68.2 της από 20.03.2020 ΠΝΠ, (ii) το άρθρο 7 ν. 4703/2020 και (iii) την από υπ’ αριθμ. Δ1α/Γ.Π.οικ.:713432/06.11.2020 ΚΥΑ (ΦΕΚ Β’ 4899/06.11.2020), η οποία έχει χρονική ισχύ από την 07.11.2020 έως την 30.11.2020. Θα μπορούσε να υποστηριχθεί, καταρχήν, ότι το άρθρο 68.2 της από 20.03.2020 καταργήθηκε από τον μεταγενέστερο ν. 4703/2020 που, ως εκτελεστικός του άρθρου 11 Σ., ρυθμίζει εξαντλητικά το αντικείμενό του (βλ. σχετικά, Α. Καϊδατζή, Αντισυνταγματική αναστολή της ελευθερίας συνάθροισης, Εφημερίδα των Συντακτών, 16.11.2020) και δεν περιλαμβάνει ρητή πρόβλεψη με αυτό το περιεχόμενο. Από την άλλη, μεταξύ των προβλέψεων της από 06.11.2020 ΚΥΑ, περιλαμβάνεται η ρύθμιση του άρθρου 1, υπό α/α: 1 στον σχετικό Πίνακα, η οποία ορίζει ότι οι συναθροίσεις/δημόσιες ή κοινωνικές εκδηλώσεις, ανεξαρτήτως χώρου ιδιωτικού ή δημόσιου, εσωτερικού ή εξωτερικού τελούν σε αναστολή με την επιφύλαξη των δημόσιων υπαίθριων συναθροίσεων του άρθρου 11 Σ. και του ν. 4703/2020. Εύκολα παρατηρεί κανείς ότι η διάταξη της από 06.11.2020 ΚΥΑ, η οποία επιτρέπει τις συναθροίσεις του άρθρου 11 Σ. και ν. 4703/2020 για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, είναι ειδικότερη και μεταγενέστερη του άρθρου 68.2 της από 20.03.2020. Θα μπορούσε, λοιπόν, να υποστηριχθεί ότι κατισχύει της γενικότερης προγενέστερης (lex posterior derogat legi priori). Μόλις που χρειάζεται να υπενθυμιστεί ότι τυπικός νόμος και κανονιστική πράξη υψώνονται, καταρχήν, στο ίδιο επίπεδο τυπικής ισχύος (βλ. Ε. Πρεβεδούρου, Οι κανονιστικές πράξεις, σε www.prevedourou.gr, τελευταία επίσκεψη: 19.11.2020, Φ. Σπυρόπουλο, Συνταγματικό Δίκαιο, 2020, σ. 115-116, Α. Τάχο, Διοικητικό Δίκαιο, 2008. σ. 110, Κ. Χρυσόγονο, Συνταγματικό Δίκαιο, 2014, σ. 338). Υπ’ αυτήν την έννοια, για την περίοδο 07.11.2020 έως 30.11.2020 δεν θα ήταν υπερβολικό να επισημανθεί ότι δεν τύγχανε εφαρμογής η από 20.03.2020 ΠΝΠ αλλά η από 06.11.2020 ΚΥΑ με συνέπεια να μην υφίσταται νομική βάση, όπως απαιτείται από το άρθρο 43 Συντάγματος, για την άσκηση της κανονιστικής αρμοδιότητας του Αρχηγού της Αστυνομίας.

[14] Το δαιδαλώδες νομοθετικό πλαίσιο για την απόλαυση του δικαιώματος στη συνάθροιση, όπως παρουσιάστηκε στην προηγούμενη υποσημείωση, προφανώς και ανακινεί το θέμα της τήρησης των κανόνων της καλής νομοθέτησης, που ταλανίζει διαχρονικά την ελληνική έννομη τάξη (για μια αναλυτική πραγμάτευση του θέματος, βλ. την πρόσφατη μονογραφία του Π. Μαντζούφα, Καλή νομοθέτηση και κράτος δικαίου, 2018). Το πρόβλημα έχει, προφανώς, οξυνθεί στην περίοδο της πανδημίας (βλ. ενδεικτικά και μεταξύ άλλων, Χ. Κουρουνδή, Το νέο lock-down και το Σύνταγμα, σε www.constitutionalism.gr, τελευταία επίσκεψη: 19.11.2020), κλονίζοντας την ασφάλεια δικαίου. Το ζήτημα της ανασφάλειας δικαίου σε ενωσιακό επίπεδο πραγματεύεται ο C. Yannakopoulos, La déréglementation constitutionelle en Europe, 2019, ο οποίος μάλιστα διερωτάται εάν αυτή η κατεύθυνση οδηγεί σε έναν νέου τύπου φεουδαρχικό συνταγματισμό (σ. 213-223).

[15] Κατ’ άρθρο 20.1 ΚΔΔ/σίας.

[16] Παραδοσιακά, η γνωμοδοτική διαδικασία αποσκοπεί στην διαφώτιση του αποφασίζοντος οργάνου (βλ.ενδεικτικά, Ε. Πρεβεδούρου, Οι γνωμοδοτήσεις, σε www.prevedourou.gr, τελευταία επίσκεψη: 19.11.2020), ιδίως όταν για τη λήψη της απόφασης απαιτούνται εξειδικευμένες τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις (βλ. Β. Γκέρτσο/Ε. Πρεβεδούρου/Δ. Πυργάκη (/Ρ. Παρλάτζα), Κώδικας Διοικητικής Διαδικασίας-Ερμηνεία κατ’ άρθρο, 2019, σ. 661). Βλ., γενικά, για την εισαγωγή πληροφοριακού υλικού ως σκοπό των διαδικαστικών τύπων, Κ. Γώγο, Διαδικαστικά σφάλματα και ακύρωση των διοικητικών πράξεων, 2017, σ. 52 επ.

[17] Για την αιτιολογία ως ουσιώδη τύπο της διαδικασίας, βλ. ιδίως Β. Καψάλη, Η αιτιολογία ως ουσιώδης τύπος των ατομικών διοικητικών πράξεων: Μία υποβαθμισμένη διαδικαστική εγγύηση, ΕφΔΔ 2010, σ. 568 επ.

[18] Βλ. ενδεικτικά, Ε. Πρεβεδούρου, Η αιτιολογία των διοικητικών πράξεων, σε www.prevedourou.gr, τελευταία επίσκεψη: 19.11.2020.

[19] Όπως προκύπτει από το άρθρο 11.2 Σ. αλλά και το άρθρο 7 ν. 4703/2020. Όπως επισημαίνεται στην θεωρία, η πρόβλεψη του άρθρου 11.2 Σ. αποτελεί την μία από τις δύο περιπτώσεις που το Σύνταγμα επιβάλλει ρητώς την αιτιολόγηση διοικητικής πράξης (βλ. Β. Γκέρτσο/Ε. Πρεβεδούρου/Δ. Πυργάκη (/Β. Καψάλη), Κώδικας Διοικητικής Διαδικασίας-Ερμηνεία κατ’ άρθρο, 2019, σ. 567). Εξάλλου, βάσει της νομολογίας του ΣτΕ, όταν η εξουσιοδοτική διάταξη θέτει κριτήρια βάσει των οποίων θα κινηθεί η κανονιστικώς δρώσα διοίκηση με την χρήση αόριστων νομικών εννοιών, απαιτείται αιτιολογία της κανονιστικής πράξης (ΣτΕ 2866/1986, όπως παραπέμπεται από Ε. Πρεβεδούρου, όπ. π.).

[20] Βλ. για τον όρο, Κ. Γώγο, Ο δικαστικός έλεγχος των διαδικαστικών τύπων στις φορολογικές διαφορές, ΔιΔικ 2019, σ. 930.

[21] Όπως εξηγεί ο Κ. Γώγος, στο (ελληνικό) ουσιαστικό διοικητικό δίκαιο έχει επικρατήσει μία φορμαλιστική και καθόλου εύκαμπτη αντίληψη για τα διαδικαστικά σφάλματα, βάσει της οποίας η αναπόφευκτη έννομη συνέπεια οιασδήποτε παράβασης είναι η ακύρωση της διοικητικής πράξης (βλ. Κ. Γώγο, Διαδικαστικά σφάλματα και ακύρωση των διοικητικών πράξεων, 2017, σ. 139-140).   

[22] Βάσει των δηλώσεων του μέλους του συλλογικού οργάνου Γ. Μαγιορκίνη, που αναπαρήχθησαν στις περισσότερες διαδικτυακές ενημερωτικές ιστοσελίδες.

[23] Βλ. ανωτέρω, υποσημ. 13.

[24] Πάντως, βάσει των επιστημονικών δεδομένων που έχουν τεθεί υπόψη του κοινού, και δη των δηλώσεων του Σ. Τσιόδρα την 05.11.2020, «το 86% των μεταδόσεων (…) δείχνει ότι συμβαίνει σε κλειστούς χώρους». Εξάλλου, το σύνολο της επιστημονικής κοινότητας φαίνεται να συμφωνεί ότι η επέλαση του δεύτερου κύματος του COVID-19 κορυφώνεται στους χειμερινούς μήνες επειδή ακριβώς οι άνθρωποι παραμένουν σε κλειστούς χώρους.

[25] Σύμφωνα με την εύστοχη διατύπωση του Ξ. Κοντιάδη, «Πρόκειται για αναγκαία αντανακλαστικά μπροστά στον κίνδυνο που ενδημεί σε κάθε έκτακτη συνθήκη (…) το αίτημα για αποτελεσματικότητα κατά τη διαχείριση της κρίσης να οδηγήσει σε υπέρμετρη συρρίκνωση των δικαιωμάτων.». Βλ. Ξ. Κοντιάδη, Δημόσια υγεία και συναθροίσεις, σε www.syntagmawatch.gr, τελευταία επίσκεψη: 19.11.2020.

[26] Το πρόβλημα αυτό θα ανέκυπτε, φυσικά, στην περίπτωση που η Εθνική Επιτροπή κατέληγε στην απάντηση που υιοθέτησε, ερήμην του συλλογικού οργάνου, ο Αρχηγός της Αστυνομίας. Ένα τέτοιο ενδεχόμενο, όμως, καθόλου δεν απομειώνει την αυτοτελή αξία της προηγούμενης γνώμης της Επιτροπής. Τούτη θα εξυπηρετούσε τις πολλαπλές λειτουργίες που επιτελεί η υποχρέωση αιτιολόγησης των διοικητικών πράξεων, στις οποίες περιλαμβάνεται η διευκόλυνση του δικαστικού ελέγχου (βλ. ιδίως Μ. Πικραμένο, Η αιτιολογία των διοικητικών πράξεων, 2012, σ. 76 επ.).

[27] Αυτήν την φορά θα όφειλαν να έχουν τα ερωτήματα που απευθύνονται από το εκάστοτε αποφασίζον όργανο στα επιστημονικά γνωμοδοτικά συλλογικά όργανα. 

[28] Εφόσον, φυσικά, η δίκη δεν καταργηθεί κατ’ άρθρο 32.2 π.δ. 18/1989.

[29] Αλλά και κάποια, σχετικά νέα, δικονομικά εργαλεία, όπως το άρθρο 50.3α π.δ. 18/1989. Εξυπακούεται ότι η δικονομική λύση ενός προβλήματος του ουσιαστικού δικαίου αποτελεί, από μόνη της, μία ιδιόμορφη συνθήκη. Βλ. σχετικά, Κ. Γώγο, Ο κατά χρόνον περιορισμός των ακυρωτικών αποτελεσμάτων της δικαστικής απόφασης στην πρόσφατη νομολογία ΣτΕ, ΘΠΔΔ 2015, σ. 726 επ.

[30] Βλ. αντί πολλών, Β. Γκέρτσο/Ε. Πρεβεδούρου/Δ. Πυργάκη (/Β. Καψάλη), Κώδικας Διοικητικής Διαδικασίας-Ερμηνεία κατ’ άρθρο, 2019, σ. 580-581, με τις εκεί παραπομπές στη νομολογία και την σταχυολόγηση των ελάχιστων επιτρεπόμενων εξαιρέσεων του κανόνα.

[31] Βλ. ενδεικτικά, ΣτΕ 3061/2015, 4069/2012, 878/2004 κ.λπ.

[32] Αν μπορεί να αντλήσει κανείς συμπεράσματα από την περίληψη των αποφάσεων ΣτΕ (Ολ) 262, 263/2020 (βλ. ανωτέρω, υποσημ. 10), το ΣτΕ φαίνεται να αρκείται, προς το παρόν και για τις ανάγκες της προσωρινής δικαστικής προστασίας, στην από 04.11.2020 γνωμοδότηση της Εθνικής Επιτροπής και στα «παγκοίνως» γνωστά δεδομένα που προκύπτουν από τις επιδημιολογικές εκθέσεις του ΕΟΔΥ, βάσει των απόψεων του Δημοσίου.

[33] https://www.skai.gr/news/politics/xrysoxoidis-ston-skai-giati-epitrepsame-politikes-ekdiloseis-tha-diereynithei-i-poreia-tou-kke

Κουρουνδής Χαράλαμπος
Διδάκτορας Συνταγματικού Δικαίου ΑΠΘ, υπότροφος μεταδιδακτορικός ερευνητής, δικηγόρος

Τσιγαρίδας Βασίλης
Διδάκτορας Διοικητικής Δικονομίας ΑΠΘ, δικηγόρος

Share on facebook
Share on twitter
Share on email
Share on print
Share on facebook
Share on twitter
Share on email
Share on print

Σου άρεσε το άρθρο, αλλά σου δημιούργησε νέες απορίες;

Έχεις και άλλα ερωτήματα που σε απασχολούν σε σχέση με το Σύνταγμα, τους Θεσμούς, τα δικαιώματα και τη λειτουργία της Δημοκρατίας;

Σχετικά Άρθρα

Η αποτελεσματικότητα της ψήφου των Ελλήνων του εξωτερικού

Το άρθρο 51 παρ. 4 του Συντάγματος δεν εισάγει ένα «νέο» δικαίωμα για τους Έλληνες πολίτες του εξωτερικού, αλλά απλώς θέλει να καταστήσει εφικτή την άσκησή του εκλογικού δικαιώματος στον τόπο κατοικίας ή διαμονής τους, δηλαδή να διασφαλίσει την αποτελεσματικότητά του, κατ’ εφαρμογήν και του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος.

Περισσότερα

Σύνταγμα και Πανδημία: Βιοηθική (video-podcast)

Στο 7ο βίντεο του αφιερώματος «Σύνταγμα και Πανδημία» η Φερενίκη Παναγοπούλου, Επίκουρη Καθηγήτρια Συνταγματικού Δικαίου, και η Αλκμήνη Φωτιάδου, Διδάκτωρ Συνταγματικού Δικαίου – Δικηγόρος, συζητούν για τα επιτακτικά διλήμματα που θέτει η βιοηθική στο πλαίσιο των συνθηκών της πανδημίας, όπως η υποχρεωτικότητα ή μη των εμβολιασμών και η διαλογή ασθενών.

Περισσότερα

Ο κόσμος μετά τον Covid-19

Με τη συμμετοχή νομικών, ακαδημαϊκών, καθηγητών, δημοσιογράφων
πραγματοποιήθηκε χθες το απόγευμα η διαδικτυακή εκδήλωση που διοργάνωσε το Ίδρυμα Θεμιστοκλή και Δημήτρη Τσάτσου-Κέντρο Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου με θέμα: «Ο κόσμος μετά τον Covid-19».

Περισσότερα