Τα πολιτικά δικαιώματα των καταδικασθέντων μελών της ΧΑ, το Σύνταγμα και η ΕΣΔΑ (ΙΙ): Μπορεί να απαγορευθεί η συμμετοχή στις εκλογές του κόμματος της ΧΑ, μέλη του οποίου έχουν καταδικασθεί για ορισμένα ποινικά αδικήματα;

Η μάχιμη Δημοκρατία όπως είναι η δική μας χρειάζεται περισσότερα όπλα απ’ ό,τι αυτά που της δίνει το κοινό Ποινικό Δίκαιο. Η περίπτωση του νεοναζιστικού μορφώματος της Χρυσής Αυγής, όπως και παλαιότερα της τρομοκρατικής οργάνωσης 17 Νοέμβρη αλλά και άλλων τρομοκρατικών οργανώσεων, που αμφισβήτησαν την Δημοκρατία μας με την βία και τα όπλα, χύνοντας το αίμα αθώων, καταδεικνύει ότι η Δημοκρατία έχει εχθρούς ένθεν κακείθεν του πολιτικού φάσματος και χρειάζεται οπλοστάσιο στο πλαίσιο του Κράτους Δικαίου για να αμυνθεί.

Εισαγωγή

Η αυλαία στην πενταετή και πλέον δικαστική «παράσταση» της δίκης της Χρυσής Αυγής έπεσε προχθές με την τελευταία φάση της, αυτήν ως προς το ανασταλτικό αποτέλεσμα της έφεσης των καταδικασθέντων μελών της. Τα περισσότερα μέλη της ΧΑ θα εκτίσουν τις ποινές τους στην φυλακή και η απόφαση προκάλεσε την δικαιολογημένη ικανοποίηση της κοινής γνώμης. Το θέμα τώρα είναι η πολιτική τύχη των μελών αυτών και του κόμματός τους από εδώ και πέρα. Αυτή βεβαίως συναρτάται εν μέρει και με την νομική αντιμετώπισή τους.

Σε προηγούμενο άρθρο μας στην παρούσα ιστοσελίδα[1] είχαμε αναφερθεί στα υποκειμενικά πολιτικά δικαιώματα των καταδικασθέντων μελών της ΧΑ και κυρίως του δικαιώματος του εκλέγεσθαι, το οποίο σύμφωνα με το άρθρο 55 Σ είναι παρακολουθηματικό του δικαιώματος του εκλέγειν του άρθρου 51 παρ. 3 εδ. β΄ Σ. Στο παρόν άρθρο θα αναφερθούμε στα πολιτικά δικαιώματα του κόμματος. Πρέπει να ξεκαθαρίσουμε ότι η νομική αντιμετώπιση των προσώπων είναι διαφορετική από αυτήν του κόμματος, αφορά διαφορετικές διατάξεις του Συντάγματος και της ΕΣΔΑ, παρ’ όλα αυτά τα πολιτικά δικαιώματα του κόμματος μπορεί να αφορούν έμμεσα και το πολιτικό δικαίωμα του εκλέγεσθαι των καταδικασθέντων μελών του.

Το θέμα αφορά κατά βάση την ερμηνεία του άρθρου 29 παρ. 1 Σ και του άρθρου 11 ΕΣΔΑ. Για να είναι σύννομη μία νομοθετική, διοικητική ή δικαστική ρύθμιση που θα προβλέπει ή θα επιβάλει την διάλυση ενός κόμματος ή την απαγόρευση συμμετοχής του στις εκλογές θα πρέπει σωρευτικά να είναι σύμφωνη και με τα δύο υπερνομοθετικής ισχύος νομικά κείμενα, ανεξαρτήτως της όποιας υπεροχής του ενός ή του άλλου, κατά την αρχή της ισχύος της ευνοϊκότερης για την άσκηση του δικαιώματος ρύθμισης, εκτός εάν πράγματι υπάρχει θέμα σύγκρουσης του πεδίου εφαρμογής δύο διατάξεων, η οποία εν προκειμένω δεν διαφαίνεται.

Η μέχρι τώρα συνταγματική αντιμετώπιση της απαγόρευσης κόμματος

Το ζήτημα της απαγόρευσης ενός κόμματος δεν ρυθμίζεται στο άρθρο 29 Σ ή οπουδήποτε αλλού στο Σύνταγμα. Τουναντίον, πρόταση στο Κυβερνητικό Σχέδιο Αναθεώρησης του Συντάγματος στην Ε΄ Αναθεωρητική Βουλή το 1975, που θα προέβλεπε την απαγόρευση κόμματος με δικαστική απόφαση και λειτουργία των κομμάτων υπό την επιφύλαξη του νόμου κατά τα πρότυπα του άρθρου 21 του Γερμανικού Θεμελιώδους Νόμου απεσύρθησαν από την ίδια την τότε κυβερνητική πλειοψηφία μετά από έντονη διαφωνία του συνόλου της τότε Αντιπολίτευσης αλλά και της θεωρίας του Συνταγματικού Δικαίου. Οι μνήμες από την απαγόρευση του ΚΚΕ αλλά και την αντιμετώπιση της προδικτατορικής ΕΔΑ ως κόμματος της κοινοβουλευτικής Αριστεράς ήταν ακόμα νωπές, η δε νομιμοποίησή του πρώτου από την Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας και η συμμετοχή του στις πρώτες μεταδικτατορικές εκλογές του Νοεμβρίου 1974 δεν θεωρήθηκαν ακόμα αρκετά για να αποτρέψουν την καχυποψία ότι η απαγόρευση θα επιβληθεί στο μέλλον, έστω υπό τον μανδύα δικαστικής απόφασης.

Στο πλαίσιο αυτό κινήθηκε η νομολογία και η θεωρία, όπου η μεν τελευταία κατά απολύτως κρατούσα άποψη δεν δέχεται ότι υπό το καθεστώς του ισχύοντος Συντάγματος επιτρέπεται η απαγόρευση κόμματος, έστω και με δικαστική απόφαση, η δε νομολογία με δύο αποφάσεις σε ανώτατο επίπεδο έκρινε όχι μόνο ανεπίτρεπτη την δικαστική απαγόρευση κόμματος, θέμα που ούτως ή άλλως δεν τέθηκε ποτέ μεταδικτατορικά μέχρι πρότινος, αλλά και ότι εκ του άρθρου 29 παρ. 1 Σ «προκύπτει σαφής και έντονος πρόθεσις αποφυγής, όσο το δυνατόν περισσότερον, θεσπίσεως κανόνων ρυθμιζόντων την εμφάνισιν, οργάνωσιν και λειτουργίαν των κομμάτων ίνα αποφευχθεί πάσα επέμβασις εις την ελευθερίαν των»[2] καθώς και το ότι «διαφαίνεται η πρόθεση του Συνταγματικού Νομοθέτη να αποφευχθεί κάθε επέμβαση νομοθετική ή δικαστική στη λειτουργία τους. Αυτό που θέλει να διασφαλίσει το Σύνταγμα στο άρθρο 29 παρ. 1, είναι ότι η οργάνωση και η δράση των κομμάτων θα εξυπηρετούν την ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος, όχι υπό το πλέγμα περιοριστικών διατάξεων, που θα ορίσει ο κοινός νομοθέτης (επί παραδείγματι, όταν αφορά την ανάδειξη της ηγεσίας τους και εν γένει τη λήψη των αποφάσεων των οργάνων τους και την εσωτερική λειτουργία τους), αλλά με τη συγκεκριμένη συμμετοχή των κομμάτων στη λειτουργία του πολιτεύματος. Για το λόγο δε αυτό, περιεχόμενο νόμου σχετικού με την οργάνωση και δράση των κομμάτων δεν μπορεί να αποτελέσει κάτι περισσότερο από την επιβολή στα κόμματα της υποχρέωσης να διαθέτουν και δημοσιεύουν καταστατικό, ώστε, ως θεσμοί που οφείλουν να λειτουργούν υπό καθεστώς διαφάνειας των οργανωτικών δομών και στόχων τους, να προσφέρονται σε πολιτική αξιολόγησή τους από μέρους των πολιτών όχι μόνο από το πρόγραμμά τους, αλλά και με την εικόνα που εμφανίζουν προς τα έξω σε σχέση με την οργάνωση, διοίκηση και λειτουργία τους».[3]

Συνέπεια των ανωτέρω είναι ότι η ρήτρα περί εξυπηρέτησης της ελεύθερης λειτουργίας του δημοκρατικού πολιτεύματος από την οργάνωση και δράση των κομμάτων έχει περισσότερο προγραμματικό-παιδαγωγικό χαρακτήρα και αποτελεί lex imperfecta.[4]

Η πρόταση για απαγόρευση συμμετοχής στις εκλογές

Κι αν ως προς την συνταγματική απαγόρευση της απαγόρευσης κόμματος θεωρία και νομολογία ομονοούν δεν συμβαίνει το ίδιο με άλλες κυρώσεις εκλογικού χαρακτήρα που προτείνεται να επιβληθούν. Έτσι προτείνεται[5] να επιβληθεί από τον κοινό εκλογικό νομοθέτη, δηλ. την εκλογική νομοθεσία, η απαγόρευση με απόφαση του Α΄ Τμήματος Αρείου Πάγου σύμφωνα με το άρθρο 35 ΕΝ (ΠΔ 26/2012) συμμετοχής στις βουλευτικές εκλογές οποιουδήποτε κόμματος, τα μέλη του οποίου έχουν καταδικασθεί, ακόμα και με οριστική ή έστω τελεσίδικη απόφαση για συγκεκριμένα αδικήματα, όπως τα αδικήματα κατά του πολιτεύματος (άρθρα 134 επ. ΠΚ), της σύστασης, συμμετοχής και διεύθυνσης εγκληματικής οργάνωσης (άρθρο 187 ΠΚ) και της τρομοκρατικής οργάνωσης (άρθρο 187Α ΠΚ). Η συγκεκριμένη κύρωση βέβαια πρέπει να εξετασθεί ανεξαρτήτως του εάν μπορεί να προβλεφθεί η στέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων των καταδικασθέντων μελών συνεπεία αμετάκλητης ποινικής καταδίκης ως διοικητική κύρωση σύμφωνα με την εκλογική νομοθεσία.

Η αλήθεια είναι ότι η απαγόρευση συμμετοχής στις εκλογές είναι συγκριτικά πιο ήπιο μέτρο από την πλήρη απαγόρευση ή/και την διάλυση υπάρχοντος κόμματος. Το ζήτημα είναι όμως εάν το Σύνταγμα μπορεί να προβλέψει ένα τέτοιο περιοριστικό της δράσης ενός κόμματος μέτρο, το οποίο εμπίπτει στο πεδίο προστασίας της παρ. 1 του άρθρου 29 (ίδρυση, οργάνωση, συμμετοχή και δράση) που δεν τελεί υπό την επιφύλαξη του νόμου και όχι στην παρ. 2 του άρθρου 29 (κρατική χρηματοδότηση), που τελεί υπό την επιφύλαξη του νόμου.

Η εδώ υποστηριζόμενη άποψη: Δεν μπορούμε να διακρίνουμε μεταξύ απαγόρευσης κόμματος και απαγόρευσης συμμετοχής στις εκλογές

Νομίζουμε ότι η αντιμετώπιση δεν μπορεί να είναι διαφορετική και για τις δύο περιπτώσεις. Ό,τι ισχύει για την απαγόρευση ως προς την νομοθετική της αντιμετώπιση ισχύει και για την απαγόρευση συμμετοχής στις εκλογές. Είναι ορθό ότι ο νομοθέτης μπορεί να παρέμβει και σε περιπτώσεις που αυτό δεν ορίζεται ρητά από το Σύνταγμα. Στις περιπτώσεις περιορισμών των θεμελιωδών δικαιωμάτων υπάρχουν δικαιώματα που δεν αναφέρεται expressis verbis ότι τελούν υπό την επιφύλαξη του νόμου, όπως τα δικαιώματα του άρθρου 16 παρ. 1 Σ, η ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας του άρθρου 5 παρ. 1 Σ και το δικαίωμα στο περιβάλλον του άρθρου 24 παρ. 1 Σ. Παρ’ όλα αυτά γίνεται δεκτή η παρέμβαση του νομοθέτη και σε αυτά τα δικαιώματα, στην περίπτωση του άρθρου 5 παρ. 1 Σ μάλιστα γίνεται δεκτή η παρέμβαση με απλή επιφύλαξη του νόμου. Βεβαίως η περίπτωση του άρθρου 29 παρ. 1 Σ είναι ιστορικά και ποιοτικά διαφορετική από τις προαναφερθείσες, όμως, για να ενισχύσουμε την άμυνα της δημοκρατίας έναντι αντιδημοκρατικών και βίαιων μορφωμάτων όπως αυτό της Χρυσής Αυγής, πρέπει να δεχθούμε ότι ο νομοθέτης μπορεί να παρέμβει πέραν των όσων μέχρι τώρα έχουν δεχθεί θεωρία κα νομολογία. Αυτό μπορεί να γίνει υπό τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α) Η παρέμβαση του νομοθέτη θα αποσκοπεί στην προστασία της ελεύθερης λειτουργίας του δημοκρατικού πολιτεύματος όπως ορίζει η παρ. 1 του άρθρου 29 Σ, στην οποία πρέπει να προσδώσουμε πλέον κανονιστική και όχι απλή προγραμματική σημασία. Ως δημοκρατικό πολίτευμα πρέπει να θεωρηθούν lato sensu όλες οι θεμελιώδεις αρχές του Συντάγματος (δημοκρατική, αντιπροσωπευτική, κοινοβουλευτική, της προεδρευόμενης Δημοκρατίας, αρχή του πολυκομματισμού, του κοινωνικού κράτους δικαίου, της διάκρισης των εξουσιών). Μόνο η προστασία συνταγματικών αγαθών και μάλιστα υπό την μορφή θεμελιωδών αρχών του Συντάγματος μπορεί να δικαιολογήσει την παρέμβαση του νομοθέτη στις περιπτώσεις που αυτή δεν προβλέπεται expressis verbis κατά την θεωρία των ενδογενών περιορισμών των θεμελιωδών δικαιωμάτων (immanente Grunderechtsschranken). Εδώ έχουμε ένα πολιτικό δικαίωμα που μπορεί να περιορισθεί και πέραν των όσων προβλέπει ρητά το Σύνταγμα για τους ανωτέρω λόγους.

β) Μέτρο κρίσης δεν θα είναι η ιδεολογία αλλά η πρακτική των μελών του κόμματος σε συνάρτηση με το Ποινικό Δίκαιο. Τα αδικήματα των άρθρων 134 επ. ΠΚ και υπό προϋποθέσεις των άρθρων 187 και 187Α ΠΚ, όπως στην περίπτωση του κόμματος της ΧΑ, στρέφονται ή μπορούν να στραφούν κατά της λειτουργίας του δημοκρατικού πολιτεύματος lato sensu.

γ) Για την επιβολή του επίμαχου μέτρου πρέπει να τηρείται η αρχή της αναλογικότητας. Αν για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού είναι επαρκής η μη συμμετοχή στις εκλογές, αυτή πρέπει να προκρίνεται από την πλήρη διάλυση, από την άλλη η μη συμμετοχή στις εκλογές μπορεί να υποχωρήσει έναντι της αναστολής ή και απαγόρευσης χρηματοδότησης κ.ο.κ.

δ) Η νομοθετική παρέμβαση πρέπει να προβλέπει την επιβολή του όποιου μέτρου με δικαστική απόφαση και ακόμη καλλίτερα Ανωτάτου Δικαστηρίου εν προκειμένω του ΑΠ και μάλιστα της Ολομελείας. Στην περίπτωση απαγόρευσης ή διάλυσης κόμματος μπορεί να προβλεφθεί αρμοδιότητα της Ολομελείας του ΑΠ κατά την διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας των άρθρων 739 επ. ΚΠολΔ, η οποία εφαρμόζεται και στην περίπτωση διάλυσης σωματείου. Άλλωστε ο ΑΠ είναι το μοναδικό από τα Ανώτατα Δικαστήρια του οποίου οι αρμοδιότητες δεν προβλέπονται εξαντλητικά στο Σύνταγμα, αλλά καθορίζονται από τον κοινό δικονομικό νομοθέτη.

Δυσκολίες αποδοχής της εδώ υποστηριζόμενης άποψης

Έχουμε επίγνωση ότι η παραπάνω άποψη προσκρούει σε διάφορα εμπόδια. Όσον αφορά την απαγόρευση αντίκειται στην μέχρι τώρα κρατούσα άποψη και στην ιστορία της διάταξης. Όμως η ιστορία μιας διάταξης δεν μπορεί να στέκεται εσαεί εμπόδιο στην δυναμική της ερμηνεία όταν η τελευταία δεν αντιβαίνει στο γράμμα της. Εν προκειμένω η αρχή ότι «εφόσον δεν προβλέπεται απαγορεύεται στον νομοθέτη», μπορεί να αντιστραφεί σε «εφόσον δεν απαγορεύεται επιτρέπεται στον νομοθέτη» υπό τις ανωτέρω αυστηρές προϋποθέσεις βέβαια. Επίσης, και για τα δύο απαγορευτικά μέτρα αντιτείνεται το πολιτικό επιχείρημα ότι η οποιαδήποτε απαγόρευση μπορεί να «θυματοποιήσει» ένα τέτοιο κόμμα στην κοινή γνώμη ή ότι δεν μπορείς να απαγορεύεις ή να αρνείσαι την συμμετοχή στις εκλογές σε ένα κόμμα που στις εκλογές παίρνει ένα μη ευκαταφρόνητο ποσοστό, και πάντως υπερβαίνει το κατώφλι του 3% για να εισέλθει στην Βουλή. Τέτοια πολιτικά επιχειρήματα έχουν αναμφίβολα λογική βάση, δεν είναι όμως του παρόντος η ανάπτυξη και η αντιπαράθεση με αυτά.

Η άποψη αυτή δεν θα πρέπει να φοβίζει το ΚΚΕ και να ξυπνά τα φαντάσματα του παρελθόντος. Κατά την άποψή μας, πλην της ακτιβιστικής συνδικαλιστικής δράσης του συνδικαλιστικού του βραχίονα ΠΑΜΕ που ορισμένες φορές υπερβαίνει την νομιμότητα όχι όμως με τα ανωτέρω ποινικά αδικήματα, το ΚΚΕ θεωρείται κόμμα ενσωματωμένο στο πολιτικό μας σύστημα όσο κι αν φαίνεται να το πολεμάει. Άλλωστε πόρρω απέχουν από το να κατηγορηθούν μέλη του για την διάπραξη των αδικημάτων κατά του πολιτεύματος, της εγκληματικής οργάνωσης ή της τρομοκρατίας. Αν κάποια κόμματα ή συλλογικότητες της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς φλερτάρουν με αυτά τα αδικήματα ή και τα διαπράττουν, τότε δικαιολογημένα αυτοί μπορούν να φοβούνται αλλά τέτοιου είδους ρυθμίσεις πρέπει να ισχύουν για όλους είτε ανήκουν στην Άκρα Δεξιά είτε στην Άκρα Αριστερά είτε οπουδήποτε αλλού. Δεν μπορεί ο νομοθέτης να νομοθετήσει για ένα κόμμα, διότι μιμητές του με διαφορετικά κίνητρα και ιδεολογίες αλλά ανάλογες ή διαφορετικές, το ίδιο όμως απεχθείς πρακτικές μπορούν να βρεθούν και σε άλλα μέρη του πολιτικού φάσματος.

Μπορεί η μεσοβέζικη λύση της απαγόρευσης συμμετοχής ενός τέτοιου κόμματος στις εκλογές να είναι πιο εύπεπτη πολιτικά από την πλήρη απαγόρευση ή διάλυση, όμως φοβάμαι ότι είναι εξίσου συνταγματικά ανεπίτρεπτη αν εμμείνουμε με συνέπεια όμως στην μέχρι τώρα κρατούσα άποψη ότι με βάση την ιστορία της διάταξης και ελλείψει ρητής συνταγματικής sedes materiae δεν επιτρέπεται η απαγόρευση κόμματος. Δεν θα πρέπει να παραβλέπουμε ότι με βάση την ιστορία της διάταξης δεν απαλείφθηκε μόνο η ρύθμιση για την απαγόρευση του κόμματος αλλά και αυτή της λειτουργίας των κομμάτων υπό την επιφύλαξη του νόμου. Αν λοιπόν για λόγους ιστορικής ερμηνείας δεν μπορούμε να δεχθούμε την κομματική απαγόρευση για τους ίδιους λόγους δεν μπορούμε να δεχθούμε το οποιοδήποτε περιοριστικό μέτρο με βάση την αρχή της επιφύλαξης του νόμου.

Η εδώ υποστηριζόμενη άποψη υπό το πρίσμα της ΕΣΔΑ

Όσον αφορά την ΕΣΔΑ τα πράγματα είναι πιο απλά με βάση το άρθρο 11 ΕΣΔΑ, στο οποίο εντάσσεται το δικαίωμα ίδρυσης και συμμετοχής σε κόμμα και την νομολογία του ΕΔΔΑ. Το άρθρο 29 παρ. 1 Σ παρέχει μεγαλύτερη προστασία σε ένα κόμμα απ’ ό,τι το άρθρο 11 ΕΣΔΑ, το οποίο αντιμετωπίζει ένα κόμμα τυπικά όπως ένα Σωματείο, σε αντίθεση με το άρθρο 29 παρ. 1 Σ που αποτελεί lex specialis σε σύγκριση με το άρθρο 12 Σ που κατοχυρώνει το δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι.[6] Το ΕΔΔΑ σε αρκετές περιπτώσεις έχει επιτρέψει υπό τις προϋποθέσεις της παρ. 2 του άρθρου 11 απαγορεύσεις και άλλα περιοριστικά μέτρα σε κόμματα.[7]

Περιοριστικά μέτρα κατά κόμματος και δικαίωμα εκλέγεσθαι των καταδικασθέντων μελών του

Η διάλυση ή απαγόρευση συμμετοχής ενός κόμματος στις εκλογές δεν έρχεται σε αντίθεση με το δικαίωμα του εκλέγεσθαι των καταδικασμένων μελών του, ακόμη κι αν ήθελε να γίνει δεκτό ότι δεν μπορούν να τους αφαιρεθούν τα πολιτικά δικαιώματα ούτε με διοικητική κύρωση από τον κοινό εκλογικό νομοθέτη , εφόσον εάν δεν τους έχουν αφαιρεθεί τα πολιτικά δικαιώματα μπορούν να κατέλθουν υποψήφιοι ως ανεξάρτητοι.

Επίλογος

Η μάχιμη Δημοκρατία όπως είναι η δική μας χρειάζεται περισσότερα όπλα απ’ ό,τι αυτά που της δίνει το κοινό Ποινικό Δίκαιο. Η περίπτωση του νεοναζιστικού μορφώματος της Χρυσής Αυγής, όπως και παλαιότερα της τρομοκρατικής οργάνωσης 17 Νοέμβρη αλλά και άλλων τρομοκρατικών οργανώσεων, που αμφισβήτησαν την Δημοκρατία μας με την βία και τα όπλα, χύνοντας το αίμα αθώων, καταδεικνύει ότι η Δημοκρατία έχει εχθρούς ένθεν κακείθεν του πολιτικού φάσματος και χρειάζεται οπλοστάσιο στο πλαίσιο του Κράτους Δικαίου για να αμυνθεί. Στο πλαίσιο αυτό δεν βοηθάει το να παραμένουμε προσκολλημένοι στα σύνδρομα του παρελθόντος και μάλιστα του προδικτατορικού τα οποία ιστορικά έχουν ξεπεραστεί.

Οι εχθροί της Δημοκρατίας στην σημερινή εποχή δεν έχουν καμία σχέση με την προδικτατορική περίοδο. Γι αυτό χρειάζεται νέο και εκσυγχρονισμένο οπλοστάσιο. Το βενιζελικής κοπής «ιδιώνυμο» της περιόδου του μεσοπολέμου και η εκτός θέσης νόμου του ΚΚΕ, αποτελούν αναχρονισμούς ήδη από την πρώτη περίοδο της μεταπολίτευσης. Οι σύγχρονοι κίνδυνοι για την Δημοκρατία είναι ο κάθε είδους λαϊκισμός, ο οποίος σε ακραία μορφή εκφράζεται από την ακροδεξιά και νεοναζιστική βία και την ακροαριστερή τρομοκρατία.

Νομίζω ότι η παραπάνω προτεινόμενη λύση, η οποία μπορεί να συμβάλει στην άμυνα της Δημοκρατίας έναντι των εχθρών της, χωρίς συνταγματική αναθεώρηση, αποτελεί ένα είδος «ρήξης» με την ιστορία του άρθρου 29 παρ. 1 Σ, χωρίς όμως να ανατρέπεται ή αποδυναμώνεται το μέχρι σήμερα κεκτημένο του όσον αφορά την λειτουργία των κομμάτων και την αρχή του πολυκομματισμού ως θεμελιώδη αρχή του Συντάγματος. Πρέπει όμως αυτή την ρήξη να την αντιμετωπίσουμε προσεκτικά, όχι εν θερμώ και πάντως με συνέπεια, εάν θέλουμε εκτός από αποτελεσματικοί να είμαστε και θεσμικά ορθοί.


Υποσημειώσεις:

[1] Έτσι ΣτΕ (Δ΄ Τμήμα) 2145/1979.

[2] Έτσι ΑΠ (Α΄ Τμήμα) 590/2009 ΧρΙΔ 2010 σελ. 198.

[3] Απόκλιση από τα ανωτέρω δεν μπορεί να θεωρηθεί η ΣτΕ (Ολ) 518/2015 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, η οποία σε υπόθεση αναστολής χρηματοδότησης του κόμματος της ΧΑ εξέτασε το θέμα υπό το πρίσμα της αρχής της επιφύλαξης του νόμου της παρ. 2 του άρθρου 29 Σ και έκρινε το επίδικο νομοθετικό μέτρο καταρχήν σύμφωνο με το Σύνταγμα, καταφεύγοντας όμως ερμηνευτικά και στην ρήτρα δημοκρατικότητας της παρ. 1 του άρθρου 29 Σ.

[4] Μεταξύ άλλων από τους Καθηγητές Γ. Σωτηρέλη, Χ. Ανθόπουλο και Ξ. Κοντιάδη.

[5] Πρβλ. ΑΠ 590/2009 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.

[6] Πρβλ. μεταξύ άλλων ΕΔΔΑ, απόφαση της 30.1.1998, αρ. προσφ. 19392/92, Συλλγ. 1998-Ι, παρ. 45 επ. (Ενωμένο Κομμουνιστικό Κόμμα Τουρκίας και λοιποί ./. Τουρκίας), ΕΔΔΑ (Τμήμα Μείζονος Συνθέσεως), απόφαση της 13.2.2003, αρ. συνεκικαζομένων υποθέσεων 41340/9841342/9841343/98 and 41344/98 παρ. 86 επ. (Refah Partísí και άλλοι ./. Τουρκίας).

[7] Πρβλ. την προβληματική στο μέρος Ι, όπ. παρ. (υποσημ. 1).

Χαράλαμπος Τσιλιώτης
Επίκουρος Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσεων Πανεπιστημίου Πελοποννήσου

Share on facebook
Share on twitter
Share on email
Share on print
Share on facebook
Share on twitter
Share on email
Share on print

Σου άρεσε το άρθρο, αλλά σου δημιούργησε νέες απορίες;

Έχεις και άλλα ερωτήματα που σε απασχολούν σε σχέση με το Σύνταγμα, τους Θεσμούς, τα δικαιώματα και τη λειτουργία της Δημοκρατίας;

Σχετικά Άρθρα

Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (Απόφαση 28/2019): Σημαντική παρέμβαση στον δημόσιο διάλογο σχετικά με την αναγραφή και δήλωση του θρησκεύματος στο σχολείο

Η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα με την Απόφαση 28/2019 υποστήριξε ότι η αναγραφή του θρησκεύματος στο Ατομικό Δελτίο Μαθητή και στο Μητρώο Μαθητή, καθώς και στους απολυτήριους τίτλους και στους λοιπούς τίτλους και αποδεικτικά σπουδών των μαθητών της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, είτε ως προαιρετική είτε ως υποχρεωτική, παραβιάζει την αρχή της αναγκαιότητας και αναλογικότητας.

Περισσότερα

Η απόφαση για τη δίκη της Χρυσής Αυγής: Λύνοντας τους κόμπους

Θεωρητικά, στο ποινικό δίκαιο, «μιλούν τα στοιχεία»-εξυπονοείται «γυμνά», χωρίς ανάγκη ερμηνείας. Να όμως που, σε μια από τις πιο σημαντικές δίκες της νεότερης ελληνικής ιστορίας, τους κόμπους που έκριναν την υπόθεση, και την τιμή της δημοκρατίας, τους έλυσε η ερμηνεία.

Περισσότερα

Αυτοπροσδιορισμός και αυταρχισμός

Στις 18.5.2020 ψηφίστηκε διάταξη στο Κοινοβούλιο της Ουγγαρίας, σύμφωνα με την οποία ορίζεται ως «φυσικό φύλο» εκείνο που «βασίζεται στη γέννηση και το γονιδίωμα» και κατ’ αποτέλεσμα δεν αναγνωρίζεται πλέον η ιδιότητα των «τρανσέξουαλ» σε άτομα που έχουν προβεί σε αλλαγή φύλου και απαγορεύεται η αναγραφή της ως άνω αλλαγής στα δημόσια μητρώα και σε επίσημα έγγραφα. Από νομική άποψη, η συγκεκριμένη τροποποίηση πάσχει πολλαπλά.

Περισσότερα