Μαντζούτσος: Η κατάργηση του πανεπιστημιακού ασύλου αποτελεί προϋπόθεση για την αποκατάσταση της συνταγματικής νομιμότητας στους χώρους των πανεπιστημίων, αλλά και conditio sine qua non της καλής λειτουργίας τους. // Σπηλιακόπουλος: Tο αν είναι σκόπιμο να καταργηθεί ή όχι το άσυλο είναι ζήτημα στάθμισης έννομων και εν γένει κοινωνικών αγαθών και δικαιωμάτων. Το μέτρο της κατάργησης του ασύλου δεν είναι ούτε πρόσφορο ούτε κατάλληλο ούτε αναγκαίο ούτε και εν στενή εννοία αναλογικό, καθώς υπερακοντίζει κατά πολύ τον σκοπό δημοσίου συμφέροντος που υποτίθεται ότι επιδιώκει (πάταξη εγκληματικότητας).

Μία από τις γνωστότερες εξαγγελίες της νέας κυβέρνησης, που εξελέγη στις εκλογές της 7ης Ιουλίου 2019, είναι ότι πανεπιστημιακό άσυλο (θεσμός, συνδεόμενος με την ίδια την ιστορία του θεσμού του Πανεπιστημίου διεθνώς) θα καταργηθεί άμεσα, επιδίωξη και δέσμευση που έχει φέρει εκ νέου στο προσκήνιο τα δύο αντιτιθέμενα επί του θέματος «αφηγήματα».

Το πρώτο «αφήγημα» υπερασπίζεται την κατάργηση του ασύλου επισημαίνοντας, μεταξύ άλλων, την ανάγκη για καταπολέμηση της παραβατικότητας, που έχει εμφιλοχωρήσει στους χώρους της ακαδημαϊκής κοινότητας, και κατ΄ επέκταση την επαναφορά της κανονικότητας.

Το δεύτερο «αφήγημα» μάχεται για να αποτραπεί η κατάργηση του πανεπιστημιακού ασύλου με βασικότερο επιχείρημα την ανάγκη για προστασία της ακαδημαϊκής ελευθερίας, της έρευνας και της ακαδημαϊκής κριτικής.

Το Syntagma Watch στο πλαίσιο ενός ειδικού αφιερώματος παρουσιάζει και τις δύο (αντιτιθέμενες)  προσεγγίσεις μέσα από την επιχειρηματολογία του κ. Αλέξανδρου Μαντζούτσου (δικηγόρου, διδάκτορα Νομικής, Συμβούλου Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών) και του κ. Κωνσταντίνου Σπηλιακόπουλου (δικηγόρου και υποψήφιου διδάκτορα του τμήματος Δημόσιας Διοίκησης του Παντείου Πανεπιστημίου).   

Στην Ελλάδα η ανάπτυξη του πανεπιστημιακού ασύλου ως θεσμού είναι συνυφασμένη, μεταξύ άλλων, με τους φοιτητικούς αγώνες που έλαβαν χώρα από τη λειτουργία του πρώτου Πανεπιστημίου, του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών (1837), ενώ η πρώτη ρητή νομοθετική κατοχύρωση επιτεύχθηκε με το νόμο 1268/1982.

Κατάργηση του Πανεπιστημιακού Ασύλου: Conditio sine qua non της καλής λειτουργίας των Πανεπιστημίων

του Αλέξανδρου Μαντζούτσου

Το πανεπιστημιακό άσυλο όχι μόνο δεν έχει συνταγματική κατοχύρωση, αλλά αντίκειται per se στην συνταγματικώς κατοχυρωμένη ακαδημαϊκή ελευθερία και γενικότερα στη δικαιοκρατική αρχή του φιλελεύθερου δημοκρατικού πολιτεύματος. Η πραγμάτωση των συνταγματικών ελευθεριών δεν δύναται να πραγματοποιείται με μέσα τα οποία οδηγούν στην κατάλυσή τους.

Η συνταγματική νομιμότητα, ως προϋπόθεση για την προαγωγή της ελευθερίας της έρευνας και της διδασκαλίας στον χώρο της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, επιτάσσει την απόλυτη και συνολική κατάργηση των νομοθετικών διατάξεων που παρεμποδίζουν τόσο τους φορείς της ακαδημαϊκής ελευθερίας από την ουσιαστική και αποτελεσματική άσκησή της όσο και τις αστυνομικές και, κατ’ επέκταση, τις δικαστικές αρχές από την καταστολή των παράνομων πράξεων και την απονομή της δικαιοσύνης.

Η κατάργηση του πανεπιστημιακού ασύλου αποτελεί προϋπόθεση για την αποκατάσταση της συνταγματικής νομιμότητας στους χώρους των πανεπιστημίων, αλλά και conditio sine qua non της καλής λειτουργίας τους.

Προϋποθέσεις για την επιτυχή κατάργηση του πανεπιστημιακού ασύλου

Ωστόσο, η κατάργηση του πανεπιστημιακού ασύλου δεν αρκεί, αν δεν συνοδεύεται και από αλλαγή νοοτροπίας τόσο των μελών της ακαδημαϊκής κοινότητας όσο και των κρατικών οργάνων που είναι επιφορτισμένα με την τήρηση της δημόσιας τάξης. Διότι, σε διαφορετική περίπτωση, ακόμα κι αν καταργηθούν τυπικά οι νομοθετικές διατάξεις για το πανεπιστημιακό άσυλο, τα μεν μέλη της ακαδημαϊκής κοινότητας θα διστάζουν να καλούν την αστυνομία, έχοντας πάντοτε κατά νου ότι το πανεπιστήμιο είναι ένας «ιερός» και «απαραβίαστος» χώρος, η δε αστυνομία θα διστάζει να επέμβει ακόμα και όταν καλείται από μέλη της ακαδημαϊκής κοινότητας, καθηγητές ή φοιτητές, έχοντας κατά νου ότι δήθεν παραβιάζει κατ’ αυτόν τον τρόπο τον «ιερό» και «απαραβίαστο» χώρο του πανεπιστημίου.

Η ουσιαστική και αποτελεσματική άσκηση της ακαδημαϊκής ελευθερίας προϋποθέτει, περαιτέρω, την λήψη θετικών μέτρων τα οποία θα διασφαλίζουν ότι τα μέλη της ακαδημαϊκής κοινότητας θα είναι σε θέση να αναπτύσσουν τις ακαδημαϊκές τους δραστηριότητες με ασφάλεια. Οι καθηγητές και οι φοιτητές δεν πρέπει να κινδυνεύουν να υποστούν ή να φοβούνται ότι θα υποστούν ή να υφίστανται οποιασδήποτε μορφής βία ή δυσμενή μεταχείριση σε οποιονδήποτε τομέα για το γεγονός ότι υποστηρίζουν μια επιστημονική άποψη. Οι χώροι στους οποίους διεξάγεται επιστημονική έρευνα πρέπει να είναι εκ των προτέρων διασφαλισμένοι ώστε να αποτρέπεται με κάθε νόμιμο μέσο η πρόκληση υλικών ζημιών ή η καταστροφή τους για τον λόγο ότι κάποιοι δεν συμφωνούν ιδεολογικά με το αντικείμενο της έρευνας ή για οποιονδήποτε άλλο λόγο. Η διδασκαλία πρέπει να είναι ελεύθερη και ακώλυτη, με μοναδικό περιορισμό το, κατ’ άρθρο 16 παρ. 1 εδ. β’ του Συντάγματος, καθήκον υπακοής στο Σύνταγμα.

Η αναγκαιότητα για προαγωγή της επιστήμης, της έρευνας και της διδασκαλίας

«Ιερή» και «απαραβίαστη» πρέπει να είναι η ανάπτυξη και προαγωγή της επιστήμης, της έρευνας και της διδασκαλίας (Σ. 16 παρ. 1), ως μέσο για την πρόοδο της κοινωνίας ως σύνολο και κάθε ατόμου χωριστά. «Ιερό» και «απαραβίαστο» πρέπει να είναι το δικαίωμα στη μόρφωση (Σ. 16 παρ. 4), ως μέσο για την διάπλαση των ανθρώπων σε ελεύθερους και υπεύθυνους πολίτες (Σ. 16 παρ. 2). «Ιερή» και «απαραβίαστη» πρέπει να είναι η «αξία του ανθρώπου» (Σ. 2 παρ. 1) και όλα τα «θεμελιώδη» και «απαράγραπτα» δικαιώματά του η «αναγνώριση» και «προστασία» των οποίων «αποβλέπει στην πραγμάτωση της κοινωνικής προόδου μέσα σε ελευθερία και δικαιοσύνη» (Σ. 25 παρ. 2). «Ιερή» και «απαραβίαστη» πρέπει, σε τελική ανάλυση, να είναι η συνταγματική νομιμότητα, όχι η νομοθετική κατοχύρωση θεσμών που οδηγούν στην κατάλυσή της. Όποιος με πρόθεση κατ’ οιονδήποτε τρόπο και ιδίως μέσω της κατάληψης πανεπιστημιακών χώρων παρεμποδίζει την διεξαγωγή της επιστημονικής έρευνας και της ακαδημαϊκής διδασκαλίας πρέπει να υφίσταται έννομες συνέπειες.

Ιδεολογίες που δοκιμάστηκαν στην πράξη και απέτυχαν καθώς και νοοτροπίες και σύνδρομα που διαμορφώθηκαν στα δύσκολα χρόνια της μετεμφυλιακής περιόδου και της μετέπειτα δικτατορίας των συνταγματαρχών είναι ανεπίτρεπτο να στοιχειώνουν τον «ιερό» και «απαραβίαστο» χώρο του πανεπιστημίου ακόμη και σήμερα, στην Ελλάδα του 21ου αι., τέσσερις και πλέον δεκαετίες μετά την εγκαθίδρυση της φιλελεύθερης δημοκρατίας.

Η λειτουργία του ελληνικού πανεπιστημίου όλα αυτά τα χρόνια κατέδειξε ότι η όποια προσπάθεια για αναβάθμισή του δεν πρέπει να επαφίεται στην «καλή» διάθεση όλων αυτών που τόσα χρόνια το καταστρέφουν. Χρειάζεται πολιτική βούληση και πάνω απ’ όλα μια Κυβέρνηση και ένας Υπουργός Παιδείας που θα είναι διατεθειμένος να αναλάβει το πολιτικό κόστος από τις αντιδράσεις όλων εκείνων οι οποίοι είτε παραμένουν πνευματικά αιχμάλωτοι των γεγονότων που συνέβησαν την 17η Νοεμβρίου 1973 είτε αντλούν όφελος από την νοσηρή κατάσταση στην οποία βρίσκεται το ελληνικό πανεπιστήμιο σήμερα.

Αλέξανδρος Μαντζούτσος
Δικηγόρος – ΔΝ, Σύμβουλος ΔΣΑ


Η σημερινή επιχειρηματολογία περί κατάργησης του πανεπιστημιακού ασύλου

του Κωνσταντίνου Σπηλιακόπουλου

Η νέα κυβέρνηση που αναδείχθηκε από τις εκλογές της 7ης Ιουλίου 2019 έχει ήδη εξαγγείλει ότι θα νομοθετήσει άμεσα την κατάργηση του ασύλου. Εξ αφορμής αυτού το θέμα επανήλθε στην επικαιρότητα και στον δημόσιο διάλογο. Η επιχειρηματολογία που έχει αναπτυχθεί ένθεν κακείθεν είναι λίγο – πολύ γνωστή.  Παρά ταύτα είναι χρήσιμη μια συνοπτική επισκόπηση των επιχειρημάτων.

Το πιο σύνηθες επιχείρημα που συναντάται αυτήν την εποχή υπέρ της κατάργησης του ασύλου είναι αυτό που σχετίζεται με τις επιθέσεις σε μονάδες των ΜΑΤ και της Αστυνομίας γενικότερα, συνήθως με ρίψη βομβών μολότοφ και, κατόπιν, την εύρεση «καταφυγίου» εντός πανεπιστημιακών χώρων που καλύπτονται από το άσυλο, ιδίως στον ιστορικό χώρο του ΕΜΠ, στην Πατησίων και Στουρνάρη, στο κέντρο της Αθήνας. Σύμφωνα με το αφήγημα αυτό, το άσυλο φταίει για το ότι, όποτε έχουμε τέτοια συμβάντα, δε συλλαμβάνονται οι δράστες, ενώ μια πιο επιθετική εκδοχή του αφηγήματος αυτού συνδέει το άσυλο με την εγκληματικότητα στην περιοχή εν γένει.

Άλλα επιχειρήματα που ακούμε συχνά υπέρ της κατάργησης του ασύλου σχετίζονται με υποτιθέμενη έξαρση του κοινού εγκλήματος εντός των χώρων του Πανεπιστημίου, όπως π.χ. με διακίνηση ναρκωτικών, βιασμούς, δολοφονίες, κλοπές κλπ. Ειδικότερη έκφανση του ισχυρισμού αυτού αφορά συχνά τελευταία συγκεκριμένα στους αλλοδαπούς μικροπωλητές εντός του χώρου του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών. Άλλος ισχυρισμός αφορά στην υποτιθέμενη μη δυνατότητα που έχουν συγκεκριμένοι άνθρωποι, επιστήμονες ή μη, να εκφραστούν ελεύθερα και δημόσια εντός του χώρου του Πανεπιστημίου, επειδή, υποτίθεται, κινδυνεύει η σωματική τους ακεραιότητα από κάποια υποτιθέμενη χούντα των φοιτητικών παρατάξεων και των συνδικαλιστών φοιτητών, οι οποίοι μάλιστα, σύμφωνα με το εν λόγω αφήγημα, δρουν και ενιαία προκειμένου να προασπίσουν τα κεκτημένα της συντεχνίας τους.

Τέλος, ενδημεί και ο ισχυρισμός ότι η κατάργηση του ασύλου είναι επιτακτικά αναγκαία προκειμένου να τερματιστούν οι καταλήψεις (δηλαδή να καταστέλλονται από την Αστυνομία) και οι μαζικές παρεμβάσεις συλλογικών οργάνων των φοιτητών, των καθηγητών και των εργαζομένων στα Πανεπιστήμια σε συνεδριάσεις των οργάνων διοίκησης των Πανεπιστημίων με σκοπό την αποτροπή λήψης απόφασης σχετιζόμενης με κάποιο μέτρο που θα οδηγήσει στην περαιτέρω υποβάθμιση του Πανεπιστημίου και του παρεχόμενου από αυτό εκπαιδευτικού, ερευνητικού και εν γένει επιστημονικού έργου.

Επιχειρήματα και Αντεπιχειρήματα

Επ’ αυτών, δέον είναι να εκτεθούν τα ακόλουθα:

Εξάρχεια, μολότοφ, Πολυτεχνείο

Ο ισχυρισμός ότι, επειδή συχνά καταγράφονται επιθέσεις με ρίψη βομβών μολότοφ ενάντια σε δυνάμεις της Αστυνομίας τις οποίες ακολουθεί οπισθοχώρηση στο άσυλο του χώρου του ΕΜΠ, πρέπει να καταργηθεί το άσυλο είναι ένας υπέρμετρα επαχθής αναγωγισμός, ο οποίος, είτε γίνεται καλοπροαίρετα είτε υποβολιμαία, είναι, αν μη τι άλλο, επικίνδυνος.

Ως γνωστόν, επιθέσεις με βόμβες μολότοφ ή/και άλλα αντικείμενα γίνονται συχνά και σε άλλες τοποθεσίες οι οποίες δεν έχουν κάποια σχέση με το πανεπιστημιακό άσυλο, χωρίς να υπάρχει κάποια μεγαλύτερη «επιτυχία» στη σύλληψη των δραστών (των πραγματικών δραστών, γιατί βεβαίως η τακτική της σύλληψης στον σωρό προκειμένου μετά να κατασκευαστεί η εικόνα ότι η Αστυνομία κάνει τη δουλειά της αλλά οι Δικαστικές Αρχές την πετάνε στον κάλαθο των αχρήστων αφήνοντας τους «δράστες» ελεύθερους είναι συνηθέστατη).

Επίσης, το άσυλο δεν είναι ασυλία, είναι προφανές ότι οι δράστες μπορούν να συλληφθούν όταν εξέλθουν από τον χώρο του ασύλου και, βεβαίως, κάποια στιγμή εξέρχονται, δε μένουν για πάντα εκεί. Επίσης, η σποραδική «χρήση» του χώρου του ασύλου του ΕΜΠ στην Πατησίων ως καταφυγίου για τέτοιου τύπου επιθέσεις, δεν μπορεί να παρουσιάζεται ως σημείο αναφοράς προκειμένου να κατασκευαστεί μια εικόνα ότι δήθεν το άσυλο γενικώς είναι άσυλο «βίας και ανομίας».

Υπάρχουν εκατοντάδες πανεπιστημιακοί χώροι σε όλη την Ελλάδα και το αν και κατά πόσο το άσυλο έχει αποτελέσει εργαλείο υπόθαλψης της βίας και της εγκληματικότητας πρέπει να κριθεί διαχρονικά και διατοπικά, όχι με βάση το τι κάνει μια ομάδα ανθρώπων στο Πολυτεχνείο στην Πατησίων το 2019.

Κατά συνέπεια, η πρόταση της κατάργησης του ασύλου εν γένει, ως μέσου αντιμετώπισης ενός μεμονωμένου ζητήματος που εμφανίζεται σε μεμονωμένο τόπο και χρόνο και αφορά μεμονωμένα πρόσωπα είναι, όπως εκτέθηκε και εισαγωγικά, μέτρο υπέρμετρα επαχθές και δυσανάλογο ως προς τον σκοπό που επιδιώκει, θυσιάζει δικαιώματα και έννομα αγαθά πολύ σημαντικότερα του σκοπού που επιδιώκει, ενώ είναι και απρόσφορο, καθώς επ’ ουδενί εγγυάται ότι κατόπιν πράγματι θα επιτευχθεί ο υποτιθέμενος επιδιωκόμενος σκοπός.

Κοινό έγκλημα, βία, «ανομία», με ειδικότερη έμφαση στους μετανάστες μικροπωλητές στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών

Το αφήγημα αυτό πάσχει πολλαπλώς. Κατ’ αρχάς, δεν υπάρχει απολύτως κανένα εύρημα, στατιστικό ή άλλο, που να αποδεικνύει ή να παρέχει ενδείξεις έστω, ότι το κοινό έγκλημα εντός των χώρων των πανεπιστημίων παρουσιάζεται οξυμένο σε σχέση με το αντίστοιχο εκτός. Και, μάλιστα, όχι μόνο αν το εξετάσουμε στατιστικά, καθώς εκεί εμφιλοχωρεί ο ισχυρισμός ότι δεν καταγράφεται η εγκληματικότητα μες στο άσυλο, αφού είναι μες στο άσυλο και άρα η Αστυνομία δεν μπορεί να προσεγγίσει και να αποκτήσει εικόνα ώστε να την καταγράψει στατιστικά, αλλά και εμπειρικά: θα δούμε ότι, όσοι/ες έχουμε περάσει από τα Πανεπιστήμια, ως φοιτητές/τριες, ως διδάσκοντες/ουσες, ως ερευνήτριες/τές, όχι μόνο δεν έχουμε δει αυξημένη εγκληματικότητα εντός των χώρων των πανεπιστημίων, αλλά αντίθετα, η εγκληματικότητα μέσα στα πανεπιστήμια υστερεί κατά πολύ, τόσο ποσοτικά όσο και ποιοτικά, αυτής που υπάρχει έξω στους δρόμους, όπου δεν υπάρχει άσυλο.  

Ειδικότερα όσον αφορά τους μικροπωλητές στην ΑΣΟΕΕ (ΟΠΑ), πρέπει να επισημανθούν τα εξής: Κατ’ αρχάς μικροπωλητές που πωλούν διάφορα αγαθά, κατά κανόνα λαθραία, υπάρχουν σε χιλιάδες σημεία στην επικράτεια. Συνεπώς είναι υποκριτικό να υποστηρίζει κανείς ότι για τους μικροπωλητές ευθύνεται το άσυλο. Έπειτα, το πρόβλημα της εμπορίας λαθραίων προϊόντων είναι ένα πρόβλημα το οποίο μπορεί να συσχετιστεί με τα διαφυγόντα κέρδη των επιχειρήσεων που εμπορεύονται νομίμως τα αντίστοιχα αγαθά. Είναι ένα πρόβλημα το οποίο μπορεί να συσχετιστεί με τα διαφυγόντα κρατικά έσοδα από φόρους, τέλη, δασμούς κλπ, σίγουρα όμως δεν μπορεί να συσχετιστεί με το επίπεδο της παρεχόμενης γνώσης του Πανεπιστημίου.

Άρα, πέραν του αισθητικού προβλήματος που μπορεί να έχουν κάποιοι με τους μικροπωλητές, σίγουρα δεν προκύπτει πρόβλημα όσον αφορά το Πανεπιστήμιο καθ’ αυτό. Σημειωτέον δε ότι η ανάδειξη του εν λόγω ζητήματος ενέχει και βάσιμες υπόνοιες ρατσισμού, καθώς οι ίδιες φωνές που εξαπολύουν μύδρους κατά των μικροπωλητών στην ΑΣΟΕΕ ήταν και μεταξύ αυτών που, ορθώς φυσικά, επιτέθηκαν στην κυβέρνηση μετά το περιστατικό της δίωξης και επιβολής προστίμου σε ηλικιωμένη γυναίκα, ομογενή, στη Θεσσαλονίκη, η οποία πούλαγε παρανόμως τερλίκια για να επιβιώσει. Άρα δεν είναι καθόλου αβάσιμο να υποθέσει κανείς ότι το πρόβλημα για κάποιους με τους μικροπωλητές στην ΑΣΟΕΕ δεν είναι το ότι πωλούν λαθραία προϊόντα, αλλά το ότι είναι αλλοδαποί.

Ο ισχυρισμός περί παρεμπόδισης ορισμένων φωνών να ακουστούν ελεύθερα μέσα στους χώρους των πανεπιστημίων

Ο συγκεκριμένος ισχυρισμός είναι απολύτως αβάσιμος, καθώς όλοι οι φορείς, συλλογικότητες και πολιτικές δυνάμεις στο Πανεπιστήμιο διοργανώνουν σταθερά, εδώ και δεκαετίες, τις δικές τους ομιλίες, εκδηλώσεις, συζητήσεις και ούτω καθ’ εξής. Μάλιστα, ακόμα πιο παράλογος καθίσταται ο εν λόγω ισχυρισμός όταν συνοδεύεται και από τη θέση ότι την «απαγόρευση» κάποιων φωνών να έχουν ελεύθερο βήμα μέσα στο Πανεπιστήμιο την επιβάλλει κάποια «αριστερή χούντα», δεδομένου ότι, ως γνωστόν πρώτη δύναμη μέσα στα πανεπιστήμια, σε επίπεδο εκλογικών συσχετισμών, είναι, συνεχώς εδώ και δεκαετίες, η δεξιά παράταξη, η οποία φυσικά διοργανώνει τις δικές της εκδηλώσεις μέσα στους χώρους των πανεπιστημίων χωρίς να εμποδίζεται.

Εξαίρεση στην ελευθερία λόγου που υπάρχει μέσα στον χώρο του Πανεπιστημίου είναι βεβαίως οι φασιστικές, ρατσιστικές, ναζιστικές και εγκληματικές συμμορίες του υποκόσμου, και ορθώς. Εξ άλλου, οι απαγορεύσεις σε τέτοιου τύπου εγκληματικές οργανώσεις έχουν πλέον – πολύ καθυστερημένα βέβαια κι ενώ ήδη θρηνήσαμε θύματα δυστυχώς – επεκταθεί και σε άλλα πεδία, όπως η μη πρόσκληση σε ΜΜΕ, η μη παραχώρηση χώρων από Δήμους και η αναστολή της κρατικής χρηματοδότησης. Συνεπώς, δεν πρέπει να γεννάται καν θέμα «ελευθερίας λόγου» όταν πρόκειται για τέτοιου τύπου άτομα ή συλλογικούς φορείς.

Καταλήψεις – παρεμβάσεις φοιτητικών συλλόγων σε συνεδριάσεις οργάνων διοίκησης

Το μέσο πάλης του φοιτητικού κινήματος που έχει δεχθεί, διαχρονικά, τα περισσότερα πυρά είναι αυτό της κατάληψης. Όπως ακριβώς συμβαίνει και με την απεργία στους εργαζομένους, έτσι και οι καταλήψεις πανεπιστημιακών σχολών από τους Φοιτητικούς Συλλόγους πάντοτε προκαλούσαν την έντονη αντίδραση των κυβερνώντων και των όσων είχαν συμφέρον ή ιδεολογική τοποθέτηση υπέρ των εκάστοτε προωθούμενων αντιεκπαιδευτικών μέτρων τα οποία πυροδοτούσαν την κατάληψη.

Το βασικό επιχείρημα ήταν πάντα το «δικαίωμα των φοιτητών που δε θέλουν κατάληψη να κάνουν μάθημα». Είναι, λοιπόν, εύλογο να υπάρχουν και φωνές που συνδέουν την υποτιθέμενη αναγκαιότητα κατάργησης του ασύλου με την εξουσία της Αστυνομίας να εισβάλλει μέσα στις σχολές προκειμένου να καταστέλλει καταλήψεις. Η κατάληψη, όμως, όταν βεβαίως αυτή υλοποιείται από τους Φοιτητικούς Συλλόγους δυνάμει αποφάσεων των Γενικών τους Συνελεύσεων, κατόπιν αμεσοδημοκρατικών και μαζικών διαδικασιών και με συγκεκριμένα πολιτικά αιτήματα, είναι το τελευταίο, μα το πιο αποτελεσματικό όπλο προκειμένου να αποκρουσθεί η εκάστοτε προωθούμενη πολιτική υποβάθμισης και διάλυσης του Ελληνικού Δημόσιου Πανεπιστημίου, είτε σε επίπεδο συγκεκριμένου Πανεπιστημίου είτε (συνηθέστερα) κεντρικά.

Πράγματι, οτιδήποτε έχει διασωθεί μέχρι σήμερα από το Δημόσιο Πανεπιστήμιο έχει διασωθεί χάρη στις δυναμικές κινητοποιήσεις των Φοιτητικών Συλλόγων αλλά, ενίοτε, και των υπαλλήλων των Πανεπιστημίων αλλά και των διδασκόντων. Χάρη στο κίνημα και τους αγώνες του έχει κατορθώσει, το Δημόσιο Πανεπιστήμιο εν συνόλω και όχι 1-2 συγκεκριμένα «άριστα» ΑΕΙ, παρά τη βάναυση υποβάθμιση που έχει υποστεί τη μνημονιακή περίοδο, την υποχρηματοδότηση, την υποστελέχωση και την ανυπαρξία σύγχρονης υλικοτεχνικής υποδομής, να διατηρήσει ένα ακαδημαϊκό επίπεδο αξιοζήλευτο, χάρη στο οποίο οι απόφοιτοι των ΑΕΙ γίνονται στη συνέχεια δεκτοί για μεταπτυχιακές και διδακτορικές σπουδές από τα κορυφαία πανεπιστήμια στον κόσμο με ανοιχτές αγκάλες.

Υπ’ αυτή την έννοια είναι ένα μέσο πάλης το οποίο είναι, αν μη τι άλλο, θεμιτό. Κι επειδή, όπως ακριβώς συμβαίνει και με την απεργία, η υποτιθέμενη «ελευθερία» του εργαζομένου να μην απεργήσει και του φοιτητή, αντίστοιχα, να μη συμμετάσχει στην κατάληψη, είναι δεδομένο ότι, εξ αιτίας των απειλών, της προληπτικής καταστολής, της τρομοκράτησης των εργαζομένων ή των φοιτητών αντίστοιχα, του «φακελώματος», του προσεταιρισμού με διάφορα ανταλλάγματα ατόμων ή συλλογικοτήτων ενάντια στην κατάληψη ή την απεργία, των εκδικητικών μέτρων που λαμβάνονται ενάντια σε όσους/ες δεν πειθάρχησαν, καθιστούν τελικά την απεργία και την κατάληψη αντίστοιχα κενό γράμμα, είναι αναγκαίο να γίνονται αμφότερες σεβαστές από το σύνολο των εργαζομένων και των φοιτητών αντίστοιχα.

Σε κάθε περίπτωση, πάντως, η κατάργηση του ασύλου είναι απίθανο να οδηγήσει στο να εκλείψουν οι καταλήψεις, όπως ακριβώς δεν έχουν εκλείψει, στην Ελλάδα και διεθνώς, και σε χώρους που δεν καταλαμβάνονται από άσυλο (πχ χώροι δουλειάς, σχολεία) και όπως ακριβώς δεν εξέλιπαν και σε περιόδους που το άσυλο δεν ήταν ρητά κατοχυρωμένο νομοθετικά, όπως στη Χούντα ή με τον ν. 4009/11 ενάντια στον οποίο είχαν λάβει χώρα μαζικές καταλήψεις στις περισσότερες σχολές της χώρας.

Τα αντίστοιχα ισχύουν και για την πρακτική των μαζικών παραστάσεων διαμαρτυρίας των Φοιτητικών Συλλόγων σε συνεδριάσεις των οργάνων διοίκησης των Πανεπιστημίων, οι οποίες οδηγούν ενίοτε και στη διακοπή της διαδικασίας προκειμένου να αποτραπεί η λήψη μιας δυσμενούς για το Πανεπιστήμιο απόφασης. Και αυτού του είδους οι κινητοποιήσεις έχουν λάβει πάμπολλες φορές χώρα, είτε από εργαζομένους είτε από φοιτητές, και σε χώρους που δεν καταλαμβάνονταν από άσυλο.

Γιατί πρέπει να διαφυλαχθεί το πανεπιστημιακό άσυλο

Κατ’ αρχάς, το άσυλο δεν είναι ένας θεσμός που αφορά στενά την ακαδημαϊκή ελευθερία. Το Πανεπιστήμιο, όπως αναφέρθηκε και παραπάνω, είναι τόπος πολύμορφων δράσεων, δραστηριοτήτων, αναζητήσεων, εκδήλωσης πνευματικών ανησυχιών των φοιτητών και της νεολαίας, δράσεων πολιτικών, κοινωνικών, επιστημονικών, πολιτιστικών, πνευματικών, ατομικών και συλλογικών. Γι’ αυτό ξεπηδάνε μέσα στα πανεπιστήμια, παντού στον κόσμο, κάθε λογής συλλογικότητες που καταπιάνονται με κάθε λογής δραστηριότητες.

Το πανεπιστήμιο δηλαδή είναι, αντικειμενικά, ο κοινωνικός χώρος μέσα στον οποίον ο φοιτητής, πρώτη φορά στη ζωή του, καθώς πρωτύτερα είναι ανήλικο παιδί και ασφυκτικά περιορισμένος στα στενά όρια του σχολικού και οικογενειακού περιβάλλοντος, αλλά και τελευταία, αφού στη συνέχεια είναι εργαζόμενος, οικογενειάρχης κλπ, άρα και πάλι περιορισμένος, έχει την ευκαιρία να αναπτύξει την ατομικότητά του με βαθμό ελευθερίας τέτοιον ώστε να εκδηλώσει και να μετασχηματίσει σε δημιουργία οποιαδήποτε, σχεδόν, πνευματική ανησυχία του.

Αυτή, λοιπόν, η συλλογική πνευματική εγρήγορση και έκφραση σε συνδυασμό με τη φυσική ροπή της νεολαίας αλλά και του ακαδημαϊκού/επιστημονικού κόσμου προς αναζητήσεις καινούριες, ρηξικέλευθες, αναζητήσεις που αμφισβητούν την υφιστάμενη τάξη πραγμάτων είναι που γεννά συχνά πρωτοπόρα γνώση, πρωτοπόρα σκέψη, πρωτοπόρα θεωρία, πρωτοπόρα πράξη, που πάει την κοινωνία μπροστά, γι’ αυτό και πρέπει να διαφυλαχθεί ως κόρη οφθαλμού.

Περαιτέρω, όπως εκτέθηκε αναλυτικά πιο πάνω, δε φαίνεται σε καμία περίπτωση το άσυλο να έχει μετατραπεί σε άσυλο «βίας και ανομίας», τουναντίον μάλιστα, η εγκληματικότητα εντός των χώρων του πανεπιστημίου είναι κατά πολύ περιορισμένη σε σχέση με εκτός, όπου δεν υπάρχει άσυλο. Από την άλλη, χάρη στο άσυλο μπόρεσαν και αναπτύχθηκαν μαζικοί και νικηφόροι πανεκπαιδευτικοί αγώνες, οι οποίοι είναι και η βασική αιτία που έχει μέχρι σήμερα, σε ικανοποιητικό βαθμό, διασωθεί το Ελληνικό Δημόσιο Πανεπιστήμιο από την ολοκληρωτική υποβάθμιση και τον μαρασμό, που θα το οδηγήσει κατ’ ευθείαν στα χέρια των ιδιωτών.

Είναι δε θετικό ότι, τουλάχιστον, πλην ελάχιστων υπεραντιδραστικών φωνών, η συντριπτική πλειονότητα όσων τάσσονται υπέρ της κατάργησης του ασύλου το συνδέουν με τον σκοπό της πάταξης της εγκληματικότητας και όχι με την αναβάθμιση του ακαδημαϊκού, επιστημονικού και ερευνητικού έργου του Πανεπιστημίου. Αν μη τι άλλο, δηλαδή, ομονοούμε ότι δεν είναι το άσυλο αυτό που σχετίζεται με την υποβάθμιση του Πανεπιστημίου, αλλά η υποχρηματοδότηση, η έλλειψη σε υλικοτεχνική υποδομή, προσωπικό κλπ.

Ακόμη, δεν πρέπει να λησμονείται ότι δικλείδες ασφαλείας υπάρχουν, καθώς υπάρχει θεσμοθετημένη διαδικασία βάσει της οποίας μπορεί να δοθεί άδεια από τη Διοίκηση του Πανεπιστημίου, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, στην Αστυνομία να επέμβει εντός του χώρου των Πανεπιστημίων, καθώς και περιπτώσεις στις οποίες μπορεί να επέμβει και χωρίς προηγούμενη άδεια. Επίσης, όπως αναφέρθηκε και παραπάνω, το άσυλο δεν είναι ασυλία, συνεπώς ο τυχόν τελέσας αξιόποινες πράξεις μπορεί να συλληφθεί όταν εξέλθει του χώρου του Πανεπιστημίου.

Ένας άλλος ισχυρισμός που απαντάται συχνά είναι ότι το άσυλο στην Ελλάδα του 2019, σε εποχή «εμπεδωμένης δημοκρατίας» είναι περιττό, καθώς η ελεύθερη διακίνηση των ιδεών είναι εγγυημένη και προστατεύεται σε όλη την επικράτεια, άρα δε χρειάζεται άσυλο ειδικά για τούτο. Ωστόσο, είναι πλειστάκις διαπιστωμένο ιστορικά και διεθνώς ότι, σε περιόδους που η κυριαρχία της εκάστοτε καθεστηκυίας τάξης διέρχεται κρίση, η κοινωνική αποδοχή του καθεστώτος πέφτει, σοβεί κρίση πολιτικής αντιπροσώπευσης, η κοινωνική ειρήνη διαρρηγνύεται και εμφανίζονται τάσεις μαζικής κοινωνικής αμφισβήτησης και αναταραχής. Αυτό ακριβώς, δηλαδή, που συμβαίνει στην Ελλάδα της εποχής των μνημονίων, ιδίως την περίοδο 2010 – 2012, αντίστοιχα εντείνεται και οξύνεται ο κρατικός αυταρχισμός, η κρατική καταστολή, η κρατική επιθετικότητα, η κρατική βία, η κρατική εκδικητικότητα, η κρατική αυθαιρεσία, τόσο από πλευράς δυνάμεων ασφαλείας όσο και από πλευράς δικαστικής εξουσίας.

Υπάρχουν αμέτρητες τέτοιες καταγεγραμμένες περιπτώσεις τα τελευταία χρόνια, αναίτιας βίας και επιθέσεων σε πολίτες, επιθέσεων σε ανυποψίαστους περαστικούς, σε παρακείμενα διαδηλώσεων καταστήματα και στους θαμώνες αυτών, συλλήψεων στον σωρό, βίας και βασανιστηρίων στα τμήματα και στα κρατητήρια, διώξεων ή και καταδικών με ανύπαρκτες ή κατασκευασμένες κατηγορίες (π.χ. Ηριάννα, Τάσος Θεοφίλου, Πέτρος Καπετανόπουλος).

Συνεπώς, η «εμπεδωμένη δημοκρατία» δεν είναι κάποια νομοτέλεια που απλά κατακτήθηκε και τέλος. Είναι μια διαρκής πάλη, ένα διαρκές διακύβευμα, και εξαρτάται από διάφορους αντικειμενικούς και υποκειμενικούς παράγοντες, ως επί το πλείστον από την κοινωνική ειρήνη και τον βαθμό κοινωνικής αποδοχής του κρατούντος καθεστώτος, ο οποίος, με τη σειρά του, εξαρτάται, ως επί το πλείστον, από τον βαθμό οικονομικής ευημερίας της μεγαλύτερης μάζας του πληθυσμού.

Κατά συνέπεια, το άσυλο, ως θεσμός που συντελεί, όπως αναλύθηκε πιο πάνω, στο να γεννάται πρωτοπόρα θεωρία και πρωτοπόρα δράση που αμφισβητεί την υφιστάμενη τάξη πραγμάτων και πηγαίνει την κοινωνία μπροστά, είναι και θα είναι πάντοτε επίκαιρο.

Τελικά, το αν είναι σκόπιμο να καταργηθεί ή όχι το άσυλο είναι ζήτημα στάθμισης έννομων και εν γένει κοινωνικών αγαθών και δικαιωμάτων. Το μέτρο της κατάργησης του ασύλου, λοιπόν, δεν είναι ούτε πρόσφορο ούτε κατάλληλο ούτε αναγκαίο ούτε και εν στενή εννοία αναλογικό, καθώς υπερακοντίζει κατά πολύ τον σκοπό δημοσίου συμφέροντος που υποτίθεται επιδιώκει (πάταξη εγκληματικότητας).

Στον αντίποδα, τα θεμελιώδη δικαιώματα που πλήττει ουσιωδώς στο όνομα του ανωτέρω σκοπού, ατομικά και συλλογικά, όπως η ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας, η ελευθερία της έκφρασης, το δικαίωμα του συνέρχεσθαι, του συνεταιρίζεσθαι, αλλά και κοινωνικά αγαθά εν γένει, όπως η ολόπλευρη ανάπτυξη των πνευματικών δραστηριοτήτων και εκδήλωση των πνευματικών ανησυχιών του κάθε ατόμου, σε επίπεδο ακαδημαϊκό, πολιτικό, κοινωνικό, πολιτιστικό, επιστημονικό, ψυχαγωγικό, καθώς και η παραγωγή πρωτοπόρας γνώσης, πρωτοπόρας έρευνας, πρωτοπόρας θεωρίας, πρωτοπόρας δράσης, ατομικά και συλλογικά, ελεύθερα και χωρίς φόβο για τυχόν συνέπειες, άμεσες και απώτερες, από την κρατική εκδικητικότητα, όπως περιγράφηκαν πιο πάνω, έχουν πολύ μεγαλύτερη βαρύτητα από τον σκοπό που υποτίθεται επιδιώκει και που είναι και σφόδρα αμφίβολο εάν θα επιτύχει. Γι’ αυτό λοιπόν η κατάργηση του ασύλου είναι επιτακτικά αναγκαίο να μην προχωρήσει.

Εάν προχωρήσει, σύντομα το πολιτικό ακροατήριο των θιασωτών του μέτρου αυτού θα διαπιστώσει στην πράξη ότι δεν επεβλήθη για την πάταξη του κοινού εγκλήματος αλλά για την πειθάρχηση και την καταστολή του φοιτητικού κινήματος και των φωνών εκείνων που τάσσονται ενάντια στην υφιστάμενη τάξη πραγμάτων εν γένει.          

Κωνσταντίνος Σπηλιακόπουλος
Δικηγόρος, Υποψήφιος Διδάκτορας Τμήματος Δημόσιας Διοίκησης Παντείου Πανεπιστημίου

Share on facebook
Share on twitter
Share on email
Share on print
Share on facebook
Share on twitter
Share on email
Share on print

Σου άρεσε το άρθρο, αλλά σου δημιούργησε νέες απορίες;

Έχεις και άλλα ερωτήματα που σε απασχολούν σε σχέση με το Σύνταγμα, τους Θεσμούς, τα δικαιώματα και τη λειτουργία της Δημοκρατίας;