Οι ελληνοτουρκικές σχέσεις και η Ευρωπαϊκή Ένωση: Από την χλιαρή στάση στην υποκρισία

Άπαντες αναγνωρίζουν, άλλοι εμφαντικά (Γαλλία, Αίγυπτος, Κύπρος, Ισραήλ, Ρωσία) και άλλοι πιο χλιαρά (ΗΠΑ, Ε.Ε.) ότι το επίμαχο Μνημόνιο αμοιβαίας Κατανόησης μεταξύ Τουρκίας και της επίσημα αναγνωρισμένης Κυβέρνησης της Λιβύης αντιβαίνει σε βασικούς κανόνες του Διεθνούς Δικαίου. Παρ’ όλα αυτά η Ε.Ε. είναι πολύ διστακτική να καταδικάσει την Τουρκία, τουλάχιστον έμπρακτα.

Με αφορμή την υπογραφή του Μνημονίου αμοιβαίας Κατανόησης μεταξύ Τουρκίας και της επίσημα αναγνωρισμένης Κυβέρνησης της Λιβύης, που αποτελεί το τελευταίο επεισόδιο στις ταραχώδεις εδώ και δεκαετίες ελληνοτουρκικές σχέσεις, έχουν διατυπωθεί ερωτήματα και σε αυτόν τον φιλόξενο χώρο από αναγνώστες για τον ρόλο της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις σχέσεις αυτές και κυρίως σε αυτές που άπτονται ζητημάτων Διεθνούς Δικαίου. ‘Όλα αυτά, μάλιστα, την στιγμή που η Ελλάδα, αλλά και η Κύπρος, είναι κράτη μέλη της Ε.Ε. αλλά η Τουρκία δεν είναι και όχι μόνο δεν είναι αλλά επιζητά την ένταξή της σε αυτήν.

Το εύλογο των ερωτημάτων ενισχύεται από το γεγονός ότι η Ε.Ε. είναι μία Ένωση Δικαίου, όπως αναφέρεται στις Συνθήκες της και πολυτονίζεται από τους ιθύνοντές της. Πολύ σωστά και εύλογα η Ε.Ε. «τραβάει το αυτί» διά των οργάνων της ακόμη και μέσω του ΔΕΕ σε κράτη όπως η Πολωνία και η Ουγγαρία που κατηγορούνται ότι παραβιάζουν τις αξίες της Ένωσης και ιδιαίτερα αυτήν του Κράτους Δικαίου, φαίνεται όμως να παραμένει παρατηρητής στην πράξη στις βάναυσες παραβιάσεις του Διεθνούς Δικαίου εκ μέρους μίας χώρας που θέλει να γίνει μέλος της εναντίον κρατών μελών της.

Τουρκικές δεσμεύσεις, αμφισβητήσεις, προκλήσεις

Η Τουρκία δεσμεύτηκε μεταξύ άλλων, όπως και όλες οι υπό ένταξη χώρες, στις Συνόδους Κορυφής του Ελσίνκι και του Τάμπερε το 1999 να επιλύσει όλα τα συνοριακά ζητήματα με τους γείτονές της με ειρηνικό τρόπο, κι αν δεν βρεθεί λύση μέσω διαπραγματεύσεων να δεχθεί την παραπομπή των εκκρεμών ζητημάτων στην δικαιοδοσία του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης. Τον δρόμο αυτόν ακολούθησαν όλα τα κράτη της Ανατολικής Ευρώπης που είχαν διαφορές μεταξύ τους για να πετύχουν την ένταξή τους στην Ε.Ε., τον δρόμο αυτόν ακολουθούν και οι χώρες των Δυτικών Βαλκανίων.

Ενώ η Τουρκία έχει εκκρεμές ακόμη το Κυπριακό, που αποτελεί ζήτημα εισβολής και ακόμη κατοχής μέρους του εδάφους κράτους μέλους της ΕΕ και τα θέματα της οριοθέτησης των θαλασσίων ζωνών (υφαλοκρηπίδα, ΑΟΖ) με την Ελλάδα, εγείρει νέα θέματα που αφορούν την κυριαρχία κάποιων νησιών του Αιγαίου, ενώ παραβιάζει συστηματικά τον εναέριο χώρο (ακόμη και πάνω από τα νησιά) και τα τελευταία χρόνια και τα χωρικά ύδατα της χώρας μας.

Εάν εν πάση περιπτώσει το ΝΑΤΟ παραμένει παθητικά ουδέτερος παρατηρητής στις παραβιάσεις και αμφισβητήσεις αυτές, επειδή και η Τουρκία είναι μέλος του και δεν θέλει να πάρει θέση στα προβλήματα δύο κρατών μελών του για να μην κατηγορηθεί για μεροληψία (θέση που η πολιτική και νομική λογική της δεν είναι αδιαμφισβήτητη κα αναντίλεκτη), για την Ε.Ε. δεν ισχύει το ίδιο.

Το θέμα δε, δεν είναι η απλή φραστική καταδίκη των προκλήσεων της Άγκυρας για την άρνησή της να δεχθεί τους κανόνες του Διεθνούς Δικαίου και εν τέλει την παραπομπή των διαφορών στην δικαιοδοσία του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης, αλλά η έμπρακτη απάντηση στις προκλήσεις αυτές. Το μεταναστευτικό ζήτημα και ο χειρισμός του εκ μέρους της Τουρκίας δεν είναι επαρκής δικαιολογία για την επιφυλακτική στάση των εταίρων μας. Το ζήτημα αυτό οξύνθηκε τα τελευταία χρόνια, η αδράνεια των εταίρων μας όμως είναι υπόθεση πολλών ετών ή και δεκαετιών.

Πώς το Μνημόνιο μεταξύ Τουρκίας και Λιβύης προσκρούει σε κανόνες Διεθνούς δικαίου

Τα τελευταία επεισόδια με το Μνημόνιο και την παραπομπή των διαφορών στην διεθνή δικαιοδοσία είναι χαρακτηριστικά παραδείγματα. Άπαντες αναγνωρίζουν, άλλοι εμφαντικά (Γαλλία, Αίγυπτος, Κύπρος, Ισραήλ, Ρωσία) και άλλοι πιο χλιαρά (ΗΠΑ, Ε.Ε.) ότι το επίμαχο Μνημόνιο αντιβαίνει σε βασικούς κανόνες του Διεθνούς Δικαίου.

Καθορίζει οριοθέτηση ΑΟΖ μεταξύ γεωγραφικά και νομικά μη ομόρων κρατών κατά παράβαση του άρθρου 74 παρ. 1 της Σύμβασης για το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας και προσέτι επιβάλλει ρυθμίσεις εις βάρος τρίτων χωρών, όχι μόνο της χώρας μας αλλά και της Κύπρου και της Αιγύπτου, εφόσον η αμφισβητούμενη οριοθέτηση θίγει τα κυριαρχικά δικαιώματα αυτών των χωρών κατά παράβαση των άρθρων 34 και 35 της Σύμβασης της Βιέννης για το Δίκαιο των Συνθηκών του 1969. Οι παραπάνω κανόνες πέραν της συμβατικής τους ισχύος αποτυπώνουν και κανόνες του Διεθνούς εθιμικού Δικαίου, ούτως ώστε να μην αμφισβητείται η δέσμευση της Τουρκίας από αυτούς, έστω με αυτήν την νομική ποιότητα.

Ευρωπαϊκή Ένωση: χλιαρή στάση και υποκρισία  

Παρ’ όλα αυτά η Ε.Ε. είναι πολύ διστακτική να καταδικάσει την Τουρκία, τουλάχιστον έμπρακτα. Το αυτό ισχύει και με τις παραβιάσεις της Κυπριακής ΑΟΖ, η οποία έχει ανακηρυχθεί και οριοθετηθεί με όλους τους τύπους και κανόνες του Διεθνούς Δικαίου της Θάλασσας, όπως αναγνωρίζει το σύνολο της διεθνούς κοινότητας πλην της Τουρκίας και όμως οι αντιδράσεις σε αυτές τις παραβιάσεις είναι χλιαρές.

Εκεί που η χλιαρή αντίδραση δίνει την θέση της στην υποκρισία, τουλάχιστον, είναι στην παρακίνηση προς την χώρα μας να φέρει τις διαφορές της με την Τουρκία στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης. Εκεί, δήλωσε ο εκπρόσωπος της νέας Προέδρου της Επιτροπής της Ε.Ε., η ΕΕ θα υποστηρίξει την Ελλάδα. Μόνο που ο κύριος εκπρόσωπος ξεχνά ή μάλλον προσποιείται πως ξεχνά ότι η παραπομπή των ζητημάτων αυτών στην δικαιοδοσία του Διεθνούς Δικαστηρίου χωρίς την συγκατάθεση της Τουρκίας με την υπογραφή συνυποσχετικού είναι αδύνατη, εφόσον η Τουρκία δεν υποχρεούται από τη Συνθήκη που έχει υπογράψει με την Ελλάδα να δεχθεί την δικαιοδοσία του Διεθνούς Δικαστηρίου, όπως δεν έχει υπογράψει και το προαιρετικό Πρωτόκολλο του Καταστατικού του Διεθνούς Δικαστηρίου για την υποχρεωτική δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, που έχει υπογράψει η χώρα μας.

Κατά συνέπεια η ενωσιακή προτροπή αποτελεί προτροπή σε ένα διάβημα, με το οποίο η χώρα μας «θα φάει τα μούτρα της» κατά το κοινώς λεγόμενον, εάν το επιχειρήσει μονομερώς, η δε όποια ενωσιακή υποστήριξη θα αποδειχθεί άνευ πρακτικής αξίας.

Η στάση της Ελλάδας – Οι πιέσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης  

Παρ’ όλα αυτά η χώρα μας ορθά διεθνοποιεί τα ζητήματα αυτά και ειδικά την τελευταία τους εξέλιξη με το Μνημόνιο Τουρκίας – Λιβύης, εμμένοντας σε υποστήριξη από την Ε.Ε. τουλάχιστον και καταδίκη της Τουρκίας. Οι ενέργειες του Υπουργού Εξωτερικών στο Συμβούλιο Εξωτερικών Υποθέσεων της Ε.Ε. και του Πρωθυπουργού στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο την Πέμπτη, είναι σωστές και θα πρέπει να είναι έντονες.

Θα πρέπει, επίσης, να γίνει σαφές στην Ε.Ε. ότι δεν χρειάζεται να πιέζει την χώρα μας για να φέρει τις διαφορές της με την Τουρκία για τις θαλάσσιες ζώνες στο Διεθνές Δικαστήριο, διότι παραβιάζει ανοικτές θύρες, ούτε αρκεί η υποκριτική δήλωση υποστήριξης ενός τέτοιου διαβήματος. Η Ε.Ε. οφείλει να πιέσει έμπρακτα αυτόν που αρνείται την διεθνή δικαιοδοσία, δηλ. την Τουρκία, να απευθυνθεί από κοινού με την Ελλάδα στην Χάγη για την επίλυση των προβλημάτων αυτών, εφόσον όπως διαφαίνεται δεν μπορεί να υπάρξει λύση μέσω διαπραγματεύσεων λόγω των διαμετρικά αντίθετων θέσεων των δύο χωρών.

Δυσοίωνες εξελίξεις  

Δυστυχώς, οι οιωνοί δεν είναι ευνοϊκοί. Η Τουρκία αρνείται να συζητήσει το ενδεχόμενο του συνυποσχετικού, διότι διαβλέπει ότι οι θέσεις της δεν θα βρουν, τουλάχιστον στο μεγαλύτερο μέρος τους, δικαίωση στην Χάγη, εφόσον οι θέσεις αυτές, πλην ίσως της ιδιαίτερης περίπτωσης του Καστελορίζου, δεν βρίσκουν ευήκοα ώτα στην διεθνή νομική και πολιτική κοινότητα. Κατά συνέπεια επιδιώκει μοιρασιά στο Αιγαίο, την Κύπρο και την Ανατολική Μεσόγειο όχι με βάση τους κανόνες του Διεθνούς Δικαίου, που αισθάνεται αδύναμη, αλλά του όγκου και της ισχύος των εμπλεκομένων κρατών, εκεί που αισθάνεται δυνατή.

Από την άλλη και οι Ευρωπαίοι εταίροι μας δεν είναι διατεθειμένοι να τα σπάσουν με την Τουρκία «for our eyes only». Μόνο που σε αυτήν την περίπτωση θα πρέπει να σκεφθούν μήπως θα πρέπει να αναθεωρήσουν λίγο τις διακηρύξεις τους περί «Ευρωπαϊκής Ένωσης ως Ένωσης Δικαίου», διότι θα αποδειχθεί ότι το Δίκαιο έχει αξία μόνο όταν είναι με τον ισχυρό, δυστυχώς ακόμη και στην Ε.Ε.

Χαράλαμπος Μ. Τσιλιώτης
Επίκουρος Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσεων Πανεπιστημίου Πελοποννήσου

Share on facebook
Share on twitter
Share on email
Share on print
Share on facebook
Share on twitter
Share on email
Share on print

Σου άρεσε το άρθρο, αλλά σου δημιούργησε νέες απορίες;

Έχεις και άλλα ερωτήματα που σε απασχολούν σε σχέση με το Σύνταγμα, τους Θεσμούς, τα δικαιώματα και τη λειτουργία της Δημοκρατίας;