Μέχρι που φθάνει η Συνταγματική νομιμοποίηση μιας κυβέρνησης για καίριες θεσμικές επιλογές;

Ένα κρίσιμο ερώτημα που έχει ανακύψει στη δημόσια σφαίρα τις τελευταίες ημέρες είναι το εάν το Υπουργικό Συμβούλιο απερχόμενης, λόγω αναγγελίας εκλογών, Κυβέρνησης έχει εκ του Συντάγματος αρμοδιότητα να επιλέξει τη δικαστική ηγεσία των ανωτάτων δικαστηρίων και μάλιστα κατά χρόνο προ της κενώσεως των εν λόγω θέσεων. Συνταγματικό κώλυμα δεν φαίνεται να προκύπτει, δεδομένου ότι η μόνη τιθέμενη προϋπόθεση είναι να προέρχεται από μια Κυβέρνηση που να απολαμβάνει της εμπιστοσύνης της Βουλής.

Η εξαγγελία δια στόματος του Πρωθυπουργού της διενέργειας πρόωρων βουλευτικών εκλογών ανέδειξε στο προσκήνιο τα ζητήματα των χρονικών και λειτουργικών ορίων μιας απερχόμενης Κυβέρνησης σε καίριες θεσμικές επιλογές μεταξύ των οποίων και η επιλογή της ηγεσίας των Ανωτάτων Δικαστηρίων, επί των οποίων έχουν διατυπωθεί διαφορετικές απόψεις στη συνταγματική θεωρία.

Ένα πρώτο ζήτημα από το οποίο εξαρτώνται και τα υπόλοιπα είναι η διάλυση της Βουλής, ήτοι ο τερματισμός της θητείας της πριν την ολοκλήρωση του συνταγματικά προβλεπόμενου χρόνου της των τεσσάρων συνεχών ετών (κατά το άρθρο 53 παρ. 1 του Συντάγματος).

Λόγοι διάλυσης της Βουλής που προβλέπονται στο Σύνταγμα

Οι λόγοι για τους οποίους μπορεί αυτή να συμβεί προβλέπονται περιοριστικά στο Σύνταγμα:

(α) η αδυναμία εκλογής ΠτΔ (κατά το άρθρο 32 παρ. 4 Συντ.),

(β). η αποτυχία ανάδειξης κυβέρνησης που να απολαμβάνει την εμπιστοσύνη της Βουλής μετά από τρεις άκαρπες διερευνητικές εντολές (κατά το άρθρο 37 παρ. 3 εδ. γ’),

(γ) η διάλυση με προεδρική πρωτοβουλία (κατά το άρθρο 41 παρ. 1),

(δ) η «αιτιώδης» διάλυση με κυβερνητική πρωτοβουλία, (κατά το άρθρο 41 παρ. 2 Συντ.),

(ε) η «αναιτιώδης» διάλυση της Βουλής με κυβερνητική πρωτοβουλία (συνιστάμενη σε παραίτηση της Κυβέρνησης κατά το άρθρο 38 παρ. 1 Συντ.).

Από τις περιπτώσεις αυτές της διάλυσης συνηθέστερες είναι η υπό (δ) και (ε), ήτοι με κυβερνητική πρωτοβουλία και ιδίως η υπό (δ) κατά την οποία γίνεται επίκληση κρίσιμου εθνικού θέματος για την αντιμετώπιση του οποίου χρήζει ανανέωσης η λαϊκή εντολή. Το περιεχόμενό του είναι τεχνικώς ανέλεγκτο και προσφέρει το πλεονέκτημα ότι είναι αυτή η Κυβέρνηση η οποία διεξάγει τις εκλογές. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις πάντως η Κυβέρνηση απαιτείται να διαθέτει την κατά το άρθρο 84 Συντ. εμπιστοσύνη της Βουλής

Αρμοδιότητες (απερχόμενης) κυβέρνησης: Η περίπτωση της προαγωγής της δικαστικής ηγεσίας

Η υπηρεσιακή Κυβέρνηση υπό το ισχύον συνταγματικό πλαίσιο σχηματίζεται κατά το άρθρο 37 παρ. 3 μόνο όταν αποτύχουν τόσο οι τρεις διαδοχικές διερευνητικές εντολές για σχηματισμό κυβέρνησης όσο και ο σχηματισμός κυβέρνησης από όλα τα κόμματα της Βουλής.

Μεταξύ των απονεμόμενων από το Σύνταγμα αρμοδιοτήτων στην Κυβέρνηση είναι και η κατά το άρθρο 90 παρ. 5 Συντ. προαγωγή των Προέδρων και των Αντιπροέδρων των ανώτατων δικαστηρίων, καθώς και του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και του Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας, η οποία ολοκληρώνεται με την έκδοση του σχετικού προεδρικού διατάγματος. Κατά συνέπεια, ζήτημα τίθεται για το ποιο Υπουργικό Συμβούλιο δύναται να προβεί σε μια τέτοια επιλογή ή με άλλες λέξεις αν Υπουργικό Συμβούλιο απερχόμενης (λόγω αναγγελίας εκλογών) Κυβέρνησης έχει εκ του Συντάγματος μια τέτοια αρμοδιότητα και μάλιστα κατά χρόνο προ της κενώσεως των εν λόγω θέσεων.

Σημαντικοί εκπρόσωποι της συνταγματικής θεωρίας εξέφρασαν την άποψη ότι μια τέτοια επιλογή θα συνιστούσε προφανή παραβίαση του γράμματος και του πνεύματος του Συντάγματος. Κατά την εδώ υποστηριζόμενη όμως άποψη συνταγματικό κώλυμα δεν φαίνεται να προκύπτει δεδομένου ότι η μόνη τιθέμενη προϋπόθεση είναι να προέρχεται από μια Κυβέρνηση που να απολαμβάνει της εμπιστοσύνης της Βουλής. Ζήτημα θα μπορούσε να ανακύψει από την κατά χρόνο άσκηση της εν λόγω αρμοδιότητας από το Υπουργικό Συμβούλιο σε χρόνο προγενέστερο της 30ης Ιουνίου, χωρίς ωστόσο τούτο να είναι αναντίρρητο, δεδομένου ότι ο εκτελεστικός του Συντάγματος νόμος ορίζει ότι οι διαδικασίες προεπιλογής από της διάσκεψη των Προέδρων της Βουλής πρέπει να έχουν εκκινήσει το αργότερο έως την 30η Απριλίου ενώ στην προκειμένη περίπτωση το εν λόγω όργανο τη Βουλής ήδη από 13 Μαΐου 2019 έχει ολοκληρώσει τη διαδικασία.

Συμπερασματικά, παρ’ όλο που για λόγους πολιτικής δεοντολογίας δεδομένης και της χρονικής εγγύτητας θα ήταν δόκιμο η επιλογή να γίνει από το νέο Υπουργικό Συμβούλιο, σε καμία περίπτωση η επιλογή από το απερχόμενο δεν δημιουργεί θεσμικά προβλήματα ώστε να γίνεται λόγος για καταδολίευση ή καταστρατήγηση του Συντάγματος. Πάγια υποστηριζόμενη θέση είναι ότι πρέπει να υπάρχει διάκριση μεταξύ συνταγματικού και πολιτικού επιχειρήματος.

Γεώργιος Ν. Γεωργόπουλος
Υπ. Διδάκτωρ Συνταγματικού Δικαίου, Νομική Σχολή Α.Π.Θ.

Share on facebook
Share on twitter
Share on email
Share on print
Share on facebook
Share on twitter
Share on email
Share on print

Σου άρεσε το άρθρο, αλλά σου δημιούργησε νέες απορίες;

Έχεις και άλλα ερωτήματα που σε απασχολούν σε σχέση με το Σύνταγμα, τους Θεσμούς, τα δικαιώματα και τη λειτουργία της Δημοκρατίας;