Εισαγωγή
Στο πλαίσιο των εκδηλώσεων για τα πενήντα χρόνια από το Σύνταγμα του 1975 (10-11 Ιουνίου 2025) στο Ζάππειο Μέγαρο, είναι μια καλή ευκαιρία για την ανάγκη, αφενός να καταγραφούν, αν λειτουργούν ικανοποιητικά, οι βασικοί δημοκρατικοί θεσμοί τους οποίους προβλέπουν πλείονες συνταγματικές διατάξεις. Αφετέρου δε, χρειάζεται μια πιο εξειδικευμένη έρευνα για την διαπίστωση αν όντως εξασφαλίζεται η καλή λειτουργία των κύριων αρχών του κράτους δικαίου[1], ή αν δημιουργούνται εδώ ανεπίτρεπτες παρεμβάσεις που επιβάλλουν την διορθωτική ερμηνεία, κυρίως μέσω του ελέγχου συνταγματικότητας από τα αρμόδια δικαστικά όργανα ή τις ανεξάρτητες αρχές (τα λεγόμενα θεσμικά αντίβαρα-checks and balances).
Στη σύντομη εισήγηση που ακολουθεί, θα διαπραγματευθώ το ειδικό θέμα πώς δρα η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας σε υποθέσεις μείζονος σπουδαιότητας, όπου χρειάζεται να τύχει εφαρμογής η ειδική διαδικασία της παρ. 8 του άρθρ. 34 του πρ. δ/τος 18/1989 περί Συμβουλίου της Επικρατείας. Εν προκειμένω, εφαρμόσθηκε η διαδικασία αυτή στις υποθέσεις περί συνταγματικότητας ή μη των διατάξεων περί λειτουργίας ιδιωτικών Πανεπιστημίων στη χώρα μας.
Ειδικώτερα, με το άρθρο 25 του ν. 4786/2021 προστέθηκε παρ. 8 στο άρθρο 34 του ως άνω πρ. δ/τος 18/1989, η οποία ορίζει ότι: «Σε υποθέσεις αρμοδιότητας της Ολομέλειας του Δικαστηρίου, ο δικαστικός αυτός σχηματισμός έχει τη δυνατότητα, εκτιμώντας της περιστάσεις, να δίνει στη δημοσιότητα, δια του Προέδρου του, μετά το πέρας της διάσκεψης, σύντομη “ανακοίνωση” για το περιεχόμενο της απόφασης που ελήφθη, και την κατά προσέγγιση εκτιμώμενη ημερομηνία δημοσίευσης του κειμένου».
Η διάταξη αυτή τέθηκε για να αντιμετωπισθεί η μέχρι τότε απαράδεκτη τακτική ολίγιστων δικαστών που έσπευδαν, μετά το πέρας της διάσκεψης, να ενημερώνουν φίλους δημοσιογράφους για το αποτέλεσμα, που την επόμενη ημέρα εδημοσιεύετο το «Δια ταύτα» στις εφημερίδες! Ο κανόνας όμως είναι ότι μέχρι τη στιγμή της δημοσίευσης της απόφασης, το περιεχόμενό της πρέπει οπωσδήποτε να παραμένει άγνωστο.
Να τονισθεί, κατά πρώτον, ότι η ειδική αυτή διαδικασία της παρ. 8 ισχύει μόνον για τις υποθέσεις που εκδικάζονται από την Ολομέλεια του ΣτΕ. Είναι αυτές που εισάγει στην Ολομέλεια ο Πρόεδρος, διότι κρίνει ότι έχουν μείζονα σπουδαιότητα. Δηλαδή δικάζονται από την Ολομέλεια οι υποθέσεις που ο Πρόεδρος ή Τμήματα του ΣτΕ παραπέμπουν σ’ αυτήν. Παρόμοια διάταξη δεν υπάρχει στις Ολομέλειες των δύο άλλων ανωτάτων Δικαστηρίων. Δεν ισχύει δε ούτε και για τα Τμήματα του ΣτΕ.
Ι. Η ερμηνεία του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος
1. Για την κρίση όμως περί αντισυνταγματικότητας της νέας παρ. 8 του άρθρ. 34 του πρ. δ. 18/1989 θα πρέπει να προηγηθεί η ερμηνεία του άρθρ. 93 παρ. 3 του Συντάγματος. Ορίζεται δε αυτόθι ότι: «Κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη και απαγγέλλεται σε δημόσια συνεδρίαση». Από την ερμηνεία λοιπόν της ως άνω συνταγματικής διάταξης προκύπτουν ειδικώτερα και τα εξής:
2. Η διάταξη αυτή δεν στερεί από τον κάθε δικαστή, που μετέχει σε σύνθεση του όποιου δικαστηρίου, την ευχέρεια να αλλάξει γνώμη, προ της δημοσίευσης της απόφασης, διότι αυτό είναι αναφαίρετο δικαίωμά του που απορρέει ευθέως από την αρχή της λειτουργικής ανεξαρτησίας του (άρθρ. 87 παρ. 1 Σ.). Στην περίπτωση αυτή η υπόθεση θα επανέλθει σε νέα διάσκεψη, αφού βεβαίως η σχετική απόφαση του δικαστηρίου δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί όπως ορίζει το Σύνταγμα, δηλαδή, κατ’ ουσίαν αλλά και τυπικά, δεν υπάρχει ακόμη απόφαση. Η πρακτική αυτή τηρείται ανέκαθεν στο ΣτΕ.
3. Αν όμως η όποια απόφαση θα δημοσιευθεί, π.χ., μετά οκτάμηνο ή και μετά δύο χρόνια –δυστυχώς υπάρχουν και τέτοια παραδείγματα σε όλα τα δικαστήρια!– προφανώς μόνον από τότε η απόφαση θα γίνει και τυπικά γνωστή στους διαδίκους και στη Διοίκηση, και θα επέλθουν, εντεύθεν, και οι όποιες συνέπειες της ακυρωτικής ή απορριπτικής απόφασης. Όμως μέχρι τότε δεν αποκλείεται να παρεμβληθούν νέες –ηθελημένες ή μη– νομοθετικές ρυθμίσεις που ενδέχεται να έχουν συνέπειες στα ήδη με την απόφαση κριθέντα.
4. Επίσης, «απαγγελία της απόφασης σε δημόσια συνεδρίαση», όπως ορίζει το άρθρ. 93 παρ. 3 Σ., σημαίνει ότι ο Πρόεδρος εκφωνεί απλώς –σε δημόσια συνεδρίαση της Ολομέλειας ή άλλου σχηματισμού– αν το δικαστήριο «δέχεται ή απορρίπτει» την υπόθεση, χωρίς να αναφέρεται και στις ειδικώτερες σκέψεις του κειμένου της απόφασης.
5. Οι παραπάνω σκέψεις μου δεν είναι νέες, αλλά εγράφησαν, για πρώτη φορά, ως σχολιασμός στην υπόθεση της ΕΜΑΚ (Πυροσβεστικό Σώμα), σχετικά με την υποχρεωτικότητα του εμβολιασμού COVID-19. Η υπόθεση αυτή είχεν εκδικασθεί στην Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας, είχε γίνει δε και η διάσκεψη (3.12.2021). Την επομένη όμως ημέρα δημοσιεύθηκε στην «Καθημερινή» η Ανακοίνωση του τότε Προέδρου του ΣτΕ περί του ότι ο υποχρεωτικός εμβολιασμός δεν παραβίαζε διατάξεις του Συντάγματος, επικαλούμενος, για πρώτη φορά αν δεν σφάλλω, τη νέα διάταξη της παρ. 8 του άρθρ. 34 του πρ. δ/τος 18/1989, την οποία είχα κρίνει τότε ως αντισυνταγματική, δηλαδή ως παραβιάζουσα την ρητή διάταξη του άρθρου 93 παρ. 3 του Σ., ενόψει της ερμηνείας που της εδόθη με τις προπαρατεθείσες σκέψεις μου[2].
6. Πρόσφατα, όμως, η ως άνω διάταξη της παρ. 8 του άρθρου 34 του πρ. δ/τος 18/1989 εφαρμόσθηκε εκ νέου από την Ολομέλεια του ΣτΕ, στην οποία δικάστηκαν τρεις αιτήσεις ακυρώσεως, στρεφόμενες κατά του νέου νόμου περί ιδιωτικών Πανεπιστημίων. Εδώ όμως ο Πρόεδρος του ΣτΕ, μετά τη συζήτηση των υποθέσεων στη δικάσιμο της 11.4.2025 και τις διασκέψεις που ολοκληρώθηκαν στις 13.6.2025, απέστειλε την ίδια ημέρα σχετική ανακοίνωση στον τύπο που καταλήγει στο ότι απορρίπτονται κατά πλειοψηφία οι τρεις αιτήσεις ακυρώσεως (= υπάρχει εδώ απλώς τυπική δημοσιότητα των τριών απορριπτικών αποφάσεων δια του τύπου, όχι όμως και δημοσίευση αυτών στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, όπως αξιώνει το άρθρ. 93 παρ. 3 Σ.). Η δημοσίευση στο ακροατήριο του ΣτΕ έγινε, τελικά, στις 24 Οκτωβρίου 2025.
ΙΙ. Η ερμηνεία της παρ. 8 του άρθρου 34 του πρ. δ. 18/1989 που εφαρμόσθηκε για τα ιδιωτικά Πανεπιστήμια[3]
1. Κατά πρώτον, όπως ορίζει η ειδική αυτή διάταξη, ανήκει στην πρωτοβουλία του δικαστικού σχηματισμού της Ολομέλειας και όχι ατομικά στον πρόεδρο να δώσει στη δημοσιότητα, μετά το πέρας της διάσκεψης, δια του προέδρου του, το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας. Άρα η ειδική αυτή διαδικασία τηρείται μόνον εφόσον το αποφασίσει η πλειοψηφία των μελών της σύνθεσης.
2. Στη συνέχεια, η δημοσιότητα αυτή είναι μια σύντομη «ανακοίνωση» του Προέδρου για το περιεχόμενο της διασκέψεως που αναρτάται στον «τύπο» και στο περιεχόμενο αυτής προσδιορίζεται, κατά προσέγγιση, και η ημερομηνία δημοσίευσης του πλήρους κειμένου της απόφασης. Ενόψει της εξ ορισμού σπουδαιότητας της απόφασης, η δημοσίευση στο ακροατήριο της πλήρους απόφασης, όπως ορίζεται στην παρ. 8, δεν μπορεί να καθυστερήσει πέραν ενός συντόμου χρονικού διαστήματος, το οποίο δεν μπορεί να υπερβαίνει, κατά τη γνώμη μου, τους δύο με τρεις μήνες. Έτσι η καθυστέρηση ενός π.χ. έτους για τη δημοσίευση της απόφασης μετά τη δημοσιότητα στον «τύπο», συνιστά ενέργεια σαφώς παράνομη. Όμως στο παραπάνω προεδρικό έγγραφο για τα ιδιωτικά πανεπιστήμια που αποκτά αμέσως δημοσιότητα, παρανόμως δεν προβλέπεται χρονική δέσμευση, όπως ρητώς ορίζει η παρ. 8. Όταν όλοι καταδικάζουν την πολύ μεγάλη καθυστέρηση απονομής δικαιοσύνης και από το ΣτΕ, δεν αντιλαμβάνομαι ποιες σκοπιμότητες μπορεί να εξυπηρετεί η εδώ σχολιαζόμενη όλως ειδική διάταξη που παρατείνει τον χρόνο της δημοσιεύσεως αναιτίως.
3. Ανέκαθεν ισχύει στο Συμβούλιο της Επικρατείας –αλλά και στα λοιπά δικαστήρια της χώρας– ο θεμελιώδης κανόνας ότι μετά την ολοκλήρωση της διάσκεψης, και προ της δημοσίευσης της ληφθείσης αποφάσεως στο ακροατήριο του δικαστηρίου, κάθε μέλος που μετέχει στη σύνθεση δύναται να ζητήσει την επαναφορά της υπόθεσης για νέα διάσκεψη, εφόσον, ενεργώντας κατά τη συνείδησή του, κρίνει ότι οφείλει να διατυπώσει μια διαφορετική γνώμη από την προηγουμένως υπ’ αυτού εκφρασθείσα, ακόμη και όταν δεν θα ανατρέπεται το τελικό αποτέλεσμα της ψηφοφορίας. Αυτό άμεσα συνάγεται από την λειτουργική ανεξαρτησία του δικαστή, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 87 παρ. 1 και 93 παρ. 3 του Σ., όπως προελέχθη.
4. Ο κανόνας αυτός ουδέποτε ανετράπη, είναι δε σαφές ότι η ισχύς του συνάγεται άμεσα από την ερμηνεία της συνταγματικής αρχής της λειτουργικής ανεξαρτησίας του δικαστή που κατοχυρώνεται ρητώς στο άρθρ. 87 παρ. 1 Σ. Άρα, πρόκειται για κανόνα συνταγματικής περιωπής που δεν είναι δυνατόν να ανατραπεί με κοινό νόμο, δοθέντος, άλλωστε, ότι, κατά την ορθότερη άποψη, δεν χωρεί ούτε και αναθεώρηση (άρθρ. 110 Σ) του ως άνω άρθρ. 87 παρ. 1 Σ[4].
5. Πάντως, η εξαιρετική ρύθμιση που εισάγει η κρινόμενη διάταξη της νέας παρ. 8, που προφανώς θέλει οπωσδήποτε να αποφύγει τη δυνατότητα νέας διάσκεψης, με κίνδυνο, άλλως, να ανατραπεί ενδεχομένως το αποτέλεσμα της αρχικής ψηφοφορίας, αντιβαίνει στον ως άνω συνταγματικό κανόνα της ελεύθερης γνώμης του Δικαστή (π.χ. αναδιατύπωση πληρέστερης αιτιολογίας της αρχικώς εκφρασθείσης ή πρόταση άλλης γνώμης) που μπορεί αυτός πάντα να την αναδιατυπώσει προ της δημοσιεύσεως της αποφάσεως, αφού, μετά την δημοσιοποίηση του προεδρικού συνεπτυγμένου κειμένου (Δια ταύτα) «στον Τύπο», αποκλείεται πλέον κάθε δυνατότητα για επανάληψη της διάσκεψης, κατά την προφανή έννοια της παρ. 8. Αυτός άλλωστε είναι και ο λόγος για τον οποίο τέθηκε η αντισυνταγματική αυτή διάταξη, η οποία και δεν μπορεί να ερμηνεύεται διαφορετικά[5].
6. Έτσι, κατά τον προφανή σκοπό της νέας διάταξης της παρ. 8, οι δικαστές που απαρτίζουν την σύνθεση της Ολομέλειας του ΣτΕ δεν μπορούν πλέον, καίτοι η απόφαση δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί, όπως προαναφέρθηκε, να αλλάξουν γνώμη, αφού η απόφαση τελεί συνεχώς σε διάσκεψη. Άρα όσο παρατείνει ο πρόεδρος τη δημοσίευση της απόφασης, υπάρχει διαρκής παραβίαση του άρθρου 87 παρ. 1 Σ. περί λειτουργικής ανεξαρτησίας, αφού ο δικαστής για την συγκεκριμένη υπόθεση του απαγορεύεται, με τη νέα διάταξη της παρ. 8, να εκφράσει άλλη γνώμη, καίτοι απόφαση δημοσιευθείσα δεν υπάρχει ακόμη. Κάθε δε επαναφορά αυτής σε διάσκεψη απαγορεύεται. Αυτά λέει η παρ. 8.
7. Με άλλες λέξεις, με την προσφυγή στη διαδικασία της παρ. 8, ο πρόεδρος δεσμεύει οριστικά την ήδη εν διασκέψει εκφρασθείσα γνώμη όλων των μελών της σύνθεσης και, συνεπώς, μετά την ανακοίνωση του «Δια ταύτα» στον «Τύπο», απαγορεύεται πλέον, με την ατομική αυτή πράξη του προέδρου, η επιστροφή στα ήδη κατά πρώτον κριθέντα. Έτσι, το κείμενο της απόφασης αυτής κατέστη αμετάκλητο, καίτοι μη δημοσιευθέν ακόμη.
8. Εντεύθεν, το γεγονός ότι, κατά το παρελθόν, κάποιος σύμβουλος διέδιδε κρυφά στον «Τύπο» το αποτέλεσμα της διάσκεψης, τώρα αυτό γίνεται ολοφάνερα, εφόσον ο δικαστικός σχηματισμός δια του προέδρου επιλέξει την εφαρμογή της παρ. 8. Τότε παύει να υπάρχει η ανεξαρτησία του δικαστή, ο οποίος όμως έχει συνταγματικό δικαίωμα να αλλάξει γνώμη, εφόσον η απόφαση δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί.
9. Στην προκειμένη περίπτωση, δύο τουλάχιστον ομότεχνοι (βλ. σημ. 5) έχουν υποστηρίξει την άποψη ότι, και στην περίπτωση εφαρμογής της παρ. 8, τα μέλη της ειδικής αυτής σύνθεσης της Ολομέλειας του ΣτΕ μπορούν να ζητήσουν την επαναφορά της υπόθεσης για νέα διάσκεψη, αφού η απόφαση αυτή δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί σε δημόσια συνεδρίαση του ΣτΕ. Αυτό όμως είναι που θέλησε να αποφύγει η νέα διάταξη, δηλαδή να μην επέρχεται καμία αλλαγή στο κείμενο της απόφασης από τη δημοσιότητα της περίληψής της στον «Τύπο» μέχρι την δημοσίευσή της σε δημόσια συνεδρίαση στο ΣτΕ.
Αφού όμως αυτό ακριβώς ηθελήθη με την νέα παράγραφο 8, αυτή παραβιάζει τη λειτουργική ανεξαρτησία του δικαστή (άρθρ. 87 παρ. 1 και 93 παρ. 3 Σ.) και συνεπώς όλη η διάταξη καθίσταται αντισυνταγματική εκ του λόγου τούτου. Επί πέντε λοιπόν μήνες περίπου (δημοσιότητα στον Τύπο και δημοσίευση της απόφασης στο ακροατήριο του ΣτΕ), οι δικαστές της συγκεκριμένης σύνθεσης είχαν στερηθεί, με τυπικό νόμο, το συνταγματικό δικαίωμα της λειτουργικής τους ανεξαρτησίας.
Επίλογος
Ο πολιτικός επιστήμονας και συγγραφέας Τάκης Σ. Παππάς, στο άρθρο του για την «ανελεύθερη δημοκρατία» και τον Τραμπ (Καθημερινή 9.11.2025) τονίζει τις υπερεξουσίες του ενός, τους διορισμούς μόνον πιστών σε κλειστές θέσεις εξουσίας, την υπονόμευση των ανεξάρτητων αρχών και την απαξίωση των άλλων θεσμών του ενδιάμεσου χώρου, όπως είναι τα δικαστήρια και η γραφειοκρατία. Έτσι, τα θεσμικά αντίβαρα διαρκώς υποχωρούν.
Η κακομεταχείριση λοιπόν του Συντάγματος συνεχίζεται, όπως και η περαιτέρω υποβάθμιση των αρχών του κράτους δικαίου στην Ελλάδα, είναι δε αρκετά τα παραδείγματα που το επιβεβαιώνουν[6],[7].
Novum I
Από τις διατάξεις των άρθρων 87 παρ. 1 και 93 παρ. 3 Σ. συνάγεται ότι ο δικαστής, πριν από τη δημοσίευση της απόφασης, μπορεί πάντα να ζητήσει την επαναφορά της σε διάσκεψη. Άρα είναι κανόνας συνταγματικής περιωπής.
Novum II
Μετά την ανακοίνωση στον «Τύπο» του αποτελέσματος της διάσκεψης, στις περιπτώσεις όπου εφαρμόζεται από την Ολομέλεια του ΣτΕ η διαδικασία της παρ. 8 του άρθρ. 34 του πρ. δ/τος 18/1989, αποκλείεται κάθε δυνατότητα για επανάληψη της διάσκεψης, αν το θελήσουν, όπως έχουν δικαίωμα, κάποια μέλη της σύνθεσης. Αυτή την έννοια έχει η απλή δημοσιότητα της απόφασης δια του «Τύπου»: τον αποκλεισμό της επανόδου στα άπαξ κριθέντα. Αυτή όμως η δέσμευση είναι αντισυνταγματική, διότι παραβιάζει τη λειτουργική ανεξαρτησία του δικαστή.
Πέτρος Ι. Παραράς, Ομότιμος Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου, ΔΠΘ, Αντιπρόεδρος ΣτE ε.τ.
* «Ανάτυπο» εκ του Συλλογικού Τόμου «Πενήντα Χρόνια από το Σύνταγμα του 1975». Η συνταγματική υπόσχεση της Μεταπολίτευσης και η ποιότητα της Δημοκρατίας και του Κράτους Δικαίου. Συνέδριο του Κύκλου Ιδεών σε συνεργασία με τη διαΝέοσις και το Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών (10-11 Ιουνίου 2025 – Ζάππειο Μέγαρο), υπό την επιστημονική διεύθυνση του Ευάγγελου Βενιζέλου και υπό την αιγίδα της Βουλής των Ελλήνων και του Κύκλου Ιδεών, εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 2026, σελ. 373-379. Στο παρόν κείμενο –το οριστικό– υπάρχουν μόνον ορισμένες φραστικές αναδιατυπώσεις.
[1] Βλ. και υπότιτλο του παρόντος Συνεδρίου (Η συνταγματική υπόσχεση της Μεταπολίτευσης και η ποιότητα της Δημοκρατίας και του Κράτους Δικαίου).
[2] Βλ. Π. Παραρά, Πανδημία και Δικαιώματα του Ανθρώπου, Υποχρεωτικός ο εμβολιασμός, in ΔτΑ No 91/2022, σ. 39-73 [= Res Publica III, Φιλελεύθερη Δημοκρατία, εκδ. Σάκκ., Αθήνα 2023, σ. 359 επ., εδώ σ. 380-381 σημ. 68].
[3] Αν δεν σφάλλω, η ανάγκη για την σύσταση και ιδιωτικών Πανεπιστημίων είχε προβληθεί ήδη από του έτους 2018, βλ. Π. Παραρά, Ανάλεκτα. Παρεμβάσεις στη Νομική και Πολιτική Θεωρία, εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα 2021, σ. 326, 349, 365, μετά την αναθεώρηση βέβαια του άρθρου 16 Σ.
[4] Βλ. Π. Παραρά, Σύνταγμα 1975. Corpus III, άρθρα 81-92, εκδ. Αντ. Σάκκ., Αθήνα 1999, σ. 353.
[5] Οι Χρ. Ράμμος, αντιπρόεδρος ΣτΕ ε.τ. in (Dnws.gr) και Χάρης Τσιλιώτης, αναπλ. καθηγ. Συνταγμ. Δικαίου Πανεπ. Πελοποννήσου in (syntagmawatch.gr) διατυπώνουν την άποψη ότι και κατά το μεσοδιάστημα (μεταξύ δημοσιότητας και δημοσίευσης στο ΣτΕ με εφαρμογή της παρ. 8) η υπόθεση μπορεί να επανέλθει σε διάσκεψη, καίτοι δημοσιότητα χωρίς και δημοσίευση υπάρχει μόνον σε περίπτωση εφαρμογής της παραγράφου 8.
[6] Βλ. ρεπορτάζ της δημοσιογράφου Αλεξάνδρας Βουδούρη από τις Βρυξέλλες «Χαμηλές επιδόσεις σε Δικαιοσύνη και Ασφάλεια» (in Καθημ. 29.10.2025), όπου τονίζεται η περαιτέρω υποχώρηση του κράτους δικαίου στη χώρα μας ̶ ασθενής η λειτουργική ανεξαρτησία των δικαστών από νομοθετικές παρεμβάσεις ̶ η οποία φέτος κατατάσσεται στην 48η θέση ανάμεσα σε 143 χώρες, με μικρή ακόμη πτώση (47η θέση) συγκριτικά με το προηγούμενο έτος.
[7] Πρβλ. Laureline Fontaine, La Constitution maltraitée. Anatomie du Conseil constitutionnel, Éd. Amsterdam, Paris 2023, επίσης, Γιάννης Δρόσος, Les Malheurs de la Vertu. Ή: το Άρθρο 16 και η κακομεταχείριση του συνταγματικού λόγου, εκδ. Ευρασία, Αθήνα 2025.
