Γονική μέριμνα μετά τον χωρισμό των γονέων: Κάποιες επισημάνσεις.

Με αφορμή το προσχέδιο του Υπουργείου Δικαιοσύνης που έχει δει το φως της δημοσιότητας, η Καθηγήτρια Αστικού Δικαίου στη Νομική Σχολή ΑΠΘ, Αικατερίνη Φουντεδάκη, επισημαίνει ορισμένες κρίσιμες παραμέτρους σχετικά με τη γονική μέριμνα μετά τον χωρισμό.

Το τελευταίο διάστημα, λόγω της σχετικής νομοθετικής  πρωτοβουλίας του Υπουργείου Δικαιοσύνης, έχει τεθεί στη δημόσια συζήτηση το ζήτημα της «συνεπιμέλειας» του παιδιού σε περίπτωση χωρισμού των γονέων του (διαζύγιο, διάσταση, παιδί γεννημένο χωρίς γάμο αναγνωρισμένο, του οποίου οι γονείς δεν έχουν προσωπική σχέση). Χωρίς να διευκρινίζεται η νομική σημασία του όρου, η συνεπιμέλεια φέρεται να ταυτίζεται με τις διεθνείς εξελίξεις, με το συμφέρον του παιδιού και με την ανάγκη εκσυγχρονισμού του δήθεν ξεπερασμένου ελληνικού οικογενειακού δικαίου. Είναι, πιστεύω, επιβεβλημένες κάποιες επισημάνσεις.

1. Ο ισχύων Αστικός Κώδικας καθόλου δεν απαγορεύει, αντιθέτως προβλέπει, τη συνεπιμέλεια με την έννοια της συναπόφασης των γονέων. Το άρθρο 1510 προβλέπει ότι οι γονείς ασκούν από κοινού τη γονική μέριμνα, τμήμα της οποίας συνιστά και η επιμέλεια του προσώπου του παιδιού. Από κοινού άσκηση της γονικής μέριμνας σημαίνει συναπόφαση και σύμπραξη σε όλα τα θέματα που αφορούν το παιδί, εκτός από τα πολύ τρέχοντα ή επείγοντα, τα οποία μπορεί να επιχειρεί και μόνος του ο κάθε γονέας (ΑΚ 1516 § 1).  Πρόσφατα, ωστόσο, στον όρο συνεπιμέλεια έχει προστεθεί, από όσους την υποστηρίζουν, και ο όρος «ίση επιμέλεια», ο οποίος πέραν της ισότητας στη λήψη αποφάσεων δεν μπορεί παρά να σημαίνει ισόχρονη διαμονή του παιδιού με τον καθένα από τους γονείς, επομένως, αν αυτοί δεν ζουν μαζί, την εναλλασσόμενη κατοικία του. Συνεπιμέλεια και «ίση» επιμέλεια είναι επομένως διαφορετικές έννοιες που δεν πρέπει να συγχέονται. Πάντως ούτε η ισόχρονη διαμονή  του παιδιού με τον καθένα από τους γονείς αποκλείεται από το ισχύον δίκαιο, αντίθετα έχει γίνει δεκτή από δικαστικές αποφάσεις. Πρόσφατα, ο Άρειος Πάγος, με μια αξιόλογη και προσεκτική απόφαση (1016/2019), έκρινε την εναλλασσόμενη κατοικία ως καταρχήν αντίθετη προς το συμφέρον του παιδιού, το οποίο επιβάλλει σαφήνεια ρόλων και σταθερό περιβάλλον. Πρόσθετα, επισήμανε ο ΑΠ ότι η εναλλασσόμενη κατοικία είναι όμοια, από την πλευρά της επίπτωσης στο παιδί, με την πολύ εκτεταμένη επικοινωνία με τον γονέα με τον οποίο δεν διαμένει.

2. Παρά τα όσα συχνά αναφέρονται, από το διεθνές και ενωσιακό δίκαιο δεν προκύπτει καμιά νομική υποχρέωση της Ελλάδας να καθιερώσει στη νομοθεσία της συγκεκριμένο σύστημα επιμέλειας και επικοινωνίας. Η μόνη υποχρέωση της χώρας μας, με βάση το διεθνές και ενωσιακό δίκαιο, είναι η κατοχύρωση στο νόμο και η διαφύλαξη στην πράξη του συμφέροντος του παιδιού και, κατά δεύτερο λόγο, της οικογενειακής ζωής των γονέων του. Το δε Ψήφισμα 2079/2015 της Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης του Συμβουλίου της Ευρώπης, το οποίο ατυχώς, κατά τη γνώμη μου, επικαλείται ακόμη και ο Συνήγορος του Παιδιού, πέραν του ότι δεν είναι, αυτονόητα, νομικά δεσμευτικό, είναι στην πραγματικότητα μια απόφαση Τμήματος (δηλαδή 46 βουλευτών), η οποία δεν οδήγησε ποτέ σε Σύσταση (Resolution) και δεν έχει καν το νόημα που της αποδίδεται.

3. Στον δημόσιο διάλογο δίνεται έμφαση σε έρευνες και μελέτες από το εξωτερικό (δεν υπάρχει καμιά έρευνα στην Ελλάδα), που αναδεικνύουν τα πλεονεκτήματα της συνεπιμέλειας και της εναλλασσόμενης ισόχρονης διαμονής του παιδιού, χωρίς όμως να αναφέρεται ότι κατά κανόνα οι μελέτες αυτές αφορούν γονείς που έχουν ομαλή σχέση μεταξύ τους κι έχουν αποδεχτεί το χωρισμό τους. Όταν η σχέση των γονέων είναι συγκρουσιακή, η ισότητα αποφάσεων και χρόνου μεταξύ των γονέων μπορεί να είναι επικίνδυνη για το παιδί.

4. Το συμφέρον του παιδιού, ως το ύψιστο κριτήριο για τις αποφάσεις των γονέων ή των κρατικών αρχών σε θέματα που το αφορούν, κατά το εσωτερικό δίκαιο και τα διεθνή νομοθετικά κείμενα είναι μια αόριστη νομική έννοια που εξειδικεύεται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, με βάση τις παραμέτρους και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της. Δεν συνηθίζεται και δεν είναι σωστή η νομοθέτηση προαπαιτουμένων και αφηρημένων γενικής ισχύος κριτηρίων για το συμφέρον του παιδιού. Ούτε είναι ανεκτό η νομοθεσία να απηχεί μια συγκεκριμένη ιδεολογία ή αντίληψη για αυτό το συμφέρον. Οι γνώμες ορισμένων επιστημόνων της ψυχικής υγείας ή της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης για τα πλεονεκτήματα της «ίσης» επιμέλειας δεν μπορούν, επομένως, να οδηγήσουν σε νομοθετικούς ορισμούς για το συμφέρον του παιδιού, αλλά πρέπει να λαμβάνονται υπόψη σε κάθε δικαστική κρίση που αφορά συγκεκριμένο παιδί, μαζί με άλλα κριτήρια.

5. Το ελληνικό οικογενειακό δίκαιο μετά τη μεταρρύθμιση του 1983 υπήρξε ένα από τα πιο προοδευτικά διεθνώς. Η προσαρμογή του στις σύγχρονες εξελίξεις επιβάλλει στοχευμένες παρεμβάσεις σε ορισμένες διατάξεις (λ.χ. έμφαση στην υποχρέωση του κάθε γονέα να διαφυλάσσει τη σχέση του παιδιού με τον άλλο, τήρηση από τον γονέα των νόμιμων υποχρεώσεών του για την επικοινωνία και τη διατροφή ως κριτήριο για την ανάθεση της γονικής μέριμνας). Εξάλλου, οι αποφάσεις των ελληνικών δικαστηρίων στα θέματα της επιμέλειας και της επικοινωνίας δεν πρέπει να απαξιώνονται συλλήβδην ως άδικες και να επιχειρείται η εκ των προτέρων δέσμευση του δικαστή προς μια κατεύθυνση. Η περιώνυμη εμπιστοσύνη στην ελληνική δικαιοσύνη δεν μπορεί να είναι επιλεκτική.

6. Στο πλαίσιο αυτό, η νομοπαρασκευαστική επιτροπή του Υπουργείου Δικαιοσύνης, μετά από πολλές συνεδριάσεις, εισηγήσεις και ψηφοφορίες, κατέθεσε ένα σχέδιο το οποίο προέβλεπε ως κανόνα τη συνέχιση της από κοινού άσκησης της γονικής μέριμνας (ΑΚ 1510) και μετά το χωρισμό των γονέων. Προέβλεπε επίσης, πολύ λογικά, ότι ο κανόνας της από κοινού άσκησης μπορεί να κάμπτεται με συμφωνία των γονέων ή με απόφαση του δικαστηρίου, όταν δημιουργείται κατάσταση αντίθετη προς το συμφέρον του παιδιού. Πιστεύω ότι το σχέδιο θα μπορούσε να προβλέπει και μια ισχυρή σύσταση προς τους γονείς, να επιδιώξουν μέσω μιας οργανωτικής συμφωνίας (parental plan, που υπάρχει σε αρκετές χώρες) να εξειδικεύσουν τον τρόπο της κοινής άσκησης της γονικής μέριμνας.

Από την άλλη μεριά, το προσχέδιο του Υπουργείου Δικαιοσύνης που έχει δει τη δημοσιότητα παρουσιάζεται ως η πρόταση της επιτροπής με κάποιες βελτιώσεις, στην πραγματικότητα όμως  έχει σοβαρά προβλήματα και διαφέρει ουσιωδώς από την πρόταση της επιτροπής. Ειδικότερα, σε αντίθεση με τις προαναφερόμενες παραδοχές , που αποτελούν νομικό κοινό τόπο, περιλαμβάνει νομοθετικούς ορισμούς για το συμφέρον του παιδιού (το οποίο ταυτίζει αξιωματικά «πρωτίστως» με «την ισόχρονη και ουσιαστική παρουσία και των δύο γονέων στην ανατροφή και φροντίδα του τέκνου, καθώς επίσης από την αποτροπή αποξένωσής του από καθένα από αυτούς» [sic]), επίσης περιέχει αναφορά σε «ίση» επιμέλεια και «τεκμήρια» χρόνου επικοινωνίας κατά το 1/3 του χρόνου του παιδιού. Κινείται, επομένως, στην εσφαλμένη κατεύθυνση της επιβολής μιας γενικής και προειλημμένης αντίληψης για το συμφέρον του παιδιού, δεσμεύοντας αδικαιολόγητα τον δικαστή. Τέτοιες ρυθμίσεις δεν απαντώνται σε δίκαια που κατά κανόνα αποτελούν πρότυπα για το ελληνικό δίκαιο, όπως το γερμανικό, το γαλλικό και το ελβετικό. Περαιτέρω, περιέχει νομοτεχνικές αστοχίες, που δεν έχουν θέση σε ένα νομοθέτημα της ιστορικής και συστηματικής εμβέλειας του ΑΚ (λ.χ. παραπομπή του ΑΚ σε άλλο νόμο, αντινομία μεταξύ της «εξίσου» άσκησης της επιμέλειας και της υπό προϋποθέσεις εναλλασσόμενης διαμονής του παιδιού, ενώ στην πραγματικότητα ταυτίζονται, ατυχής διατύπωση της δυνατότητας παράκαμψης της συνεπιμέλειας με συμφωνία). Τέλος, δεν αποφεύγει ακραίες  ρυθμίσεις, που απηχούν μια συγκεκριμένη ιδεολογική κατεύθυνση: η συμπερίληψη στον ΑΚ της διεθνώς αμφισβητούμενης και πάντως αμφιλεγόμενης έννοιας της γονεϊκής αποξένωσης είναι μια σαφής, αλλά αχρείαστη, πολιτική θέση. Η πρόβλεψη ότι ο γονέας με τον οποίο διαμένει το τέκνο μπορεί να αποφασίζει για τα τρέχοντα ή επείγοντα ζητήματα του παιδιού (δηλαδή το αν θα φάει δημητριακά για πρωινό ή αν θα πάει στα επείγοντα λόγω τραυματισμού) «κατόπιν ενημερώσεως του άλλου γονέα» μπορεί να μοιάζει αστεία, αλλά βρίσκεται στην ίδια ιδεολογική κατεύθυνση.

Ο νομοθέτης πρέπει να προσέξει· το συμφέρον του παιδιού και το σύστημα του ΑΚ δεν προσφέρονται για μονόπλευρες διευθετήσεις.

Κατερίνα Φουντεδάκη
Καθηγήτρια Αστικού Δικαίου – Νομική Σχολή ΑΠΘ

Share on facebook
Share on twitter
Share on email
Share on print
Share on facebook
Share on twitter
Share on email
Share on print

Σου άρεσε το άρθρο, αλλά σου δημιούργησε νέες απορίες;

Έχεις και άλλα ερωτήματα που σε απασχολούν σε σχέση με το Σύνταγμα, τους Θεσμούς, τα δικαιώματα και τη λειτουργία της Δημοκρατίας;

Σχετικά Άρθρα

Η απόλυση ως κύρωση στην άρνηση του εργαζόμενου για εμβολιασμό κατά του Covid-19

Μπορεί ο εργοδότης να υποχρεώσει τους/ις εργαζόμενους/ες της επιχείρησής του να εμβολιαστούν κατά του Covid-19; Η απόλυση λόγω άρνησης εμβολιασμού θεωρείται νόμιμη; Ο δικηγόρος-εργατολόγος Γιάννης Καρούζος επιχειρεί να απαντήσει στα κρίσιμα και επίκαιρα αυτά ερωτήματα.

Περισσότερα

Επιμέλεια και επικοινωνία τέκνων και ενδοοικογενειακή βία

Η Αναστασία Γκόνη-Καραμπότσου αναλύει την υπόθεση Angela González Carreño εναντίον Ισπανίας και τα συμπεράσματα της Επιτροπής της Σύμβασης για την εξάλειψη όλων των μορφών διακρίσεων κατά των γυναικών (CEDAW). Με αφορμή την επικείμενη αναθεώρηση του Αστικού Κώδικα, η γράφουσα φωτίζει την κρισιμότητα του ζητήματος της επικοινωνίας και επιμέλειας των τέκνων σε περιπτώσεις ενδοοικογενειακής βίας.

Περισσότερα