Επιμέλεια και επικοινωνία τέκνων και ενδοοικογενειακή βία

Η Αναστασία Γκόνη-Καραμπότσου αναλύει την υπόθεση Angela González Carreño εναντίον Ισπανίας και τα συμπεράσματα της Επιτροπής της Σύμβασης για την εξάλειψη όλων των μορφών διακρίσεων κατά των γυναικών (CEDAW). Με αφορμή την επικείμενη αναθεώρηση του Αστικού Κώδικα, η γράφουσα φωτίζει την κρισιμότητα του ζητήματος της επικοινωνίας και επιμέλειας των τέκνων σε περιπτώσεις ενδοοικογενειακής βίας.

Τα συμπεράσματα της Επιτροπής της Σύμβασης για την εξάλειψη όλων των μορφών διακρίσεων κατά των γυναικών (CEDAW) με αφορμή την υπόθεση Angela González Carreño εναντίον Ισπανίας.

Τους τελευταίους μήνες, το ζήτημα της από κοινού επιμέλειας και του χρόνου παραμονής των τέκνων με τους διαζευγμένους ή εν διαστάσει γονείς, έχει απασχολήσει έντονα τον δημόσιο λόγο. Αφορμή αποτελεί η επικείμενη αναθεώρηση των σχετικών διατάξεων του Αστικού Κώδικα. Θεωρούμε ότι το ζήτημα της βίας κατά των γυναικών και της ενδοοικογενειακής βίας και η σύνδεση των παραπάνω με τη βία που υφίστανται τα παιδιά, ως άμεσα ή έμμεσα θύματα, αποτελεί ένα ζήτημα που δεν έχει αναδειχθεί αρκετά, παρά τις σχετικές επισημάνσεις από τους μηχανισμούς του διεθνούς δικαίου προστασίας των δικαιωμάτων των γυναικών.

Η Επιτροπή της Σύμβασης του ΟΗΕ για την εξάλειψη όλων των μορφών διακρίσεων κατά των γυναικών (CEDAW) εξέτασε και ανέλυσε το ζήτημα της επικοινωνίας και επιμέλειας των τέκνων σε περιπτώσεις ενδοοικογενειακής βίας, με αφορμή την υπόθεση της Angela González Carreño.

Το 1999, η Angela González Carreño, χώρισε τον σύζυγό της F.R.C. έπειτα από μακροχρόνια ενδοοικογενειακή βία που είχε υποστεί, εκθέτοντας στην αίτηση διαζυγίου της όλα τα περιστατικά κακοποίησης. Το ζευγάρι είχε αποκτήσει ένα τέκνο, την Andrea, την επιμέλεια της οποίας το δικαστήριο ανέθεσε στη μητέρα, προβλέποντας παράλληλα το δικαίωμα περιορισμένης επικοινωνίας του πατέρα (F.R.C.), υπό την εποπτεία της αρμόδιας κοινωνικής υπηρεσίας. Η βία σε βάρος της Angela συνεχίστηκε και μετά το διαζύγιο και οι απειλές του πρώην συζύγου για τη ζωή της εντάθηκαν, συχνά ενώπιον του ανήλικου τέκνου. Κατά τη διάρκεια της επικοινωνίας με την κόρη τους, ο F.R.C. πίεζε το παιδί να του αποκαλύψει πληροφορίες για την ιδιωτική ζωή της πρώην συζύγου του, την οποία κατηγορούσε και απαξίωνε συνεχώς, με αποτέλεσμα η ανήλικη Andrea να αισθάνεται φόβο και να μην επιθυμεί να περνάει χρόνο με τον πατέρα της. Τη στάση αυτή της ανήλικης, ο F.R.C. απέδωσε σε χειραγώγηση του τέκνου από τη μητέρα του.

Η Angela επανειλημμένα αιτήθηκε στις αρχές (τουλάχιστον 30 αιτήσεις) περιοριστικά μέτρα, για να προστατευθεί η ίδια και η κόρη της, ωστόσο το δικαστήριο έκανε δεκτές κάποιες από τις αιτήσεις που αφορούσαν την ίδια την αιτούσα αλλά όχι την ανήλικη. Η μοναδική απόφαση που αφορούσε την Andrea δεν εφαρμόστηκε, καθώς έγινε δεκτή η έφεση του F.R.C. με την αιτιολογία ότι η στέρηση της επικοινωνίας του πατέρα με το τέκνο θα βλάψει δυσανάλογα την μεταξύ τους σχέση. Ο F.R.C. καταδικάστηκε μόνο για παρενόχληση της Angela σε χρηματική ποινή 45 ευρώ.

Η απόφαση λύσης του γάμου που εκδόθηκε το 2001 δεν έκανε αναφορά στα περιστατικά ενδοοικογενειακής βίας, ούτε στην επανειλημμένη άρνηση καταβολής της διατροφής που είχε επιδικαστεί για το ανήλικο τέκνο από τον F.R.C. Σχετικά δε με την επικοινωνία, όρισε πως για τον επόμενο ένα μήνα θα συνεχίσει να ισχύει το καθεστώς επισκέψεων με εποπτεία της κοινωνικής υπηρεσίας. Έπειτα από λίγους μήνες, το δικαστήριο ενέκρινε την ελεύθερη επικοινωνία του πατέρα με το ανήλικο τέκνο, απορρίπτοντας τη σχετική έφεση της Angela, η οποία για μία ακόμη φορά αναφέρθηκε στα περιστατικά βίας και απειλών κατά της ζωής της, με έμμεσο θύμα την ανήλικη κόρη της. Η απόφαση στηρίχθηκε σε ένα από τα πορίσματα της κοινωνικής υπηρεσίας για την ανάγκη διεύρυνσης του χρόνου που περνά η ανήλικη με τον πατέρα της, παρότι το ίδιο το παιδί είχε δηλώσει πως φοβάται τον πατέρα της, πως δεν της συμπεριφερόταν καλά και πως έσκισε τις ζωγραφιές της.

Λόγω της μη καταβολής του μηνιαίου ποσού διατροφής που είχε επιδικάσει το δικαστήριο, η Angela διεκδίκησε και πέτυχε την παραχώρηση της πρώην οικογενειακής εστίας για τη διαμονή της ίδιας και του ανήλικου τέκνου. Το γεγονός αυτό προκάλεσε την έντονη αντίδραση του F.R.C., ο οποίος δήλωσε στην Angela πως “θα της πάρει ό,τι πολυτιμότερο έχει”. Στην επόμενη επικοινωνία με την ανήλικη, δολοφόνησε την κόρη τους και έπειτα αυτοκτόνησε.

Η Angela González Carreño αιτήθηκε αποζημίωσης ενώπιον των δικαστηρίων της χώρας, υποστηρίζοντας ότι οι αρχές έδειξαν αμέλεια και απέτυχαν στην υποχρέωσή τους να προστατεύσουν τη ζωή της Andrea, παρά την επανειλημμένη ενημέρωσή τους για τον κίνδυνο που διέτρεχε. Στην αίτησή της, σημείωσε επίσης ότι “η ύπαρξη προκαταλήψεων από τις αρχές είναι εμφανής στην αδυναμία τους να εκτιμήσουν τη σοβαρότητα της κατάστασης που αντιμετώπιζε η ίδια και η κόρη της. Επιπλέον, δεν διεξήχθη ποτέ έρευνα σχετικά με τις συνέπειες της ζωής του παιδιού εντός μιας ατμόσφαιρας βίας και το παιδί ως άμεσο και έμμεσο θύμα αυτής της βίας. Αντίθετα, οι αρμόδιες αρχές επέλεξαν να ακολουθήσουν τη στερεοτυπική ανάγνωση ότι ακόμη και οι πιο κακοποιητικοί γονείς πρέπει να απολαμβάνουν δικαιώματα επίσκεψης και πως είναι πάντα προτιμότερο να μεγαλώνει ένα παιδί με την παρουσία του πατέρα και της μητέρας του, μη λαμβάνοντας υπόψη τα δικαιώματα του παιδιού και αγνοώντας το γεγονός ότι είχε εκφράσει φόβο για τον πατέρα της. Τα δικαστήρια θεωρούσαν δεδομένο ότι είναι καλύτερο να βρίσκεται σε επαφή ακόμη και με έναν βίαιο πατέρα”. Το Υπουργείο Δικαιοσύνης, που επιλήφθηκε της υπόθεσης, αρνήθηκε τους ισχυρισμούς της Angela, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι οι αρχές ενήργησαν ορθά σχετικά με το καθεστώς επισκέψεων του πατέρα. Η υπόθεση το 2007 έφτασε στο Ανώτατο Δικαστήριο της Ισπανίας, όπου και πάλι απορρίφθηκαν οι ισχυρισμοί της μητέρας. Έπειτα από αυτό, η Angela κατέθεσε αναφορά στην Επιτροπή CEDAW (Communication No. 47/20 12) σε βάρος της Ισπανίας, για παραβίαση των άρθρων 2(a)-2(f), 5(a) και 16 της Σύμβασης.

Η Επιτροπή διέγνωσε ότι η Ισπανία στη συγκεκριμένη υπόθεση πράγματι παραβίασε τα άρθρα 2(a)-2(f), 5(a) και 16(1)(d) της CEDAW, υπό το φως του άρθρου 1, όπως αυτό ερμηνεύτηκε με τη Γενική Σύσταση 19 (General Recommendation 19) της Επιτροπής, σχετικά με την έμφυλη βία ως μορφή διάκρισης σε βάρος των γυναικών.

Κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η βία που διαπράχθηκε από τον F.R.C. εναντίον της Angela και η δολοφονία της Andrea, με βάση τα στοιχεία που προσκόμισε η αιτούσα, μπορούσε να έχει προβλεφθεί από το κράτος. Το γεγονός πως ο F.R.C. διέπραξε επανειλημμένα πράξεις βίας εναντίον της Angela, στις οποίες συχνά ήταν παρούσα η Andrea, θα έπρεπε να οδηγήσει τα εσωτερικά δικαστήρια στην έκδοση σχετικών μέτρων προστασίας για την αιτούσα και την κόρη της. Σημείωσε, επίσης, πως το κράτος θα έπρεπε να έχει λάβει υπόψη τις εκθέσεις των κοινωνικών υπηρεσιών σχετικά με την ανάγκη συνεχούς παρακολούθησης των επισκέψεων μεταξύ του F.R.C. και της ανήλικης, καθώς και το ότι ο ίδιος είχε διαγνωστεί με “ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή με πτυχές παθολογικής ζήλιας και τάση στρέβλωσης της πραγματικότητας, που θα μπορούσε να οδηγήσει σε μια διαταραχή που ομοιάζει με παράνοια”.

Σύμφωνα με την Επιτροπή, δεν τηρήθηκαν οι υποχρεώσεις δέουσας επιμέλειας (due diligence), που το κράτος ήταν υποχρεωμένο να επιδείξει σε περιπτώσεις έμφυλης βίας, καθώς δεν ελήφθησαν εύλογα μέτρα για την προστασία της Angela και της Andrea από τη βία, η οποία στην περίπτωση της ανήλικης οδήγησε σε δολοφονία. Επιπλέον, το Ισπανικό κράτος δεν διερεύνησε το κατά πόσον οι αρχές κατάφεραν ή όχι να τις προστατεύσουν, επιδεικνύοντας τη δέουσα επιμέλεια που όφειλαν σε τέτοιες υποθέσεις. Η Επιτροπή σημείωσε, επίσης, πως γίνεται επίκληση των δικαιωμάτων επικοινωνίας των πατέρων με τα παιδιά τους και από τους άνδρες που έχουν κατηγορηθεί για ενδοοικογενειακή βία με αποτέλεσμα να παραβιάζεται η ασφάλεια και η ευημερία των γυναικών και των παιδιών. Τόνισε δε, ότι σε τέτοιες περιπτώσεις το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού είναι αυτό που πρέπει να λαμβάνεται κυρίως υπόψη.  

Συγκεκριμένα, “η Επιτροπή παρατηρεί ότι κατά τη διάρκεια της εφαρμογής του καθεστώτος των δικαστικώς καθορισμένων επισκέψεων, τόσο οι δικαστικές αρχές, όσο και οι κοινωνικές υπηρεσίες και οι ψυχολόγοι-εμπειρογνώμονες, είχαν ως κύριο σκοπό την εξομάλυνση των σχέσεων μεταξύ πατέρα και κόρης, παρά τις επιφυλάξεις που εξέφρασαν φορείς των κοινωνικών υπηρεσιών σχετικά με τη συμπεριφορά του F.R.C. Οι αποφάσεις των εν λόγω αρχών δε φαίνεται να έλαβαν υπόψη και να αξιολόγησαν όλες τις πτυχές των πιθανών επιβλαβών συνεπειών για το παιδί. Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι η απόφαση που εισήγαγε ένα καθεστώς μη εποπτευόμενων επισκέψεων ελήφθη χωρίς προηγούμενη ακρόαση της μητέρας και της κόρης της και ότι η επανειλημμένη μη καταβολή της διατροφής δεν ελήφθη υπόψη στο πλαίσιο αυτό από το δικαστήριο”.

Όλα τα παραπάνω καταδεικνύουν ένα μοτίβο στερεότυπης αντίληψης για τα δικαιώματα επίσκεψης που βασίζεται και επικαλείται την ισότητα ανάμεσα στα δύο φύλα, η οποία όμως, στην παρούσα περίπτωση, έδωσε σαφή πλεονεκτήματα στον πατέρα, παρά την κακοποιητική συμπεριφορά του και δεν έλαβε υπόψη την κατάσταση της μητέρας και της κόρης ως θυμάτων ενδοοικογενειακής βίας, καθιστώντας τες ακόμη πιο ευάλωτες σε νέες επιθέσεις. Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι σε θέματα επιμέλειας των παιδιών και των δικαιωμάτων επίσκεψης οι εθνικές αρχές είναι υποχρεωμένες να λαμβάνουν υπόψη τις καταγγελίες ενδοοικογενειακής βίας.

Η Επιτροπή CEDAW συνέστησε στο Ισπανικό κράτος να παράσχει αποζημίωση στην Angela González Carreño και να διερευνήσει ποιες από τις πρακτικές που ακολούθησαν οι κρατικοί φορείς οδήγησαν την Angela και την Andrea να μη λάβουν την κατάλληλη προστασία. Μεταξύ των συστάσεων της Επιτροπής συμπεριλαμβάνεται η ανάγκη διασφάλισης από το κράτος ότι η ενδοοικογενειακή βία θα λαμβάνεται υπόψη σε θέματα επιμέλειας και επίσκεψης και ότι το συμφέρον του παιδιού θα υπερισχύει στις σχετικές αποφάσεις, καθώς και η τήρηση της δέουσας επιμέλειας των αρχών σε περιπτώσεις ενδοοικογενειακής βίας και η θέσπιση υποχρεωτικής εκπαίδευσης σε δικαστές και διοικητικό προσωπικό σχετικά με το νομικό πλαίσιο που αφορά την ενδοοικογενειακή βία και τα στερεότυπα των φύλων.

Η Angela González Carreño δεν σταμάτησε τον δικαστικό της αγώνα. Μόλις το 2018, δηλαδή 15 χρόνια μετά τη δολοφονία της Andrea, το Ανώτατο Δικαστήριο της Ισπανίας έκανε δεκτές τις συστάσεις της Επιτροπής CEDAW, αναγνώρισε την ευθύνη του κράτους και επιδίκασε στην Angela αποζημίωση για την ψυχική οδύνη της δολοφονίας της ανήλικης κόρης της και την ηθική βλάβη που υπέστη.

Αναστασία Γκόνη – Καραμπότσου
LL.M. Συγκριτικών Νομικών Σπουδών ΕΚΠΑ
Δικηγόρος με ειδίκευση στα ζητήματα έμφυλης ισότητας
Μέλος της Ελληνικής επιτροπής του European Observatory on Femicide

Share on facebook
Share on twitter
Share on email
Share on print
Share on facebook
Share on twitter
Share on email
Share on print

Σου άρεσε το άρθρο, αλλά σου δημιούργησε νέες απορίες;

Έχεις και άλλα ερωτήματα που σε απασχολούν σε σχέση με το Σύνταγμα, τους Θεσμούς, τα δικαιώματα και τη λειτουργία της Δημοκρατίας;

Σχετικά Άρθρα

Η αποχώρηση της Τουρκίας από τη Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης: ένα ακόμη πλήγμα στην προστασία των δικαιωμάτων των γυναικών

Η Άννα-Μαρία Κώνστα σχολιάζει την πρόσφατη αποχώρηση της Τουρκίας από τη Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης και τις επιπτώσεις αυτής της κίνησης στα δικαιώματα των γυναικών και των ΛΟΑΤΚΙ+ ατόμων στη γειτονική χώρα.

Περισσότερα

Πολιτικός γάμος και ζευγάρια ιδίου φύλου

Ο γάμος αποτελεί συνταγματικό προνόμιο μόνο των ζευγαριών διαφορετικού φύλου ή είναι αναφαίρετο δικαίωμα όλων; Ο Βαγγέλης Μάλλιος επιχειρηματολογεί σχετικά με το δικαίωμα σύναψης γάμου ανάμεσα σε ζευγάρια του ιδίου φύλου.

Περισσότερα