ΕΔΔΑ: H ανάγκη για «ενεργητική» προάσπιση του δημοκρατικού πολιτεύματος

Στην προσφάτως δημοσιευθείσα απόφασή του Ayoub και λοιποί κατά Γαλλίας , το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (εφεξής: ΕΔΔΑ) επικύρωσε τη νομιμότητα της διαδικασίας διοικητικής διάλυσης ακροδεξιών ενώσεων. Το ΕΔΔΑ συμπλέοντας με τη δικαστική κρίση του Conseil d’État , αποφάνθηκε ότι η κατ’ αυτόν τον τρόπο αποβολή από την έννομη τάξη, ενώσεων με χαρακτηριστικά που παραβιάζουν τις καταστατικές αρχές της δημοκρατίας, δεν προσκρούει στις διατάξεις της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.

Στην προσφάτως δημοσιευθείσα απόφασή του Ayoub και λοιποί κατά Γαλλίας[1], το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (εφεξής: ΕΔΔΑ) επικύρωσε τη νομιμότητα της διαδικασίας διοικητικής διάλυσης ακροδεξιών ενώσεων. Το ΕΔΔΑ συμπλέοντας με τη δικαστική κρίση του Conseil d’État[2], αποφάνθηκε ότι η κατ’ αυτόν τον τρόπο αποβολή από την έννομη τάξη, ενώσεων με χαρακτηριστικά που παραβιάζουν τις καταστατικές αρχές της δημοκρατίας, δεν προσκρούει στις διατάξεις της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (εφεξής: ΕΣΔΑ).

Ειδικότερα, το ΕΔΔΑ έκρινε ως σύμφωνη με τις διατάξεις της ΕΣΔΑ τη διάλυση της de facto ένωσης Troisième Voie και του συνοδού τάγματος περιφρούρησης (εν είδει πολιτοφυλακής) (Jeunesses nationalistes révolutionnaires – εφεξής: JNR), των οποίων αμφότερων οι στόχοι συνοψίζονται «στην προαγωγή της εθνικιστικής και επαναστατικής ιδεολογίας»[3]. Στις άλλες δύο περιπτώσεις (L’Œuvre française[4] και Jeunesses Nationalistes[5]), επρόκειτο επίσης, για ενώσεις ακροδεξιών χαρακτηριστικών, με δημόσιες παρεμβάσεις και λόγο εχθροπαθή και διχαστικό, αρθρωμένο επί τη βάσει κριτηρίων που αφορούν την εθνική προέλευση, την καταγωγή, τις θρησκευτικές πεποιθήσεις (αντιϊσλαμισμός και αντισημιτισμός), καθώς επίσης και τον σεξουαλικό προσανατολισμό. 

Γεγονότα που δρομολόγησαν τη διοικητική και δικαστική εξέλιξη

Σε σχέση με την αλληλουχία των γεγονότων που δρομολόγησαν τη διοικητική και δικαστική εξέλιξη των υπό συζήτηση υποθέσεων, σημειωτέα τα παρακάτω: στις 5 Ιουνίου 2013, o CM, φοιτητής και μέλος του αντιφασιστικού κινήματος, έχασε τη ζωή του, μετά από συμπλοκή με οργανωμένους θιασώτες ακροδεξιάς οργάνωσης (skinheads). Σε συνέχεια του συμβάντος, αρκετοί από τους εμπλεκόμενους στο επεισόδιο, αποδείχθηκε ότι συναντήθηκαν σε μπαρ (Au Local), ιδιοκτησίας του Serge Ayoub, επικεφαλής της ακροδεξιάς οργάνωσης Troisième Voie. Επιπλέον, αποδείχθηκε ότι τα ίδια πρόσωπα παρέμειναν σε επικοινωνία με τον Ayoub, τόσο κατά τη ροή της έκρυθμης αντιδικίας, όσο και αργότερα, καθόλη τη διάρκεια της νύχτας. Εντός του επόμενου μήνα, αποφασίστηκε η διάλυση της οργάνωσης Troisième Voie, καθώς επίσης και του τάγματος περιφρούρησης JNR, με σχετικό διάταγμα που εκδόθηκε στις 12 Ιουλίου 2013. Ενδιαμέσως μάλιστα, ήδη από τη 18η Ιουνίου – λίγες δηλαδή, μόνο ημέρες μετά τη φονική συμπλοκή – ο Ayoub, επιδιώκοντας να διατηρήσει την πρωτοβουλία στις εξελίξεις, έσπευσε οίκοθεν σε διάλυση των παραπάνω ενώσεων επιρροής του, ενώ παράλληλα ενημέρωσε σχετικά τις αρχές.

Ο ελιγμός παρόλ’ αυτά δεν απέδωσε. Όπερ, οι αρμόδιες αρχές δεν ανέστειλαν τη διοικητική διαδικασία αντιτείνοντας ότι το δίκτυο φαινόταν εν τοις πράγμασι, ενεργό (με επικαιροποημένο ιστότοπο, οργανωμένες συζητήσεις, παρουσία στα κοινωνικά δίκτυα κοκ), ενώ παράλληλα «συνέχιζε τη δράση του με άλλους, παράπλευρους τρόπους»[6]. Κατά της απόφασης διάλυσης, οι θιγόμενοι προσέφυγαν ενώπιον του Conseil d’État, το οποίο απέρριψε την αίτηση ακύρωσης, με απόφασή του που δημοσιεύθηκε στο τέλος του 2014[7]. Για την ιστορία πάντως, να σημειώσουμε επιπλέον ότι δύο από τα μέλη της Troisième Voie έχουν καταδικαστεί από το 2018, με αποφάσεις ποινικού δικαστηρίου σε φυλάκιση έντεκα και επτά ετών για πρόκληση σωματικών βλαβών από κοινού, με πρόθεση και χρήση όπλου που οδήγησε στον θάνατο του CM. 

Στην ίδια χρονική περίοδο – Ιούνιο 2013 – κινήθηκε εκ παραλλήλου, η διαδικασία για τη διάλυση και των δύο άλλων, προαναφερόμενων οργανώσεων -. Ομοίως, το Conseil d’État απέρριψε και τα δικά τους αιτήματα για δικαστική ακύρωση των σχετικών αποφάσεων που επέβαλαν τη διάλυσή τους.

Α. Το αληθές περιεχόμενο των σκοπών που επιδιώκουν οι κατ’ άρθρο 11 ενώσεις ως ζητούμενο του δικαστικού ελέγχου ενώπιον του ΕΔΔΑ

Επιχειρώντας το ΕΔΔΑ να απαντήσει στο ερώτημα αν η διαδικασία διοικητικής διάλυσης των προσφευγουσών αποτελεί θεμιτό περιορισμό στο δικαίωμα σύστασης ενώσεων (άρθρο 11 ΕΣΔΑ), υπό το φως του έτερου δικαιώματος ελεύθερης έκφρασης (άρθρο 10 ΕΣΔΑ), στην πραγματικότητα, ενεργοποιεί τα κλασικά μεθοδολογικά εργαλεία του ελέγχου αναλογικότητας του μέτρου. Με άλλα λόγια, καλείται να αποφανθεί αν στο πλαίσιο της δημοκρατικής πολιτείας, το οριακό διοικητικό μέτρο της διάλυσης εμπίπτει στους προβλεπόμενους στην παρ. 2 του άρθρου 11 ρητά απαριθμούμενους περιορισμούς. Όπερ, « … την εθνικήν ασφάλειαν, την δημοσίαν ασφάλειαν, την προάσπισιν της τάξεως και πρόληψιν του εγκλήματος, την προστασίαν της υγείας και της ηθικής, ή την προστασίαν των δικαιωμάτων και ελευθεριών των τρίτων».

Προκειμένου το δικαστήριο να αξιολογήσει την ένταση του περιορισμού που υπέστη, το δικαίωμα, επιχειρεί μια μορφή ειδολογικής κατάταξης των χαρακτηριστικών, διά των οποίων προσδιορίζεται καθεμιά από τις ελεγχόμενες ενώσεις. Σε όλες λοιπόν, τις περιπτώσεις καταγράφει δομικές αναλογίες και χαρακτηριστικά που προσομοιάζουν με τα αντίστοιχα παραστρατιωτικών σχηματισμών. Ειδικότερα, η ιεραρχική διαστρωμάτωση και η πυραμιδοειδής διάταξη της ένωσης, η ομοιόμορφη αμφίεση (στολές) των μελών κατά τη συμμετοχή τους σε παρελαύνουσες διμοιρίες, με στρατιωτικό βηματισμό, η στρατολόγησή τους σε ομάδες με κριτήρια φυσικής καταλληλότητας και η εκπαίδευσή τους στην απόκρουση επιθέσεων κατά τη διάρκεια συμπλοκών είναι μερικές μόνο από τις εκφάνσεις της δράσης τους, τις οποίες εμφανώς διαπνέει μιλιταριστικός οίστρος.

Το ΕΔΔΑ επιπλέον, επισημαίνει εμφατικά τη διάκριση μεταξύ πράξης και ιδεολογίας: η δικαστική κρίση εστιάζει στις πράξεις που τελέστηκαν από τις υπό διερεύνηση ενώσεις – εν προκειμένω, κυρίως, τη συμμετοχή τους στη δολοφονική συμπλοκή κατά του CM -. Είναι άλλο το γεγονός ότι στην αφετηρία της πράξης απαντώνται κατά κανόνα, ολοκληρωτικές αντιλήψεις και φιλοναζιστικά συγκείμενα. Στην πραγματικότητα, πρόκειται για «ιδεολογία που παράγει πληθώρα πράξεων βίας, … οι οποίες όσο περνά ο καιρός, διαμορφώνουν απειλητικό κλίμα για τα δικαιώματα και τις ελευθερίες των άλλων»[8]

Έχει δηλαδή, ιδιαίτερη σημασία να μην παραναγνωσθεί ο δραστικός περιορισμός που επιβλήθηκε στο δικαίωμα· ιδίως δε, να μην εκληφθεί απλώς ως αποδοκιμασία πολιτικών θέσεων και απόψεων. Ομοίως, έχει σημασία να αποσυνδεθεί η διαδικασία διοικητικής διάλυσης των επίμαχων ενώσεων από αντιλήψεις που απλώς εστιάζουν στην αφηρημένη απαρέσκεια της πολιτείας προς τους σκοπούς των ενώσεων, όπως αυτοί προκύπτουν από την καταστατική τους αποτύπωση. Τουναντίον, η διάλυση των ενώσεων υπαγορεύθηκε από την ανάγκη διαφύλαξης της δημόσιας τάξης και ασφάλειας, σε συνδυασμό με το χρέος προστασίας των δικαιωμάτων των λοιπών μελών του κοινωνικού συνόλου – περιορισμοί που στο σύνολό τους απαριθμούνται στο άρθρο 11 παρ. 2 ως κανονικοποιημένες αποκλίσεις από το δικαίωμα.

Σε κάθε περίπτωση και προς επίρρωση της αρχικής δικαστικής κρίσης του Conseil d’État, έχει σημασία να επισημανθεί και να επαληθευθεί η αξιοπιστία των εμπειρικών δεδομένων, επί των οποίων ερείδεται η κρίση του εθνικού δικαστή. Μαρτυρία προς τούτο κομίζει ειδική, θεματική «Έκθεση του Γαλλικού Κοινοβουλίου  για τη μάχη κατά των ακροδεξιών ενώσεων». Η επίκαιρη αυτή έκθεση – παραδόθηκε από την Επιτροπή στο Εθνικό Κοινοβούλιο της Γαλλίας τον Ιούνιο του 2019 – αναδεικνύει ως επιτομή των ταυτοτικών χαρακτηριστικών που προσδιορίζουν τις ετερόκλητες ακροδεξιές οργανώσεις τα παρακάτω: εκθειαστικός υπέρ της βίας λόγος, ρητορική του μίσους, απόρριψη των μεταναστών, του κοινοβουλευτισμού και των θεσμών του, ανταγωνισμός και έντονη αντίδραση κατά των ακροαριστερών οργανώσεων. Στην ίδια έκθεση, επισημαίνεται επίσης, ότι συχνά αυτού του τύπου οι ακροδεξιές ενώσεις υποκινούν ή πυροδοτούν επιθετικές πράξεις ενάντια σε οργανώσεις που αγωνίζονται για τα δικαιώματα των μεταναστών, μετέχουν σε συμπλοκές με ακροαριστερές οργανώσεις ή επιδίδονται βιαίως – λόγω και έργω – σε συμπεριφορές αντισημιτικές, ομοφοβικές, σεξιστικές, ρατσιστικές κοκ[9].            

Συνεπώς, γίνεται φανερό ότι ανάλογες εκτροπές δεν είναι ανεκτές από τις έννομες τάξεις των χωρών – μελών του Συμβουλίου της Ευρώπης. Ακριβώς, επειδή πλήττουν τον πυρήνα της δημοκρατίας ως θεμελιώδους αξίας του κοινού ευρωπαϊκού πολιτιστικού κεκτημένου και της «ευρωπαϊκής δημόσιας τάξης»[10]. Η βαρύτητα της απαξίωσης προς την δημοκρατική θεσμικότητα αντιστοιχεί πράγματι, στο είδος εκείνο της «επιτακτικής, κοινωνικής ανάγκης»[11] που δικαιολογεί την επιβολή του περιοριστικού μέτρου της διάλυσης. Κατά λογική ακολουθία, υπό αυτή την έννοια θα κριθεί ο θεμιτός ή μη χαρακτήρας του περιορισμού. Και ασφαλώς, επ’ αυτής της βάσεως θα πρέπει να σταθμιστεί εντός του πλαισίου της δημοκρατικής πολιτείας, ο αναλογικός χαρακτήρας και το μέτρο του περιορισμού. Το ΕΔΔΑ αναγνωρίζει πάντως, a priori ότι πρόκειται για οριακό, «δραστικό μέτρο»· ο δε αναλογικός του χαρακτήρας κρίνεται σε σχέση με τους σκοπούς γενικού συμφέροντος, τους οποίους καλείται να υπηρετήσει η επιβολή του[12]. Με εμπεδωμένη δε, τη θετική υποχρέωση για τα κράτη – μέλη που απορρέει από το άρθρο 1 της ΕΣΔΑ ως προς την προστασία των δικαιωμάτων που περιλαμβάνονται στη Σύμβαση, είναι σαφές ότι έρεισμα για τον περιορισμό του δικαιώματος της παρ. 11, πέραν της παρ. 2 του ίδιου άρθρου, παρέχει και το προαναφερόμενο εναρκτήριο άρθρο της σύμβασης[13].

Η αξία ωστόσο, της υπό συζήτηση απόφασης του ΕΔΔΑ έγκειται κυρίως στην υπέρβαση που πραγματοποίησε το δικαστήριο ως προς την αναζήτηση του «αληθούς σκοπού» των υπό διερεύνηση ενώσεων. Με παραπομπή στην κατευθυντήρια απόφαση Vona[14], το ΕΔΔΑ επαναλαμβάνει και στην υπόθεση της Troisième Voie, τα παρακάτω:

« … για τον προσδιορισμό των σκοπών μιας ένωσης δε λαμβάνεται υπόψη αποκλειστικά και μόνο το επίσημο περιεχόμενο του καταστατικού της. Πρέπει επιπλέον, να συνεκτιμηθούν οι αληθείς σκοποί και οι δραστηριότητες της ένωσης. … [Το Δικαστήριο] υπογράμμισε ότι καθώς οι παραστρατιωτικές συγκεντρώσεις αποβλέπουν στην πρόκληση φόβου, είναι δικαίωμα των κρατών να λαμβάνουν προληπτικά μέτρα για την προστασία της δημοκρατίας απέναντι σε συλλογικότητες – διάφορες των κομμάτων -, όταν διαπιστώνεται ότι υφίσταται απειλή ή επίκειται κίνδυνος αλλοίωσης των θεμελιωδών αξιών, οι οποίες αποτελούν έρεισμα της δημοκρατικής κοινωνίας»[15].    

Η παράβλεψη τού κατά δήλωση σκοπού της ένωσης υπέρ της αναζήτησης εκ μέρους του δικαστή, «του πραγματικού σκοπού» που βρίσκεται στην αφετηρία των αποδιδόμενων στις ελεγχόμενες ενώσεις, δράσεων και πράξεων, συνιστά κρίσιμη μεθοδολογική επιλογή. Και τούτο, διότι κατ’ αυτό τον τρόπο, καθίσταται δυνατός ο απεγκλωβισμός της δικαστικής κρίσης από την επίφαση νομιμότητας, την οποία συστηματικά επιδιώκουν οι ελεγχόμενοι προσβλέποντας στη δημιουργία εντυπώσεων προς «νομιμοποίηση» των πεπραγμένων τους. Είναι γεγονός βεβαίως ότι η αναζήτηση της πραγματικής βούλησης και των αληθών κινήτρων εκ μέρους του δικαστηρίου καταλείπει ευρύτατο περιθώριο υποκειμενικής κρίσης κατά την ερμηνευτική προσέγγιση. Παρά ταύτα, σε περιπτώσεις, όπως η εν προκειμένω, αυτή η λελογισμένη υπέρβαση συνιστά τη μοναδική διαθέσιμη λύση. Κάθε άλλη νομική ανάγνωση που αρκείται στην επιμελώς καλλιεργούμενη νομιμοφάνεια του έργου και των ημερών των μετεχόντων σε ακροδεξιές οργανώσεις, οδηγεί αναπόφευκτα σε αποσπασματική και φευ, αναποτελεσματική διαχείριση ενός υπαρκτού προβλήματος.

Σε σχέση μάλιστα, με το τυπικό κριτήριο, η επιχειρηματολογία του ΕΔΔΑ παρουσιάζει ειδικότερο ενδιαφέρον και κατά τούτο: το δικαστήριο υπερβαίνει το τυπικό κριτήριο – αν δηλαδή, η πραγματοποίηση της παραστρατιωτικής παρέλασης είχε λάβει άδεια από τις αρχές –. Προχωρεί επίσης, πέρα από το γεγονός ότι η παρέλαση δεν οδήγησε σε βίαια επεισόδια ή τη διάπραξη εγκληματικών πράξεων –. Και εστιάζει στη διαπίστωση ότι η ανοχή εκ μέρους της πολιτείας σε σχέση με εκδηλώσεις, τις οποίες επισπεύδουν οργανώσεις υπό τον τύπο της ένωσης του άρθρου 11, θα ισοδυναμούσε με νομιμοποίησή τους και συγκάλυψη της απειλής που οι τελευταίες συνιστούν για τη δημοκρατία[16]. Σε κάθε περίπτωση δε, σχήματα αυτού του είδους και ανάλογων δράσεων υπονομεύουν τη διαδικασία παιδαγώγησης δημοκρατικών πολιτών, – προϋπόθεση εκ των ων ουκ άνευ στη μάχη κατά του ρατσισμού και της ξενοφοβίας[17] -.      

Στην απόφαση Vona κατά Ουγγαρίας, το ΕΔΔΑ αναγνωρίζει την ανάγκη προληπτικής δράσης εκ μέρους του κράτους – μέλους. Επισημαίνει μάλιστα ότι το τελευταίο δε χρειάζεται να περιμένει την εκδήλωση βίας για να παρέμβει: «Ακόμη κι αν δεν πρόκειται για απόπειρα κατάληψης της εξουσίας ή οι επαπειλούμενοι κίνδυνοι δεν είναι ακόμα εντόνως αισθητοί, το κράτος νομιμοποιείται να λάβει προληπτικά μέτρα για τη διασφάλιση της δημοκρατίας, αμέσως μόλις γίνει αντιληπτό ότι ένα τέτοιο κίνημα έχει αρχίσει να αναλαμβάνει συγκεκριμένες πρωτοβουλίες στη δημόσια σφαίρα προκειμένου να επιβάλει πολιτικές ασύμβατες προς τα επίπεδα ασφαλείας της Σύμβασης»[18].

Συνεπώς, ευλόγως το ΕΔΔΑ στην πρόσφατη απόφαση της 8ης Οκτωβρίου συνάγει ότι τόσο η ανθρωποκτονία του φοιτητή, όσο και η προγενέστερη δράση και η συνολικότερη φυσιογνωμία της Troisième Voie και των λοιπών ερευνώμενων ενώσεων συνέβαλλαν στη διαμόρφωση κλίματος βίας και στη διάχυση φόβου και αγωνίας, εντός της κοινότητας. Η πραγματικότητα αυτή ποιοτικώς διαφέρει και ασφαλώς εκτείνεται, πέραν της συνθήκης που αφορά απλώς την εκφορά δυσάρεστων ή ακόμη και προσβλητικών απόψεων[19]. Οπωσδήποτε δε, συστοιχεί με την έννοια της «επιτακτικής ανάγκης» που καθιστά αναγκαίο τον περιορισμό του ατομικού δικαιώματος σύστασης και συμμετοχής σε ένωση, χωρίς αντιστοίχως να πλήττεται δυσανάλογα η ελευθερία της γνώμης.

Προς επίρρωση μάλιστα, του επιχειρήματος αυτού, το ΕΔΔΑ προχωρεί ακόμη περισσότερο: αναγνωρίζει ότι στην περίπτωση της Troisième Voie, δεν πρόκειται μεν για πολιτικό κόμμα, με συμμετοχή στην εκλογική διαδικασία. Πλην όμως, πρόκειται για ένωση που διαθέτει πολιτικό πρόγραμμα και επιδιώκει τη διάδοση των εθνικιστικών της απόψεων[20] – στοιχείο κατά το οποίο η φυσιογνωμία της ομοιάζει με τη φυσιογνωμία πολιτικών κομμάτων και την εμβέλεια που τα τελευταία διεκδικούν στους κόλπους του εκλογικού σώματος -. Το ΕΔΔΑ περαιτέρω, παρατηρεί εξ’ ιδίων ότι η αναλογικότητα ενός τέτοιου μέτρου θα αξιολογούνταν διαφορετικά σε σχέση με την ελευθερία της γνώμης, εάν επρόκειτο για ένωση με απολιτικά χαρακτηριστικά.     

B. Η απαγόρευση καταχρηστικής άσκησης των δικαιωμάτων ως μέσο αυτοπροστασίας της ΕΣΔΑ

Σε ό,τι αφορά την αντιμετώπιση των δύο άλλων οργανώσεων – L’Œuvre française και Jeunesses Nationalistes -, το ΕΔΔΑ επικύρωσε και εδώ, τη δικαστική κρίση του Conseil d’État θεμελιώνοντας ωστόσο, το σκεπτικό του σε διαφορετική νομική βάση σε σχέση με την περίπτωση της Troisième Voie. Εν συντομία: όπως έχει ήδη επισημανθεί, οι προσφεύγουσες ενώσεις είχαν υιοθετήσει ρητορική μίσους και διακρίσεων σε βάρος αλλοεθνών, αλλόθρησκων, καθώς επίσης και διακρίσεις με κριτήριο τον σεξουαλικό προσανατολισμό. Επιπροσθέτως, εμφανίζονται με εξωτερικά χαρακτηριστικά και εσωτερική δομή προσομοιάζοντα κατά περίπτωση, σε τάγμα εφόδου ή πολιτοφυλακή, ενώ στον δημόσιο λόγο τους, αναπαράγουν απολογητικά επιχειρήματα υπέρ της ναζιστικής Γερμανίας και των γάλλων φιλοναζιστών. Τα παραπάνω, σε συνδυασμό με τελεσθείσες πράξεις βίας και τη συστηματική προσπάθειά τους για  επιβολή των θέσεών τους οδηγούν στη διαπίστωση ότι οι προσφεύγουσες επικαλούνται προσχηματικά το δικαίωμα του άρθρου 11 της ΕΣΔΑ επιδιώκοντας εν τοις πράγμασι, την απαξίωση των θεμελιωδών αρχών του δημοκρατικού πολιτεύματος. Καταχρώνται με άλλα λόγια, των ελευθεριών που στεγάζονται στο άρθρο 11 ως προς την άσκηση ατομικών δικαιωμάτων συλλογικής δράσης προκειμένου να διαβρώσουν τις ταυτοτικές αξίες της δημοκρατίας. Ειδικότερα, τις αρχές της ανοχής, της κοινωνικής ειρήνης και των μη-διακρίσεων, οι οποίες άλλωστε ενυπάρχουν στην αφετηρία της ΕΣΔΑ και συνέχουν τις επιμέρους διατάξεις της.

Η επίκληση του άρθρου 17 της Σύμβασης που απαγορεύει την καταχρηστική άσκηση δικαιώματος αποτελεί εδώ, χρηστική, μεθοδολογική επιλογή του δικαστηρίου προκειμένου και πάλι, να αναδειχθεί η αληθής φύση των διερευνώμενων περιστατικών. Ζητούμενο παραμένει η αποτροπή στρέβλωσης του περιεχομένου των διατάξεων της ΕΣΔΑ επ’ ωφελεία εκείνων των επίδοξων που επιχειρούν με όχημα το corpus των συμβατικών διατάξεων, να υπονομεύσουν τις καταστατικές αξίες της δημοκρατίας[21].

Το ΕΔΔΑ αποφαίνεται χωρίς περιστροφές ότι ειδικά σε περιπτώσεις, όπου υπάρχει πρόκληση για χρήση βίας κατά ορισμένου προσώπου ή κρατικού αξιωματούχου ή μερίδας του πληθυσμού, στην κρίση του δικαστηρίου του Στρασβούργου βαραίνουν ιδιαιτέρως οι εκτιμήσεις του εθνικού δικαιοδοτικού οργάνου. Το ΕΔΔΑ δηλαδή, αυτοπεριορίζεται, καθώς σ’ αυτές τις περιπτώσεις, καταλείπεται ευρύ περιθώριο διακριτικής ευχέρειας στα κράτη – μέλη ως προς την αξιολόγηση του κινδύνου που συνεπάγεται η ύπαρξη ανάλογων ενώσεων για την κάθ’ έκαστη έννομη τάξη. Η «βαθιά γνώση»[22] που κατά τεκμήριο διαθέτουν τα εθνικά δικαστήρια ως προς την οικεία πραγματικότητα της χώρας προέλευσής τους ενδιαφέρει κυρίως, σε σχέση με τον έγκαιρο εντοπισμό των κινδύνων που λανθάνουν στην ύπαρξη και τη δράση των ακροδεξιών ενώσεων και των συναφών παραφυάδων τους.

Άλλωστε, η απαγόρευση κατάχρησης δικαιώματος λειτουργεί ως αναγκαίος μηχανισμός αυτοπροστασίας της Σύμβασης και του αξιακού όλου που προασπίζεται η νομολογία του ΕΔΔΑ. Το ίδιο το δικαστήριο περιγράφει ως αποτρεπτική την εν γένει αποστολή του άρθρου 17 σε σχέση με τις οργανώσεις – απολογητές του ολοκληρωτισμού[23] · ένα είδος αναχώματος στην προσπάθεια αποτροπής εργαλειοποίησης της Σύμβασης[24].  

Ενδεικτικά, το ΕΔΔΑ έχει αποκλείσει από το προστατευτικό του πεδίο λόγω καταχρηστικότητας, περιπτώσεις όπου η επιδιωκόμενη υπαγωγή στις διατάξεις της Σύμβασης αφορούσε ενώσεις με ισλαμοφοβική φυσιογνωμία[25], ρατσιστικό και ξενοφοβικό λόγο[26], εχθρότητα ή αποκλεισμό της ομοσεξουαλικότητας[27]. Στην ίδια κατηγορία επίσης, το ΕΔΔΑ ενέταξε και ενώσεις που καλλιεργούν και προωθούν τον αντισημιτικό λόγο[28] ή ρέπουν προς τη ρητορική του μίσους και τον εχθροπαθή λόγο ή προτρέπουν σε άσκηση βίας[29].

Σε άλλη γνωστή υπόθεση προσφυγής που υπέβαλε ενώπιον του ΕΔΔΑ, το τουρκικό «Κόμμα της Ευημερίας»[30], το δικαστήριο επισήμανε με αξιοσημείωτη διορατικότητα, ότι στην ειδικότερη περίπτωση, όπου ο έλεγχος για απόκλιση από τις δημοκρατικές αρχές αφορά πολιτικό κόμμα – και όχι οποιαδήποτε ένωση -, τότε η απειλούμενη δημοκρατία οφείλει να αμυνθεί ακόμη και προληπτικά. Εκ του περισσού, απλώς υπενθυμίζουμε ότι στο πλαίσιο της δικαιοκρατικής πολιτείας, τα κόμματα αποτελούν μέσο για την υποστασιοποίηση της δημοκρατικής αρχής και ειδικότερα, του πλουραλισμού. Για τον λόγο αυτό, εξυπακούεται ότι η κρίση για αποβολή τους υπόκειται εξ’ ορισμού σε αυστηρά κριτήρια, στενώς ερμηνευτέα από τις οικείες έννομες τάξεις[31].

Στη συγκεκριμένη υπόθεση, υπενθυμίζεται ότι το τουρκικό κόμμα προσέφυγε ενώπιον του ΕΔΔΑ διαμαρτυρόμενο για απόφαση διάλυσής του από το Τουρκικό Συνταγματικό Δικαστήριο για λόγους συνδεόμενους με την προστασία των ανθρώπινων δικαιωμάτων και των δημοκρατικών αξιών. Επρόκειτο για ισλαμικής ιδεολογίας κομματική συσπείρωση που αντιπροσώπευε το 22% των ψήφων[32], κατά τις βουλευτικές εκλογές του 1995 και μετείχε ακολούθως ως εταίρος στον κυβερνητικό συνασπισμό εκείνης της περιόδου. Η απόφαση του τουρκικού δικαστηρίου εστίασε κατά βάση, στις θέσεις του κόμματος περί μαντήλας στο σχολείο και προώθησης του δικαίου της σαρίας. Κατά το δικαστήριο, οι θέσεις αυτές υπέσκαπταν την κοσμική τάξη και τον δημοκρατικό προσανατολισμό της χώρας. Το ΕΔΔΑ επικύρωσε το σκεπτικό του τουρκικού δικαστηρίου αρνούμενο να αναγνωρίσει την προστασία του άρθρου 11 της Σύμβασης σε κόμμα με τα προαναφερόμενα χαρακτηριστικά, δεδομένου ότι αυτά αντίκεινται στην ευρωπαϊκή αντίληψη περί δημοκρατικής κοινωνίας[33]. Έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον μάλιστα, η σκέψη της απόφασης, στο πλαίσιο της οποίας συνεκτιμώνται τα ευνοϊκά υπέρ του ελεγχόμενου κόμματος, δημοσκοπικά προγνωστικά, κατά τη διάρκεια της επίμαχης προεκλογικής περιόδου. Υπό τον εύλογο φόβο μιας τέτοιας προοπτικής, το ΕΔΔΑ αναγνωρίζει στο κράτος – μέλος το δικαίωμα «να αποτρέψει την κατάληψη της εξουσίας»[34] από το «Κόμμα της Ευημερίας»· κυρίως δε, να αμυνθεί ενόψει του κινδύνου απομάκρυνσης της χώρας από το – επικρατούν τότε – εκκοσμικευμένο σύστημα εξουσίας.  

Αναπτύσσοντας το ΕΔΔΑ το σχετικό επιχείρημα, διευκρινίζει ότι αξιόπιστα προγνωστικά της εποχής έδιναν ισχυρές πιθανότητες στο Refah Partisi όχι μόνο να αναδειχθεί ως πρώτο κόμμα στις επόμενες εκλογές, αλλά και να επιτύχει αυτοδύναμη κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Υπό αυτή την προοπτική, οι πιθανότητες υλοποίησης του πολιτικού του προγράμματος δεν έμοιαζαν καθόλου απομακρυσμένες. Συνεπώς, «ο κίνδυνος λάμβανε χαρακτήρα απτό και άμεσο»[35]. Κατά τούτο, το ΕΔΔΑ έκρινε ότι το μέτρο της διάλυσης ήταν επιβεβλημένο, με στόχο να προληφθεί η ανάρρηση ενός θεοκρατικού κόμματος στην εξουσία. Επρόκειτο, συνεπώς για αναλογικό μέτρο, εντός του πλαισίου της δημοκρατικής πολιτείας[36].

Την κριτική ωστόσο, σε σχέση με την υπό συζήτηση θέση του ΕΔΔΑ προβλημάτισε το γεγονός ότι η απόφαση περί διάλυσης δε στηρίχτηκε σε ενέργειες ή δράσεις καθεαυτές του ελεγχόμενου κόμματος, αντιβαίνουσες τις δημοκρατικές αξίες. Στην πραγματικότητα, η απόφαση του τουρκικού δικαστηρίου – σύμφωνα πάντα με την κριτική αυτή – μοιάζει να υπαγορεύεται από την πίεση για ανάληψη πρωτοβουλιών πρόληψης. Και μάλιστα, πρωτοβουλιών, οι οποίες αφορούν τελικά, μόνο διαφαινόμενες προθέσεις των ηγετικών μελών του κόμματος Refah Partisi. Η δικαστική διερεύνηση της υπόθεσης παραπέμπει δηλαδή, σε δίκη προθέσεων[37], ενώ καταλείπεται ευρύ περιθώριο διακριτικής ευχέρειας, χωρίς σαφήνεια ως προς τα κριτήρια επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται η κρίση για τη διάλυση του αντιδημοκρατικού κόμματος. Τέτοια κριτήρια – δεδομένης της ρευστότητας και της επισφάλειάς τους – δε θα έπρεπε να αποτελούν για παράδειγμα, τα δημοσκοπικά προγνωστικά ως προς την επόμενη εκλογική αναμέτρηση[38]. Ακόμη και σε σχέση με την εκλογική δύναμη του κόμματος, κατά τις τελευταίες εκλογές, η ασάφεια παραμένει: πχ από ποιο ποσοστό και άνω παράγεται κίνδυνος για τη δημοκρατία; Ο αντίλογος εν προκειμένω, θα αρκούσε προφανώς να υπενθυμίσει την ανάγκη έγκαιρης πρόληψης καταστάσεων που πρακτικά, μετά την έλευσή τους, θα αποδεικνύονταν δύσκολα αναστρέψιμες, όπως πχ οι θεσμικές εκτροπές[39].    

Από όσα εν συντομία προηγήθηκαν σε σχέση με τις θέσεις του ΕΔΔΑ, γίνεται φανερό ότι το δικαστήριο του Στρασβούργου νομολογεί καταρχάς, αναγνωρίζοντας στη δημοκρατία το δικαίωμα να υπερασπιστεί τον εαυτό της[40]. Ομοίως, αναγνωρίζει στο κράτος δικαίου τα μεθοδολογικά εκείνα εργαλεία που θα του επιτρέψουν να αμυνθεί προς υπεράσπιση των θεσμών του. Ή καλύτερα, θα του επιτρέψουν να αποτρέψει την προσχηματική επίκληση των θεσμών από εκείνους που επιβουλεύονται τη λειτουργία του. Οι τελευταίοι προσβλέποντας στη συστηματική διάβρωση του δικαιοκρατικού οικοδομήματος, αξιοποιούν κατά βάση, δικά του δομικά συστατικά, πρωτίστως μάλιστα, τις ατομικές ελευθερίες, με έμφαση στη συμπεριληπτικότητα, τον πλουραλισμό και την ανοχή της διαφορετικότητας. Και ενώ είναι γεγονός ότι στη δημοκρατία δε νοείται επιλεκτικός πλουραλισμός, ούτε à la carte αναγνώριση δικαιωμάτων στα μέλη του κοινωνικού συνόλου, εδώ επιβάλλεται μια επισήμανση επί της αρχής: την υπαρξιακή ακεραιότητα της δημοκρατίας δε μπορεί να την εγγυηθεί παρά μόνον η ίδια για τον εαυτό της[41]. Αυτονόητο sine qua non κάθε δικαιοκρατικού κεκτημένου είναι ακριβώς η προ-ύπαρξη του πλαισίου, εντός του οποίου δύνανται να λειτουργήσουν οι θεσμοί και να ευδοκιμήσουν τα δικαιώματα και οι ελευθερίες.

Υπό αυτή την έννοια, το ΕΔΔΑ αξιώνει από τη δημοκρατία κάθε φορά που βάλλεται, να προβάλλει αντιστάσεις υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις της νόμιμης άμυνας. Το μέτρο της τελευταίας ορίζεται ασφαλώς με αναφορά στην αρχή της αναλογικότητας. Σε κάθε περίπτωση δε, τα κριτήρια της αναλογικότητας και η τήρησή τους υπόκεινται στο δικαστικό έλεγχο τόσο των εθνικών δικαστηρίων, όσο και του ΕΔΔΑ.

Σε ό,τι αφορά τα καθ’ ημάς, ο δικαστικός χειρισμός της υπόθεσης της «Χρυσής Αυγής» ως εγκληματικής οργάνωσης υπενθυμίζει τη διαρκή επικαιρότητα της νομολογίας του ΕΔΔΑ και την εύγλωττη «συνομιλία» της με τα εθνικά επίδικα. Υπενθυμίζει επιπλέον, την ανάγκη για εγρήγορση των έννομων τάξεων προς απόκρουση των ναζιστικών μορφωμάτων, τα οποία παρεισφρέουν στο πολιτικό σύστημα διεκδικώντας νομιμοποίηση εντός του και επιχειρώντας να υπεξαιρέσουν μέρος της προστιθέμενης αξίας των θεσμών του.

Ο ουσιαστικός και δικονομικός χειρισμός της «Χρυσής Αυγής» από την ελληνική δικαιοσύνη  επιβεβαιώνει επιπλέον, την επινοητικότητα που οφείλει να διαθέτει η δημοκρατία για την αυτοπροστασία της. Δεδομένου ότι στο εγχώριο, νομικό σύστημα κατά την κρατούσα άποψη, δεν υφίσταται δυνατότητα διάλυσης ή απαγόρευσης – εν γένει αποβολής – πολιτικού κόμματος από την έννομη τάξη, έχει ιδιαίτερη αξία ο τρόπος που η δικαιοσύνη επέλεξε να αντιμετωπίσει τη δράση της «Χρυσής Αυγής»[42]. Έχει ιδιαιτέρως, σημασία το γεγονός ότι η ποινική απαξία και η συνακόλουθη καταδίκη αφορούν αποκλειστικά τα πεπραγμένα της εγκληματικής οργάνωσης – των εμπρόθετων ανθρωποκτονιών περιλαμβανομένων – και όχι τους ιδεολογικούς άξονες του πολιτικού κόμματος. Η επιλογή αυτή εγγυάται σε κάθε περίπτωση, την αποτελεσματική αντιμετώπιση της απειλής που συνιστά για τη δημοκρατία η εμφιλοχώρηση στο πεδίο της πολιτικής, εγκληματικών συσπειρώσεων με προκάλυμμα αστικών κομμάτων.

Η θεώρηση της «Χρυσής Αυγής» από την ελληνική δικαιοσύνη ως εγκληματικής οργάνωσης, αφίσταται, σε μεθοδολογικό και νομοτεχνικό επίπεδο, των λύσεων που δόθηκαν στο πλαίσιο της προπαρατεθείσας νομολογίας του ΕΔΔΑ. Στην αφετηρία εντούτοις, όλων των υποθέσεων – τόσο της πρόσφατης ελληνικής, όσο και της νομολογίας του Στρασβούργου περί διάλυσης ενώσεων ή κομμάτων – προϋπάρχει η εν ευρεία εννοία, καταχρηστική ενεργοποίηση των θεσμικών «εργαλείων» του δημοκρατικού πολιτεύματος. Κυρίως δε, η επιστράτευσή τους για συντονισμένη πρόκληση δολιοφθορών στους θεσμούς, με απώτερο στόχο την αποδυνάμωση ή ίσως, ακόμη και την κατάλυση της δημοκρατίας.

Πρόκειται με άλλα λόγια, για μια ακόμη περίπτωση, όπου η δημοκρατία οφείλει να επαληθεύσει τη στερεοτυπική διαπίστωση, σύμφωνα με την οποία, δε νοούνται αδιέξοδα εντός της. Η εμπέδωση μιας τέτοιας – εξιδανικευμένης έστω – κατάφασης είναι παρόλ’ αυτά πολύτιμη, όσο παραμένει επίκαιρη η μειοψηφική θέση των δικαστών Gölcüklü, Russo και Valticos, στην απόφαση του ΕΔΔΑ, Jersild κατά Δανίας[43]. Η θέση αυτή διέβλεπε, ήδη από το 1994 ότι «σημαντικό ποσοστό των σύγχρονων νέων, καθώς επίσης και πολίτες κάθε ηλικίας αποπροσανατολισμένοι και εξουθενωμένοι ενώπιον υπαρξιακών αδιεξόδων  – φτώχεια, ανεργία [μεταξύ άλλων] -, έχουν την τάση να αντιμετωπίζουν ως αποδιοπομπαίους τράγους της δυστυχίας τους, μέλη εθνικών ή θρησκευτικών μειονοτήτων. Σ’ αυτούς μετακυλύουν και αυτούς ενοχοποιούν για όλα τα δεινά της ύπαρξής τους»

Όσο λοιπόν, η μεταβίβαση και η διαιώνιση της κοινοτοπίας του κακού εξακολουθεί να επωφελείται από προκαταλήψεις, φανατισμούς και παντός είδους ανορθολογισμούς, η «μαχόμενη δημοκρατία» θα συνεχίσει να προσβλέπει στην ευθυκρισία και την αρωγή των θεσμών. Η απόφαση της 8ης Οκτωβρίου του ΕΔΔΑ, καθώς και η πρόσφατη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων της Αθήνας, στη δίκη της «Χρυσής Αυγής» επιβεβαιώνουν αυτή ακριβώς την εγρήγορση και τις εφεδρείες του κράτους δικαίου.    


Υποσημειώσεις:

Όπου υπήρξε ανάγκη μεταγραφής στην ελληνική γλώσσα, αποσπασμάτων από αποφάσεις του ΕΔΔΑ ή έτερες βιβλιογραφικές αναφορές, η απόδοση έγινε από τη γράφουσα.

[1] CEDH, Ayoub et autres c. France, 8 octobre 2020.

[2] Conseil d’Etat, 30 juillet 2014 (Troisième Voie και Jeunesses nationalistes révolutionnaires), Conseil d’Etat, 30 décembre 2014 (L’Œuvre française) και επίσης, έτερη απόφαση του Conseil d’État, 30 décembre 2014 για την ένωση Jeunesses Nationalistes. 

[3] CEDH, Ayoub et autres c. France, … , op.cit., υποσ. 1, παρ. 7 (requête no 77400/14).

[4] Requête no 34532/15.

[5] Requête no 34550/15.

[6] CEDH, Ayoub et autres c. France, … , op.cit., υποσ. 1, παρ. 11.

[7]Op.cit., υποσ. 2.

[8] CEDH, Ayoub et autres c. France, … , op.cit., υποσ. 1, παρ. 114.

[9] CEDH, Ayoub et autres c. France, … , op.cit., υποσ. 1, παρ. 46 επ.

[10] CEDH, Ayoub et autres c. France, … , op.cit., υποσ. 1, παρ. 84. Ας μην παραβλεφθεί επίσης, η ερμηνεία – ελλείψει σχετικού ορισμού εντός του κειμένου της Σύμβασης – που σταθερά έχει υιοθετήσει το ΕΔΔΑ ως προς το περιεχόμενο του όρου «δημοκρατική κοινωνία: «η Σύμβαση πρέπει να ερμηνεύεται συνεκτιμωμένου του ιδιαίτερου χαρακτήρα της ως εγγυήτρια των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των ατομικών ελευθεριών. … Το αντικείμενο και ο σκοπός αυτού του μηχανισμού προστασίας του ατόμου επιβάλλουν την ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων της Σύμβασης κατά τρόπο πρακτικό και αποτελεσματικό. … Επιπλέον, κάθε ερμηνεία που αφορά δικαιώματα και ελευθερίες πρέπει να είναι σύμφωνη με το γενικό πνεύμα προστασίας και προώθησης των ιδεωδών και των αξιών της δημοκρατικής κοινωνίας». Βλ. in CEDH, Soering c. Royaume Uni, 7 juillet 1989, παρ. 87. Επίσης, in CEDH, Kjeldsen, Busk Madsen et Pedersen c. Danemark, 7 décembre 1976, παρ. 53.     

[11] Βλ. CEDH, Ayoub et autres c. France, …, op.cit., υποσ.1, παρ. 89: «κάθε παρέμβαση στο δικαίωμα πρέπει να αντιστοιχεί σε “επιτακτική κοινωνική ανάγκη” συναρτώμενη με την επιβολή περιορισμού χάριν του γενικού συμφέροντος· ο προσδιορισμός “απαραίτητος” [ΣτΜ: στη διατύπωση που υιοθετεί η Σύμβαση] συνεπώς, υπερβαίνει την ένταση όρων, όπως “χρήσιμος” ή “κατάλληλος”».

[12] Το ΕΔΔΑ αναγνωρίζει γενναιόδωρα το τεκμήριο επαρκέστερης και ακριβέστερης γνώσης της εσωτερικής πραγματικότητας στις εθνικές αρχές της ελεγχόμενης χώρας, οι οποίες κατά λογική ακολουθία, είναι σε θέση να αξιολογήσουν επαρκέστερα την ανάγκη επιβολής περιορισμών στο δικαίωμα, όπως επίσης και την αποτελεσματικότητα του περιορισμού. Ακολούθως, το δικαστήριο του Στρασβούργου αποφαίνεται επί της κρίσης περί αναλογικότητας του μέτρου. Βλ. σχετικώς CEDH, Ayoub et autres c. France, … , op.cit., υποσ. 1, παρ. 89, 118 και 121. Βλ. επίσης, CEDH, Authentiks et Supras Auteuil, 27 octobre 2016, παρ. 73.

[13] CEDH, Gorzelik et autres c. Pologne, 17 février 2004, παρ. 94.

[14] CEDH, Vona c. Hungary, 9 July 2013: αφορά διάλυση ένωσης (association), δραστηριοποιούμενης κυρίως, σε εκδηλώσεις και οργανωμένες αντιδράσεις κατά των Ρομά.  

[15] Βλ. CEDH, Ayoub et autres c. France, …, op.cit., υποσ.1, παρ. 112.

[16] CEDH, Vona c. Hungary, … , op.cit., υποσ. 14, παρ. 71.

[17] CEDH, Seurot c. France, 18 mai 2004, παρ.: το ΕΔΔΑ επαναλαμβάνει ότι η ρητορική μίσους και ο ρατσιστικός λόγος εκφεύγουν της προστασίας της ΕΣΔΑ, καθότι βρίσκονται σε απόλυτη δυσαρμονία με τις αρχές που συνέχουν τη Σύμβαση. Κατά συνέπεια, πρόκειται για καταχρηστική εκ μέρους του προσφεύγοντος επίκληση του άρθρου 10.

[18] Βλ. in ECHR, Press Release, 09.07.2013, “Hungarian authorities’ dissolution of association involved in anti-Roma rallies and paramilitary parading was not disproportionate”.

[19] CEDH, Ayoub et autres c. France, … , op.cit., υποσ. 1, παρ. 14.

[20] CEDH, Ayoub et autres c. France, … , op.cit., υποσ. 1, παρ. 109.

[21] Βλ. σχετικώς – εντελώς ενδεικτικά -, την κλασική μελέτη του GOHEN – JONATHAN (G.), La Convention européenne des droits de l’homme, Paris et Aix-en- Provence, Économica et Presses Universitaires de France, 1989, σελ. 553 επ. Βλ. επίσης, GOHEN – JONATHAN (G.), «Observations à la STEDH Lihidieux e Isorni de 23-IX-1998. L’apologie de Pétain devant la Cour européenne des droits de l’homme», Revue trimestrielle des droits de l’homme, 1999, σελ. 370 επ., WASCHMANN (P.), «Liberté d’expression et négationnisme», Revue trimestrielle des droits de l’homme, 2001, σελ. 593 επ.   

[22] Βλ. CEDH, Ayoub et autres c. France, … , op.cit., υποσ. 1, παρ. 121. Βλ. επίσης ενδεικτικά, CEDH, Authentiks et Supras Auteuil, … , op.cit., υποσ. 1, παρ. 84, Schwabe et M.G. c. Allemagne, 1 décembre 2011, παρ. 113 κοκ.

[23] CEDH, W.P.et autres c. Pologne, 2 septembre 2004. Ας μην παραβλέπουμε άλλωστε, την ιστορική συγκυρία που βρίσκεται στην αφετηρία της ιδρυτικής πράξης της ΕΣΔΑ: η εμπειρία του Β’ παγκοσμίου πολέμου και η εδραία βούληση των συμβαλλόμενων κρατών – μελών να υπερβούν τα τραύματα αυτής της οδυνηρής εμπειρίας.

[24] Αρχής γενομένης: CEDH, Lawless c. Irlande, 1er juillet 1961, παρ. 7. Ομοίως, βλ. την πρόσφατη CEDH, Roj TV A/S c. Danemark, 24 mai 2018, παρ. 30. Πρβλ. αναλογίες με τις θέσεις του J. Rawls περί των ορίων της ανοχής της δημοκρατίας – βλ. in A theory of Justice, Harvard University Press, 2005,σελ. 252 επ.

[25] ECHR, Roj TV A/S v. Denmark, 17 April 2018, παρ. 30 επ. Βλ. επίσης, Norwood v. The United Kingdom, 16 November 2004, παρ. 99,

[26] ECHR, Roj TV A/S v. Denmark, …, op.cit., υποσ. 25, παρ. 32 επ. Ομοίως, ECHR, Decision of the Commission, Glimmerveen et Hagenbbek c. Pays-Bas, 11 October 1979.  

[27] CEDH, Molnar c. Roumanie, 23 octobre 2012.

[28] ECHR, Williamson v. Germany, 8 January 2019, Pastörs v. Germany, 3 October 2019, παρ. 36, Perinçek c. Suisse, 15 octobre 2015, παρ. 243.

[29] ECHR, Roj TV A/S v. Denmark, … , op.cit., υποσ. 25, παρ. 32 επ.

[30] CEDH, Refah Partisi (Parti de la Prospérité) et autres c. Turquie, 13 février 2003.

[31] Βλ. αναλυτικότερα συμπερασματικές παρατηρήσεις in MOE (C.), “Refah Partisi (The Welfare Party) and Others v. Turkey”, The International Journal of Not-for-Profit Law, 2003 – διαθέσιμο in https://www.icnl.org/resources/research/ijnl/refah-partisi-the-welfare-party-and-others-v-turkey. Βλ. επίσης, SCHILLING (D.), “European Islamaphobia and Turkey – Refah Partisi (The Welfare Party) v. Turkey”, Loyola of Los Angeles International and Comparative Law Review (ILR), 2004, pp. 500 επ. – διαθέσιμο in  https://digitalcommons.lmu.edu/ilr/vol26/iss3/8 -.

[32] Ποσοστό που αντιστοιχούσε σε 158 από τις 450 έδρες του τουρκικού κοινοβουλίου.

[33] Σημειώνεται εδώ ότι κατά τη νομολογία του ΕΔΔΑ, στα sine qua non συστατικά της «δημοκρατικής κοινωνίας» περιλαμβάνονται ο πλουραλισμός, η ανοχή στη διαφορετικότητα, όπως και η ευρύτητα πνεύματος. Βλ. ενδεικτικά: CEDH, Handsyde c. Royaume Uni, 7 décembre 1976, παρ. 49. Η καθιέρωση της σαρίας συνεπώς, ως πολιτική επιδίωξη του Refah Partisi αναιρεί εξ’ ορισμού κάθε αντίληψη δημοκρατικού πλουραλισμού.     

[34] CEDH, Refah Partisi (Parti de la Prospérité) et autres c. Turquie, … , op.cit., υποσ. 30, παρ. 107.

[35] Ομοίως, βλ. προηγούμενη υποσ. παρ. 110.

[36] Το ΕΔΔΑ μετά την απόκρουση του επιχειρήματος περί παραβίασης του άρθρου 11 ΕΣΔΑ, δεν προχώρησε σε διερεύνηση του επιχειρήματος των προσφευγόντων σε σχέση με το άρθρο 17, καθώς – όπως εξήγησε το δικαστήριο – η πραγματική βάση δε διαφοροποιείται στις δύο περιπτώσεις.

[37] TAYADURA – TEYADA (J.), “La doctrine de la Cour européenne des droits de l’ homme sur l’ interdiction des partis politiques”, Revue française de droit constitutionnel, 2012, pp. 399 et s.

[38] Σ’ αυτό το πνεύμα, βλ. σχετικά και τη συντρέχουσα άποψη του δικαστή Kovler.

[39] Βλ. ομοίως, TAYADURA – TEYADA (J.), “La doctrine de la Cour européenne des droits de l’ homme sur l’ interdiction des partis politiques”, … , op.cit., υποσ. 37.

[40] Να σημειωθεί πάντως ότι η νομολογία του ΕΔΔΑ σε σχέση με τον ειδικότερο προσδιορισμό της απειλής για τη δημοκρατία, «υπήρξε πάντοτε ευαισθητοποιημένη σε σχέση με τα ιστορικά συγκείμενα» και τις ιδιαίτερες αποχρώσεις τους, όπως αυτά προσλαμβάνονται από το κοινωνικο-πολιτικό πλαίσιο της κάθε δικαιοταξίας. Βλ. ενδεικτικά, CEDH, Perinçek c. Suisse, … , op.cit., υποσ. 28, παρ. 242. Βλ. επίσης, CEDH, Vona c. Hongrie, … , op.cit., υποσ. 14, παρ. 66, Fáber c. Hongrie, 24 octobre 2012, παρ. 58, Ždanoka c. Lettonie, 16 mars 2006, παρ. 119-121,Leyla Sahin c. Turquie, 10 novembre 2005, παρ. 91, Jahn and Others v. Germany, 30 juin 2005, παρ. 116-117, Refah Partisi (Parti de la Prospérité) et autres c. Turquie, … , op.cit. υποσ. 30, παρ. 124-125 κοκ.  

[41] Βλ. περί «μαχόμενης δημοκρατίας» τη γνωστή νομολογία του ΕΔΔΑ: Herri Batasuna et Batasuna c. Espagne, 30 juin 2009 και Etxeberria Barrena Arza Nafarroako Autodeterminazio Bilgunea et Aiarako et autres c. Espagne, 30 juin 2009. Ειδικότερα, το ΕΔΔΑ αναφερόμενο σε απόφαση του Ισπανικού Συνταγματικού Δικαστηρίου αναπαράγει το περιεχόμενο που οι εθνικές αρχές της Ισπανίας προσδίδουν στον όρο «μαχόμενη δημοκρατία»: εκείνη δηλαδή, η μορφή δημοκρατίας, η οποία προϋποθέτει όχι μόνον τον σεβασμό, αλλά και τη θετική (ενεργητική) προσχώρηση στη θεσμική τάξη, προεχόντως δε, στο Σύνταγμα (παρ. 20-21, Herri Batasuna et Batasuna c. Espagne). Βλ. επίσης για ευρύτερη εποπτεία επί του θέματος: THIEL (M.), The ‘Militant Democracy’ Principle in Modern Democracies, Routledge, 2009, LAMBERT (P.) (dir.), Les partis liberticides et la Convention des droits de l’homme, Bruxelles, Bruylant, 2005, DUMONT (H.), Pas de liberté pour les ennemis de la liberté? Groupements liberticides et droit, Bruxelles, Bruylant, 2000 κοκ.

[42] Βλ. εντελώς ενδεικτικά: ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΣ (Ν.), «Επιτρέπεται η απαγόρευση πολιτικού κόμματος», Καθημερινή, 23 Σεπτεμβρίου 2012, ΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ (Χ.), «Πολιτικά κόμματα και Δημοκρατία. Στοιχεία για μία επανερμηνεία του άρθρου 29&1 Συντάγματος», Εφ.ΔΔ, 2015, σελ. 157 επ., ΚΑΜΤΣΙΔΟΥ (Ι.), «Το κόμμα-εγκληματική οργάνωση και το Σύνταγμα» – διαθέσιμο in www.constitutionalism.gr –, ΚΟΝΤΙΑΔΗΣ (Ξ.), «Κράτος Δικαίου και ακροδεξιά» – διαθέσιμο in www.syntagmawatch.gr, ΣΩΤΗΡΕΛΗΣ (Γ.), «Αναζητώντας τις άμυνες της δημοκρατίας απέναντι στους εχθρούς της» – διαθέσιμο in www.constitutionalism.gr – κοκ.

[43] ECHR, Jersild v. Denmark, 23 September 1994.

Αικατερίνα Παπανικολάου
Δικηγόρος, Μέλος στην Αρχή Διασφάλισης Απορρήτου των Επικοινωνιών

Share on facebook
Share on twitter
Share on email
Share on print
Share on facebook
Share on twitter
Share on email
Share on print

Σου άρεσε το άρθρο, αλλά σου δημιούργησε νέες απορίες;

Έχεις και άλλα ερωτήματα που σε απασχολούν σε σχέση με το Σύνταγμα, τους Θεσμούς, τα δικαιώματα και τη λειτουργία της Δημοκρατίας;

Σχετικά Άρθρα

COVID-19 και Επικοινωνιακό Απόρρητο

Η προβολή της ανατρεπτικής πραγματικότητας που επέφερε ο Covid-19 στα νομικά συγκείμενα διαμορφώνει πεδίο δυναμικών σταθμίσεων προκειμένου να εξισορροπηθεί η σύγκρουση μεταξύ του δικαιώματος της ιδιωτικής ζωής, των προσωπικών δεδομένων και της εν γένει, αυτοδιάθεσης του ατόμου, αφενός και αφετέρου, της δημόσιας υγείας ως ειδικότερης έκφανσης του δημοσίου συμφέροντος. Στο πλαίσιο αυτό η ιχνηλάτηση του πληθυσμού εντός δεδομένης επικράτειας διά της αξιοποίησης των δεδομένων θέσης – ένα είδος μέτρου μαζικής επιτήρησης -, θα πρέπει να αποτιμηθεί σε συνάρτηση με τους κινδύνους που αυτή επάγεται ως προς την ακεραιότητα του επικοινωνιακού απορρήτου.

Περισσότερα

Κατάργηση των Ανεξάρτητων Επιτροπών Προσφυγών επί αιτημάτων διεθνούς προστασίας

Με στόχο την αποσυμφόρηση των νησιών και την επιτάχυνση των διαδικασιών ασύλου, η Κυβέρνηση πρόσφατα εξήγγειλε μια σειρά μέτρων, μεταξύ των οποίων και η κατάργηση του δεύτερου βαθμού εξέτασης των αιτήσεων ασύλου από τις Ανεξάρτητες Επιτροπές Προσφυγών.

Περισσότερα