Η αναθεώρηση που ολοκληρώθηκε στις 25 Νοεμβρίου 2019 δεν είχε ιδιαίτερο βάθος, τόλμη ή πρωτοτυπία, εισέφερε όμως βελτιώσεις σε ορισμένα διόλου αδιάφορα ή ασήμαντα ζητήματα. Το Σύνταγμά μας δεν αλλάζει αλλά βελτιώνεται σε συγκεκριμένους, όχι αναγκαστικά τους πιο κρίσιμους, τομείς.

Το τέταρτο διάβημα αναθεώρησης του Συντάγματος του 1975 δεν έχει τη δυναμική εκείνων του 1986, με την εξισορρόπηση των εξουσιών εντός του κοινοβουλευτικού πολιτεύματος, και του 2001, με τον ουσιαστικό, αν και κάπως άνισο, εκσυγχρονισμό σχεδόν όλου του αρχικού κειμένου. Ούτε, όμως, και θα περάσει χωρίς ίχνος, όπως «η αναθεώρηση του επαγγελματικού ασυμβίβαστου των βουλευτών» του 2008.

Η αναθεώρηση που ολοκληρώθηκε στις 25 Νοεμβρίου 2019 δεν είχε ιδιαίτερο βάθος, τόλμη ή πρωτοτυπία, εισέφερε όμως βελτιώσεις σε ορισμένα διόλου αδιάφορα ή ασήμαντα ζητήματα. 

Αντίθετα από αρκετούς θεωρητικούς και πολιτικούς, πιστεύω ότι το γεγονός ότι δεν αναθεωρήθηκαν πολλές συνταγματικές διατάξεις είναι θετικό. Το Σύνταγμά μας δεν χρειάζεται εκ βάθρων εκσυγχρονισμό, ιδίως μετά το λίφτινγκ του 2001, ούτε έχει πολλούς αναχρονισμούς (με εξαίρεση, κατά τη γνώμη, τη διαρρύθμιση των σχέσεων κράτους και Εκκλησίας) ή υστερήσεις σε σχέση με τις ανάγκες της εποχής (εκτός ίσως από την καταπολέμηση της κλιματικής αλλαγής και των «νέων ανισοτήτων»).

Η προστασία των δικαιωμάτων είναι ικανοποιητική, όπως επίσης και το πλαίσιο – όχι πάντα η πρακτική – διαρρύθμισης και σχέσης των τριών εξουσιών – με εξαίρεση ίσως τη δικαστική, εντός της οποίας είναι ώριμα για συζήτηση, ίσως και για αναθεώρηση, ζητήματα όπως η θέσπιση Συνταγματικού Δικαστηρίου και η αλλαγή στον τρόπο επιλογής της ηγεσίας των ανωτάτων δικαστηρίων.

Είναι αλήθεια επίσης ότι η αναγκαστική εκ της διαδικασίας της αναθεώρησης αναζήτηση συναίνεσης τορπιλίστηκε εξαρχής σε αυτό το αναθεωρητικό διάβημα, λόγω της επιμονής της προηγούμενης κυβέρνησης να θέσει ιδεολογικό πρόσημο στις προτάσεις της – πολλές από τις οποίες δεν ήταν «προοδευτικές», αλλά «μπολιβαριανές»-, καθώς και του μικρού χρόνου που δόθηκε συνολικά στην επιστημονική και την εντός της Βουλής συζήτηση.

Αν αυτά ισχύουν, δηλαδή ένα Σύνταγμα χωρίς μεγάλες ατέλειες και μέσω του οποίου δεν λύνονται τα προβλήματα της πολιτικής στη χώρα μας και ένα διάβημα που δεν τέθηκε στις καλύτερες δυνατές βάσεις, τότε η αποτίμηση οφείλει να μετακινηθεί από το χώρο του ιδεατού στο πεδίο του εφικτού. Και το αποτέλεσμα της συγκεκριμένης αναθεώρησης – όχι ιδεολογικά φορτισμένο, ήπια βελτιωτικό – να κριθεί σχετικά ικανοποιητικό. 

Η μαθηματική απεικόνιση της Συνταγματικής Αναθεώρησης   

Η αναθεώρηση του 2019 θα μπορούσε να αποδοθεί με έναν μαθηματικό τύπο: 6 + 2 + 1 + 5. 6 διατάξεις (εκλογή Προέδρου Δημοκρατίας χωρίς διάλυση της Βουλής, διευκρίνιση προϋποθέσεων βουλευτικής ασυλίας, εξεταστικές επιτροπές από τη μειοψηφία, απάλειψη της προνομιακής παραγραφής για την ευθύνη Υπουργών, εξομοίωση στρατιωτικών δικαστηρίων με τακτικά, διευκόλυνση εκλογής ηγεσιών ανεξάρτητων Αρχών) πήραν στην προηγούμενη Βουλή πάνω από 180 ψήφους, άρα συγκέντρωναν ευρεία συναίνεση και παρείχαν εμπιστοσύνη στη σημερινή πλειοψηφία για τη διαμόρφωση τους.

2 διατάξεις είχαν προταθεί στην πρώτη Βουλή από κόμματα της σημερινής αντιπολίτευσης και η σημερινή κυβέρνηση τις «υιοθέτησε» στην πορεία (κατοχύρωση ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος, θέσπιση δικαιώματος λαϊκής νομοθετικής πρωτοβουλίας). 1 διάταξη εμφιλοχώρησε μεταξύ πρώτης και δεύτερης Βουλής, γιατί κατέστη αναγκαία, λόγω της δειλίας ορισμένων κομμάτων να αποδώσουν πλήρη ψήφο στους αποδήμους. Και 5 άρθρα αφορούν μεταβατικές διατάξεις που κουβαλούσε το Σύνταγμά μας από το 1975, δεν έχουν πια νόημα και μας ξαναφέρνουν κοντά στην εποχή του 1-1-4, αφού πλέον το ακροτελεύτιο άρθρο, για την υπεράσπιση της Δημοκρατίας, θα αριθμείται, εκτός εάν προκύψει δημιουργική συνταγματική λογιστική, 116.

Η σημασία των βασικότερων νέων διατάξεων του Συντάγματος

Συνοπτικά, για την ουσία των κυριότερων νέων διατάξεων, θα είχα να παρατηρήσω τα εξής:

  • Η ψήφιση ενός νόμου για τη διασφάλιση συνθηκών αξιοπρεπούς διαβίωσης καθίσταται, έστω και με αμιγώς κατευθυντήρια διάταξη (άρθρο 21 παρ. 1 του νέου Συντάγματος), υποχρεωτική και μέτρα που θα έρχονται σε αντίθεση με αυτή τη συνταγματικής περιωπής έννοια θα ελέγχονται δικαστικά με ακόμα καθαρότερο και επιτακτικότερο «μπούσουλα»
  • Η πρόβλεψη δυνατότητας εκλογής Προέδρου της Δημοκρατίας από ένα μόνο κόμμα (άρθρο 32 παρ. 4), ακόμα και χωρίς να διαθέτει κοινοβουλευτική πλειοψηφία, δεν ταιριάζει στο κύρος και τη φύση ρυθμιστή του πολιτεύματος –άλλο η διευκόλυνση εκλογής, άλλο η παραφθορά του θεσμού (και γι’ αυτό δεν είναι τυχαίο που η διάταξη αυτή συγκέντρωσε στη δεύτερη Βουλή μόνο τις ψήφους της κυβερνητικής πλειοψηφίας). Αυτό πάντως δεν σημαίνει ότι είναι μοιραίο να επικρατήσει στην πράξη η «κομματική εκλογή» και να παραμεριστεί το σοφό συνταγματικό έθιμο να επιλέγονται για το αξίωμα πρόσωπα που δεν ανήκουν στην κυβερνώσα παράταξη – από αυτή την άποψη οι δηλώσεις του Πρωθυπουργού περί αναζήτησης της μεγαλύτερης δυνατής συναίνεσης είναι ενθαρρυντικές
  • Οι ρυθμίσεις της νέας παραγράφου 4 στο άρθρο 54 για τους αποδήμους είναι υπέρ το δέον λεπτομερειακές (μόνο η πρόβλεψη καθιέρωσης εκλογικών περιφερειών ειδικά για τους αποδήμους ήταν αναγκαία, οι λοιποί περιορισμοί, εφόσον προβλέπεται η δυνατότητα θέσπισης τους, θα μπορούσαν να τεθούν από το νόμο) και αμφίβολου ταιριάσματος με τις γενικές, για όλους τους εκλογείς, αρχές του άρθρου 51. Εδώ έχουμε το παράδοξο ο (αυριανός) νομοθέτης να έχει δέσει προκαταβολικά τα χέρια του αναθεωρητή του Συντάγματος – και μάλιστα για να πετύχει ένα αποτέλεσμα κατώτερο των προσδοκιών: χωρίς επιστολική ψήφο, με πολλούς περιορισμούς και υποδεέστερο των προδιαγραφών του ίδιου του Συντάγματος στο άρθρο 51 παρ. 4   
  • Σε σχέση με το άρθρο 62 και την ασυλία, μεγαλύτερη σημασία από τη ρητή σύνδεση των αδικημάτων με τα βουλευτικά καθήκοντα, που ούτως ή άλλως ακολουθούνταν τα τελευταία χρόνια από τη Βουλή στην πράξη, έχει η ανάθεση ευθύνης τήρησης της ορθής διαδικασίας (απόφανση εντός τριμήνου και έλεγχος σύνδεσης με την πολιτική δράση βουλευτή) στον Πρόεδρο της Βουλής.
  • Η δυνατότητα σύστασης εξεταστικών επιτροπών με πρόταση 10 κατ’ ελάχιστον βουλευτών (άρθρο 68 παρ. 2) και υπερψήφιση από 120 τουλάχιστον βουλευτές (οι λέξεις «ανεξαρτήτως πλειοψηφίας» περιττεύουν στο συνταγματικό κείμενο) κάνουν ένα καλοδεχούμενο άνοιγμα στις κοινοβουλευτικές μειοψηφίες –δυστυχώς, όμως, ο θεσμός των εξεταστικών επιτροπών έχει μάλλον εκφυλιστεί στην κοινοβουλευτική πρακτική   
  • Η θέσπιση δυνατότητας σε πολίτες να ζητούν από τη Βουλή να επιληφθεί κοινωνικού ζητήματος (νέα παρ. 6 στο άρθρο 73) είναι πολύ σημαντική και ίσως τελικά αποτελέσει το κύριο ίχνος αυτής της αναθεώρησης, αφού αποτελεί τη μόνη δημοκρατική προσθήκη που ξεφεύγει από το στενό πλαίσιο της πολιτικής «κουζίνας». Οι εξαιρέσεις θεμάτων δημοσιονομικών, εξωτερικής πολιτικής και εθνικής άμυνας δικαιολογούνται και ταιριάζουν με αντίστοιχους περιορισμούς που ισχύουν για τη διενέργεια δημοψηφίσματος. Ίσως 500.000 υπογραφές για ένα πληθυσμό σαν της χώρας μας να είναι υπερβολικός αριθμός, αν και, στην εποχή του διαδικτύου και για ένα λαό «πολιτικών όντων», όπως (υποτίθεται ότι) είμαστε εμείς, μπορεί να αποβεί λογικός στην πράξη
  • Την απάλειψη της αποσβεστικής προθεσμίας για την παραγραφή της υπουργικής δίωξης (άρθρο 86 παρ. 3) το πολιτικό μας σύστημα τη χρωστούσε, πρώτα απ’ όλα στον εαυτό του, τουλάχιστον από το 2001 –γι’ αυτό εδώ επιτεύχθηκε η μεγαλύτερη πλειοψηφία στην αναθεωρητική Βουλή (274 ψήφοι). Το ότι η μεταρρύθμιση δεν αγγίζει και άλλα θέματα ενός πολυσυζητημένου αλλά σπανίως χρησιμοποιημένου θεσμού (άδεια της Βουλής, διαδικασία ελέγχου, ποιος «δικάζει» τους υπουργούς) οφείλεται σε ένα μίγμα αυτοσυγκράτησης και επίγνωσης ότι καραδοκεί ο λαϊκισμός  
  • Η εξομοίωση των στρατιωτικών δικαστηρίων και των στρατιωτικών δικαστών με τα λοιπά τακτικά δικαστήρια και λειτουργούς (άρθρο 96 παρ. 5), πόσο μάλλον η πρόβλεψη για θέσπιση βαθμολογικής και πειθαρχικής αντιστοιχίας, αποτελούν την πιο «περίεργη», με την έννοια του επουσιώδους, αλλαγή εντός της συγκεκριμένης αναθεώρησης 
  • Σε σχέση με τις ανεξάρτητες Αρχές, η μείωση της απαιτούμενης πλειοψηφίας από τα 4/5 στα 3/5 της Διάσκεψης των Προέδρων, καθώς και η ρητή συνταγματική πρόβλεψη περί παράτασης της θητείας των απερχόμενων μελών μέχρι να διοριστούν τα νέα (άρθρο 101 Α, παρ. 2), σκοπό έχουν να μην επαναληφθούν τα μπλοκαρίσματα του παρελθόντος. Το ουσιαστικό πάντως ζητούμενο είναι η αύξηση του κύρους ενός κρίσιμου και ταλαιπωρημένου στη χώρα μας, ιδίως από την προηγούμενη κυβέρνηση,  θεσμού, που λειτουργεί, ή οφείλει να λειτουργεί, υπέρ της δημοκρατίας και της διαφάνειας και δεν είναι «αντι-δημοκρατικός» ή «ελιτίστικος», όπως κακόπιστα κάποιοι ισχυρίζονται. Η ψήφιση και αυτής της διάταξης μόνο από την κυβερνητική πλειοψηφία στην αναθεωρητική Βουλή είναι αμφίβολο αν δείχνει δυσπιστία έναντι των ανεξάρτητων Αρχών ή δυσαρέσκεια για την τεχνική αποκλειστικά φύση των αλλαγών που υλοποιήθηκαν.

Συμπέρασμα

Το Σύνταγμά μας, συνεπώς, δεν αλλάζει αλλά βελτιώνεται σε συγκεκριμένους, όχι αναγκαστικά τους πιο κρίσιμους, τομείς. Δεν είναι λίγο. Το να μην αλλάξουμε βιβλίο παρά μόνο λίγες σελίδες του είναι, εξάλλου, μια μέθοδος που ταιριάζει στην παρούσα κυβέρνηση. Έτσι ώστε μια αναθεώρηση που άρχισε από τον πολιτικό της αντίπαλο να παίρνει, τελικά, το δικό της, όχι πολύ έντονο, στίγμα.         

Κώστας Μποτόπουλος
Συνταγματολόγος

Share on facebook
Share on twitter
Share on email
Share on print
Share on facebook
Share on twitter
Share on email
Share on print

Σου άρεσε το άρθρο, αλλά σου δημιούργησε νέες απορίες;

Έχεις και άλλα ερωτήματα που σε απασχολούν σε σχέση με το Σύνταγμα, τους Θεσμούς, τα δικαιώματα και τη λειτουργία της Δημοκρατίας;