Πώς μπορώ να εκφράσω την αντίθεσή μου σε μια απόφαση της Πολιτείας που με αφορά;

Το «κράτος δικαίου» είναι άξιο της ονομασίας του μονάχα εάν οπλίζει θεσμικά τον καθένα και την καθεμιά μας με τη δυνατότητα να στραφούμε σε αρμόδιες Αρχές έτσι ώστε να πετύχουμε να αναγνωριστούν ως τέτοιες οι αυθαίρετες αποφάσεις της διοίκησης και, στο μέτρο του νομίμως δυνατού, να αλλάξουν.

Οι σύγχρονες πολιτείες δικαίου, ούτε λίγο ούτε πολύ, θεσμοθετούν τη δυσπιστία προς τους ασκούντες την κρατική εξουσία. Η τήρηση του δικαίου είναι κάτι που βαραίνει πρωτίστως τα εκάστοτε όργανα της πολιτείας: αφενός υπό την έννοια ότι είναι αυτά που επιβαρύνονται με τη μέριμνα ώστε κανείς να μην εξαιρείται από το σεβασμό των νόμων· αφετέρου και κυρίως, διότι ο σεβασμός αυτός αξιώνεται και για όσους πολίτες καταλαμβάνουν θέσεις εξουσίας. Η ενάσκηση εξουσίας – πρέπει να – προσδιορίζεται και περιορίζεται από κανόνες δικαίου, ως προς τους οποίους όλοι, ακόμα και οι εκάστοτε κρατούντες, στέκουν ανεξαίρετα ίσοι («αρχή του κράτους δικαίου»).

Όλα τα παραπάνω βέβαια στερούνται νοήματος εάν ο πολίτης δεν είναι σε θέση να αντιταχθεί σε τυχόν αυθαίρετες αποφάσεις της κυβέρνησης και των διοικητικών υπηρεσιών που τον αφορούν. Το «κράτος δικαίου» είναι άξιο της ονομασίας του μονάχα εάν οπλίζει θεσμικά τον καθένα και την καθεμιά μας με τη δυνατότητα να στραφούμε σε αρμόδιες Αρχές έτσι ώστε να πετύχουμε να αναγνωριστούν ως τέτοιες οι αυθαίρετες αποφάσεις της διοίκησης και, στο μέτρο του νομίμως δυνατού, να αλλάξουν.

Δικαιώματα των πολιτών για προσφυγή σε διοικητικές και δικαστικές Αρχές

Συγκεκριμένα, ως πολίτες έχουμε το δικαίωμα να καταφύγουμε είτε σε διοικητικές, είτε σε ανεξάρτητες δικαστικές Αρχές. Το Σύνταγμα κι οι νόμοι της ελληνικής Πολιτείας προβλέπουν σε γενικές γραμμές τα εξής:

  • Οι διοικούμενοι έχουν το δικαίωμα να υποβάλλουν γραπτώς τα παράπονά τους στους ανά περίπτωση αρμόδιους φορείς (άρθρο 10 του Συντάγματος, «δικαίωμα αναφοράς στις Αρχές»)· η υποχρέωση, τότε, των Αρχών είναι να απαντούν σύντομα κι αιτιολογημένα. Οι αναφορές αυτές, περαιτέρω, είναι δυνατό να έχουν ως αίτημά τους την επανεξέταση μιας δυσμενούς για τον διοικούμενο διοικητικής πράξης (λ.χ. για ένα διοικητικό πρόστιμο ή ένα φορολογικό βάρος που του έχει επιβληθεί) και να ζητούν ακύρωση ή τροποποίησή της. Αποκαλούνται στην περίπτωση αυτή «διοικητικές προσφυγές».
  • Ο κάθε πολίτης έχει, περαιτέρω, δικαίωμα να καταφύγει στα δικαστήρια (άρθρο 20 του Συντάγματος, «δικαίωμα δικαστικής προστασίας»), εν προκειμένω ζητώντας να διαγνωσθεί κατά πόσον μια ενέργεια, πράξη ή παράλειψη του κράτους – εδώ, η έννοια σημαίνει τη δημόσια διοίκηση – ζημιώνει με παράνομο τρόπο τα δικαιώματα και θεμιτά συμφέροντά του (άρθρα 94-95 του Συντάγματος, «δικαστικός έλεγχος της νομιμότητας των διοικητικών πράξεων» ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας και των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων).
  • Προβλέπεται, σε κάθε περίπτωση, η δυνατότητα ατομικής προσφυγής στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, εκ μέρους του διοικούμενου που θεωρεί ότι η συμπεριφορά του κράτους θίγει τα θεμελιώδη του δικαιώματα – που κατοχυρώνονται στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου – και έχει εξαντλήσει τις δυνατότητες καταφυγής του στα ελληνικά δικαστήρια. Υπό τις οικείες προϋποθέσεις και για τις περιπτώσεις που ορίζει το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μπορεί άλλωστε να προσφύγει και στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.     
  • Δεν θα πρέπει να παραγνωριστεί, εξάλλου, το δικαίωμα του καθενός και της καθεμιάς να καταφύγουν στο Συνήγορο του Πολίτη, ο οποίος έχει βάσει νόμου ιδρυθεί ως ανεξάρτητη διοικητική Αρχή, και έχει ως αποστολή του την έρευνα των πράξεων (ή παραλείψεων) ή ενεργειών των οργάνων της διοίκησης, που επιδρούν επιβλαβώς στα δικαιώματα και έννομα συμφέροντα των πολιτών.

Ο επιφανής Γερμανός φιλόσοφος Ιμμάνουελ Καντ είχε κάποτε γράψει ότι το δίκαιο πρέπει να κρατιέται σεβαστό και αξιότιμο, οσεσδήποτε θυσίες κι εάν κοστίσει αυτό, ειδικά «στην εξουσία» (Προς την Αιώνια Ειρήνη, 1794). Οι πολιτείες και το δίκαιο τους μπορεί από τότε να έχουν προοδεύσει. Τούτο, όμως, δεν αρκεί για να περιοριστεί η δυσπιστία μας προς την εκάστοτε εξουσία ή η πίστη μας προς την ειδικότερή της ευθύνη. Απεναντίας, μας καλεί στο να τις προβάλλουμε με ακόμη εντονότερη ισχύ.

Μήτας Στέργιος
Λέκτορας στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου της Λευκωσίας

Share on facebook
Share on twitter
Share on email
Share on print
Share on facebook
Share on twitter
Share on email
Share on print

Σου άρεσε το άρθρο, αλλά σου δημιούργησε νέες απορίες;

Έχεις και άλλα ερωτήματα που σε απασχολούν σε σχέση με το Σύνταγμα, τους Θεσμούς, τα δικαιώματα και τη λειτουργία της Δημοκρατίας;