Η ευθανασία, σε αντίθεση με την αυτοκτονία, προϋποθέτει για την τέλεσή της την παρεμβολή του τρίτου, δηλαδή καθίσταται κοινωνική πράξη, στοιχείο που ενεργοποιεί το ενδιαφέρον του νομοθέτη. Έτσι, η έννομη τάξη μας δεν αναγνωρίζει κάποιο δικαίωμα στο θάνατο ως την άλλη όψη του δικαιώματος στη ζωή.

Υπάρχει διαφορά μεταξύ ενεργητικής και παθητικής ευθανασίας ως προς τη νομική της κατοχύρωση;

Το Δίκαιο μάς επιτρέπει καταρχήν να φύγουμε εκούσια από τη ζωή, καθώς ανέχεται την υπαρξιακά εμβληματική πράξη της αυτοκτονίας, εφόσον βέβαια η τελευταία τελείται ιδιωτικά και μοναχικά. Ωστόσο, η κατάσταση περιπλέκεται στην υπόθεση της ευθανασίας, η οποία μοιραία προϋποθέτει για την τέλεσή της την παρεμβολή του τρίτου.

Από τη στιγμή λοιπόν που η επίμαχη πράξη δεν αφορά μόνον εμάς και καθίσταται κοινωνική και όχι αυστηρά προσωπική, ενεργοποιείται και το ενδιαφέρον του νομοθέτη. Όταν δε απαιτείται, ως συνήθως, και η ιατρική συνδρομή, ανακύπτει το κρίσιμο ζήτημα της υπακοής στο ιατρικό καθήκον και του σεβασμού στην ελευθερία της συνείδησης του γιατρού.

Περαιτέρω, το θέμα αποκτά μείζονες συνταγματικές και βέβαια ηθικές  διαστάσεις, καθώς η κατοχύρωση της ευθανασίας παραβιάζει εκ πρώτης την αξία του ανθρώπου (άρθρο 2, παρ. 1 του Συντάγματος), η οποία έχει αντικειμενικό περιεχόμενο και επιβάλλει τον απόλυτο σεβασμό της ζωής όλων μας, δίχως να ξεχωρίζει ανάμεσα σε άξιες και ανάξιες ζωές. Έτσι, η έννομη τάξη μας δεν αναγνωρίζει, σε καμία περίπτωση, κάποιο δικαίωμα στον θάνατο, ως την άλλη όψη του δικαιώματος στη ζωή.

Από την άλλη, ο θάνατος είναι μέρος του βίου μας και των επιλογών μας, ενώ η ζωή παραμένει ένα αναφαίρετο δικαίωμά μας και όχι μια νομική ή συνταγματική μας υποχρέωση. Συνεπώς, κανείς δεν μπορεί, στο όνομα της αξίας του ανθρώπου και ενάντια στην ίδια τη θέλησή του, να βιώνει μια ζωή που ο ίδιος εκτιμά ως αβίωτη και αναξιοπρεπή. Μάλιστα, σε περιπτώσεις ανίατων ασθενειών που βρίσκονται σε τελικό στάδιο και ο θάνατος είναι πλέον αναπόφευκτος ή όταν ο ασθενής έχει περιέλθει σε πλήρη αδυναμία να εκφράσει τη βούλησή του και η παράταση της ζωής του είναι αφόρητη, καθώς περιορίζεται η ύπαρξή του σε ένα απλό βιολογικό γεγονός, δίχως καμία συνείδηση, η άρνηση της ευθανασίας τον καθιστά τελικά αντικείμενο της βούλησης των άλλων, των γιατρών ή των συγγενών του, και μάλιστα για το πιο σημαντικό προσωπικό του ζήτημα, την ίδια του τη ζωή.

Η ευθανασία κατά τον Ποινικό Κώδικα

Η ευθανασία στην Ελλάδα απαγορεύεται, σύμφωνα με τον Ποινικό Κώδικα, ο οποίος τιμωρεί την ανθρωποκτονία με πρόθεση (299), την ανθρωποκτονία με συναίνεση (300) και τη συμμετοχή σε αυτοκτονία (301). Συνεπώς, δεν αφήνει περιθώριο σε κανέναν, ούτε βέβαια στο γιατρό, να προχωρήσει, ακόμη και με τη συναίνεση του ασθενούς, σε ενεργητική ευθανασία, σε πράξη δηλαδή ή παράλειψη από την οποία να επέρχεται ο θάνατος. Αντιθέτως, η βούληση του ασθενούς να αρνηθεί και να διακόψει σε κάθε στιγμή τη θεραπεία του αναγνωρίζεται πλήρως και είναι αυτή που οριοθετεί τελικά και το καθήκον του γιατρού. Αντίστοιχα, είναι ποινικά αδιάφορη η παράλειψη του γιατρού να χορηγήσει θεραπεία, εφόσον αυτήν δεν επιφέρει άμεσα τον θάνατο, καθώς ο τελευταίος επέρχεται φυσικά και αναπόδραστα.

Με λίγα λόγια, το Δίκαιο κατοχυρώνει ή ανέχεται την παθητική ευθανασία, η οποία προϋποθέτει, αφενός τη συναίνεση του ασθενούς, αφετέρου τη φυσική επέλευση του θανάτου ως βεβαιότητα. Ωστόσο, τα πλέον σκληρά ερωτήματα ανακύπτουν στις περίφημες έσχατες περιπτώσεις (terminal cases), όταν για παράδειγμα δεν υπάρχει ρητή ή έγκυρα εικαζόμενη βούληση του ασθενούς και ο ίδιος δεν μπορεί πλέον να τη διατυπώσει, ή όταν η διατήρησή του στη ζωή σε μια ανέλπιδα κατάσταση, δίχως βάσιμη πρόβλεψη και δυνατότητα βελτίωσης, όπως στην πρόσφατη περίπτωση του τετραπληγικού Vincent Lambert στην Γαλλία, μοιάζει από μάταιη έως εμμονική.

Στη Γαλλία, ο νόμος Leonetti κατοχυρώνει, σε αυτές τις οριακές συνθήκες, τη διακοπή της τεχνητής συντήρησης του ασθενούς στη ζωή. Στην Ολλανδία και το Βέλγιο, η ενεργητική ευθανασία έχει θεσπιστεί, με αυστηρούς όρους, από τις αρχές της προηγούμενης δεκαετίας, ενώ, επίσης, κατοχυρώνεται στην Ελβετία, εφόσον το κίνητρο της πράξης είναι ο οίκτος προς τον ασθενή και έχει προηγηθεί σχετικό και σταθερό αίτημά του. Στη Γερμανία, ο ποινικός νόμος, όπως και ο ελληνικός, τιμωρεί ρητά την ενεργητική ευθανασία. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου δεν αναγνωρίζει μεν ένα γενικό δικαίωμα στο θάνατο ή την ευθανασία, αλλά αφήνει στα κράτη-μέλη το περιθώριο εκτίμησης των ορίων της παρέμβασής τους στο δικαίωμα στη ζωή.  

Γιώργος Καραβοκύρης
Επίκουρος Καθηγητής Νομικής Σχολής του Α.Π.Θ.

Share on facebook
Share on twitter
Share on email
Share on print
Share on facebook
Share on twitter
Share on email
Share on print

Σου άρεσε το άρθρο, αλλά σου δημιούργησε νέες απορίες;

Έχεις και άλλα ερωτήματα που σε απασχολούν σε σχέση με το Σύνταγμα, τους Θεσμούς, τα δικαιώματα και τη λειτουργία της Δημοκρατίας;

Σχετικά Άρθρα

Τι σημαίνει το δικαίωμα στη λήθη;

Το πολυδιάστατο δικαίωμα στη λήθη αναφέρεται στο δικαίωμα ενός προσώπου να μην ανασύρεται διαρκώς το παρελθόν του μέσα από αναφορές παρελθοντικών γεγονότων. Ωστόσο, το ψηφιακό περιβάλλον χάρη στην «αρχιτεκτονική της τέλειας μνήμης» αναχαιτίζει τη διαδικασία της λήθης στην κοινωνία.

Περισσότερα

Πώς και κατά πόσο το Σύνταγμα προστατεύει τον σεξουαλικό αυτοπροσδιορισμό;

Στο πλαίσιο της ιδιωτικής του ζωής, ο καθένας μας έχει δικαίωμα να διαπλάσει αυτοβούλως την σεξουαλικότητά του και να αξιώσει από τους υπόλοιπους (κράτος και ιδιώτες) να απέχουν από οποιαδήποτε πράξη επέμβασης σε αυτή.

Περισσότερα

Είναι υποχρεωτικός ο εμβολιασμός, ώστε να μην κινδυνεύει η δημόσια υγεία;

Ενώ ο εμβολιασμός αποτελεί ισχυρό όπλο πρόληψης της μετάδοσης ασθενειών με ευρύτερο συνεπώς αντίκτυπο στην προστασία της δημόσιας υγείας, η διενέργειά του εξαρτάται από την ελεύθερη βούληση του προσώπου. Δεν μπορεί να είναι υποχρεωτικός, αλλά η πρόβλεψη υποχρεωτικής διενέργειας δεν αποκλείεται όταν πρόκειται για άσκηση δικαιώματος σε ορισμένα περιβάλλοντα.

Περισσότερα