Μπορεί ένα έργο τέχνης να απαγορευθεί;

Οι σύγχρονες δημοκρατικές κοινωνίες εκλαμβάνουν την τέχνη ως μια πολύ σπουδαία κοινωνική αξία. Ο νόμος κηρύσσει την τέχνη ως πάνδημη συνεργατική πρακτική, ανεπιφύλακτα ελεύθερη. Ωστόσο, το κοινό αίσθημα δικαίου ενίοτε φαίνεται να αντιφάσκει ευθέως με τις συνταγματικές διακηρύξεις περί ελευθερίας της τέχνης.

Η τέχνη, διακηρύσσουν πολλά σημερινά Συντάγματα, είναι ελεύθερη και μάλιστα ανεπιφύλακτα. Και θα ακούσουμε από πολλές πλευρές ότι αυτό συμβαίνει επειδή ακριβώς οι σύγχρονες δημοκρατικές κοινωνίες υπολήπτονται την τέχνη ως μια σπουδαιότατη κοινωνική αξία, ως κάτι τόσο υψηλό που, θα έλεγε κανείς, φαντάζει σχεδόν ιερό. Παρόλα αυτά, όταν βρεθούν μπροστά στη πραγματική ανάγκη να δείξουν τι ακριβώς εννοούν πρακτικά με τη διακήρυξή τους αυτή, οι σύγχρονες δημοκρατίες αποκαλύπτονται σταθερά αμήχανες και διστακτικές, αν όχι ανακόλουθες.

Από τον αποκλεισμό των ιμπρεσιονιστών από τα παρισινά εκθεσιακά σαλόνια του 19ου αιώνα έως την αποκαθήλωση του Asperges me του Thierry de Cordieu από τους τοίχους της έκθεσης Outlook της Πολιτιστικής Ολυμπιάδας του 2004, σχεδόν κάθε φορά που η τέχνη αντέταξε την καταστατική της ελευθερία απέναντι σε πολιτικές και δικαστικές διώξεις της κατέληξε στη μεριά του χαμένου. Ωστόσο, δεν είναι και τόσο μυστηριώδες το γιατί συμβαίνει κάτι τέτοιο. Αντίθετα, η εξήγηση έχει μια γερή δόση κοινού νου. Γιατί, ό,τι κι αν λένε οι νόμοι στα χαρτιά, μια ελευθερία – πιστεύουν πολλοί – εξ ορισμού δεν μπορεί παρά κάπου να έχει κάποια όρια, αλλιώς είναι ασυδοσία.  

Ίσως λοιπόν, εύλογα να αναρωτώνται πολλοί πώς να κατανοήσουν αυτή τη διακήρυξη περί ελευθερίας. Είναι δυνατόν να θεωρήσουμε στα σοβαρά ότι η συνταγματικά υπεσχημένη έννομη προστασία της τέχνης σημαίνει πως ό,τι και αν διεκδικεί το όνομα της τέχνης είναι και νόμιμο; Δικαιούμαι άραγε, ελεύθερα να πιστολίσω μερικούς αστούς στην πλατεία, επειδή αυτό θεωρούσε ο αρχηγέτης των Ντανταϊστών, Τριστάν Τζαρά, ως την ύψιστη εκδήλωση καλλιτεχνικότητας, ή να κόψω φέτες τον σκύλο μου και να τον εκθέσω σε πλεξιγκλάς γεμάτο φορμόλη, σαν τον Ντάμιεν Χιρστ; Καλώς ή κακώς νοούμενο, το κοινό αίσθημα δικαίου εν προκειμένου φαίνεται να αντιφάσκει ευθέως με τις συνταγματικές διακηρύξεις περί ελευθερίας της τέχνης.

Η ουσία και το κριτήριο της τέχνης

Οι σύγχρονοι νομικοί, όμως, θεωρούν ότι έχουν βρει μια βολική διέξοδο σε αυτήν τη σπαζοκεφαλιά: αν κάτι είναι πια τόσο βρώμικο, βέβηλο, ενοχλητικό ή ανήθικο, τότε πώς μπορεί να διεκδικεί στα σοβαρά το να λέγεται τέχνη ή, έστω, τέχνη άξια λόγου και κυρίως άξια έννομης προστασίας; Η ελευθερία, άλλωστε, δεν είναι το αντίδωρο της κοινωνίας μας προς την τέχνη, επειδή ακριβώς θεωρούμε αυτή την τελευταία μια τόσο υψηλή, ιερή σχεδόν, αξία; 

Και όμως η λύση αυτή, οσοδήποτε εναρμονισμένη με το κοινό αίσθημα και λογική κι αν φαίνεται είναι βαθιά σφαλερή και πάνω απ’ όλα επικίνδυνη. Γιατί, εμπλέκει κατ’ αρχήν το κράτος και τους νομικούς στον αδιέξοδο αγώνα να ορίσουν επίσημα και δεσμευτικά τι είναι τέχνη ή τι σημαίνει κάνω τέχνη και, μέσω αυτού, ποια έργα και ποιες συμπεριφορές δικαιούνται την έννομη προστασία. Και η ιστορική εμπειρία έχει επανειλημμένα αποδείξει ότι το νομικοπολιτικό εγχείρημα του δεσμευτικού ορισμού της τέχνης οδηγεί απαρέγκλιτα στο να θεωρείται τέχνη αυτό που είναι του γούστου των εκάστοτε εισαγγελέων, ρετρό γυμνασιαρχών, παπάδων, χωροφυλάκων ή, στην καλύτερη περίπτωση, κάποιων διορισμένων “ειδικών”. Εξίσου απαρέγκλιτο είναι και το πρακτικό νομικό αποτέλεσμα: η λογοκρισία. Από τη δοκιμασία της συκοφάντησης και της απαγόρευσης πέρασαν μέχρι σήμερα όλες οι ριζοσπαστικές τομές στην ιστορία της τέχνης, λες και αυτή η τελευταία το έχει στη φύση της να αψηφά κάθε άνωθεν επιβεβλημένο κανόνα.

Ίσως λοιπόν αντί να αναζητεί ο νόμος τη μυστηριακή ουσία της τέχνης ή το κατάλληλο κριτήριο απονομής σε κάποιον της ιδιότητας του καλλιτέχνη-ιεροφάντη της,  θα ήταν πολύ επωφελέστερο να στρέψει το ενδιαφέρον του στην αναγκαία πραγματολογία της τέχνης ως μορφής κοινωνικής ζωής, δηλαδή στις αναπόφευκτες κοινωνικές περιστάσεις της ως οργανωμένες πρακτικές συγκινησιακής επικοινωνίας. Γιατί, πάνω απ’ όλα η τέχνη, όποια και αν είναι η ουσία ή το κριτήριό της, συντρέχει αναγκαία στο πλαίσιο της επικοινωνίας του καλλιτέχνη με το κοινό του, πραγματικό ή αφηρημένο (ακόμη δηλαδή και αν το έργο γράφεται σε σωφρονιστική απομόνωση ή ο πίνακας ζωγραφίζεται χωρίς την πρόθεση να εκτεθεί). Ο καλλιτέχνης, έτσι, φαντάζει περισσότερο ως πρωτοβουλιακός ενεργοποιητής μιας επικοινωνιακής σχέσης: θέτει το νόημα και την αισθητική αξία του έργου του στη δοκιμασία της κρίσης όσο και της αισθαντικότητας των άλλων, δηλαδή σε αυτό που αποκαλούμε ερμηνεία.

Η τέχνη ως ελεύθερη συνεργατική πρακτική: Υπάρχει ασυλία του καλλιτέχνη;

Στο πλαίσιο αυτό η συγκινησιακή επικοινωνία καλλιτέχνη/κοινού προστατεύεται με τους κοινούς όρους της κλασικής ατομικής ελευθερίας της έκφρασης χωρίς να απαιτείται η επινόηση κάποιου ειδικού ατομικού δικαιώματος να κάνεις τέχνη. Αυτό που κάνει ο πολιτικός φιλελευθερισμός των συγχρόνων Συνταγμάτων όταν κηρύσσει την τέχνη ελεύθερη δεν είναι η ίδρυση μιας ειδικής ασυλίας, μιας θεσμικής “ποιητικής αδείας” του καλλιτέχνη αλλά η οργάνωση του πεδίου της αισθητικής επικοινωνίας με βάση ένα νομικό καθεστώς που διαφοροποιείται από άλλα “κλαδικά” πεδία έκφρασης, όπως ο πολιτικός ή ο εμπορικός λόγος. Συγκεκριμένα, ο νόμος κηρύσσει την τέχνη ως πάνδημη συνεργατική πρακτική, ανεπιφύλακτα ελεύθερη. 

Η ελευθερία αυτή δεν είναι το ειδικό δικαίωμα κάποιου αλλά ένας δομικός περιορισμός των περιορισμών που θα μπορούσαν να επιδρούν στην ελεύθερη καλλιτεχνική έκφραση. Με άλλα λόγια, κανένα έργο τέχνης δεν θα μπορούσε ποτέ να απαγορευθεί, κοινώς να λογοκριθεί, ως έργο τέχνης, δηλαδή για λόγους αισθητικής αξίας του. Κάτι τέτοιο θα ήταν απλώς ένας αφόρητος πατερναλισμός σε βάρος του καθενός και της καθεμιάς μας ως εν δυνάμει μελών του κοινού του.

Από τη σκοπιά αυτή, τα πάντα, από σωματικά περιττώματα που σχηματίζουν αγιογραφικές φιγούρες έως χνουδωτές επιφάνειες και βιομηχανικές ηχογραφίες, μπορεί να είναι και είναι τέχνη. Πάνω απ’ όλα όμως τέχνη, σύγχρονη μάλιστα, μπορεί να είναι και κάτι που θέλει να αναστατώσει, να ερεθίσει, να ενοχλήσει. Η τέχνη μπορεί να είναι βρώμικη, ανήθικη, ακόμη και εγκληματική και να παραμένει τέχνη. Και ως τέτοια αξιώνει ελεύθερα το κοινό της.

Σημαίνει αυτό ασυλία του καλλιτέχνη και μάλιστα ακραία; Όχι βέβαια! Μια άδικη συμπεριφορά, επικίνδυνη ή εγκληματική, οσοδήποτε αισθητικό νόημα και αν της αποδίδεται, παραμένει εξίσου παράνομη. Πρέπει να αποτρέπεται και να διώκεται αρμοδίως. Σκεφτείτε, για παράδειγμα, υπερρεαλιστή σκηνοθέτη του Ιούλιου Καίσαρα που για να προσδώσει βίαιη δραματικότητα στο έργο του οργανώνει πραγματικό φόνο του ήρωά του. Δεν θα πρέπει οπωσδήποτε να διωχθεί; Αυτό αποκλείει άραγε το ενδεχόμενο να πρόκειται για ένα συγκλονιστικό αριστούργημα; Και το φιλμ; Θα το δούμε ποτέ;

Ανδρέας Τάκης
Επίκουρος Καθηγητής Φιλοσοφίας και Μεθοδολογίας του Δικαίου Νομικής Σχολής του Α.Π.Θ.

Share on facebook
Share on twitter
Share on email
Share on print
Share on facebook
Share on twitter
Share on email
Share on print

Σου άρεσε το άρθρο, αλλά σου δημιούργησε νέες απορίες;

Έχεις και άλλα ερωτήματα που σε απασχολούν σε σχέση με το Σύνταγμα, τους Θεσμούς, τα δικαιώματα και τη λειτουργία της Δημοκρατίας;

Σχετικά Άρθρα

Υπάρχει δίλημμα/σύγκρουση μεταξύ ελευθερίας και ασφάλειας στη σύγχρονη δημοκρατία;

Η φιλελεύθερη δημοκρατία πετυχαίνει να παραμένει σταθερή, γιατί, εν τέλει, οι πολίτες προτιμούν ένα πολιτικό πλαίσιο που σέβεται όλους το ίδιο. Τι σημαίνουν τα παραπάνω για τη σχέση ελευθερίας και ασφάλειας; Η ιδέα ότι η σταθερότητα της δημοκρατικής κοινωνίας στηρίζεται πάνω στον ίσο σεβασμό της ελευθερίας του καθενός είναι ένας νέος τρόπος νοηματοδότησης της σχέσης ασφάλειας και ελευθερίας.

Περισσότερα

Έχει όρια η θρησκευτική ελευθερία;

Η ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης είναι απεριόριστη σε ένα πλαίσιο στο οποίο η ελευθερία εκδήλωσης των θρησκευτικών πεποιθήσεων περιορίζεται για την προάσπιση του δημοσίου και ιδιωτικού συμφέροντος.

Περισσότερα