Το δικαίωμα ψήφου, η ελευθερία της έκφρασης, η θρησκευτική λατρεία και το δικαίωμα ίδρυσης και συμμετοχής σε πολιτικά κόμματα είναι δικαιώματα που το άτομο μπορεί να απολαύσει μόνο χάρη στη θετική παρέμβαση του κράτους;

Σε διαφορετική έκταση τα δικαιώματα χρειάζονται και την κρατική παρέμβαση. Όχι μόνο φυσικά: η ανάγκη αποχής του κράτους από την ελευθερία επιλογής την οποία τα δικαιώματα αυτά αποτυπώνουν είναι πάντοτε ζωτικής σημασίας.

Ερώτημα Πολίτη:

Το δικαίωμα ψήφου, η ελευθερία της έκφρασης, η θρησκευτική λατρεία και το δικαίωμα ίδρυσης και συμμετοχής σε πολιτικά κόμματα είναι δικαιώματα που το άτομο μπορεί να απολαύσει μόνο χάρη στη θετική παρέμβαση του κράτους. Είναι σωστό ή λάθος;

Απάντηση:

Η παραδοσιακή διάκριση των συνταγματικών δικαιωμάτων είναι αυτή ανάμεσα στα ατομικά δικαιώματα που έχουν αμυντική διάσταση, δηλαδή αξιώνουν από το κράτος αποχή, τα πολιτικά δικαιώματα που αξιώνουν από το κράτος συμμετοχή του πολίτη στην παραγωγή νόμων και λοιπόν ρυθμίσεων (εδώ εντάσσονται στην πραγματικότητα και τα διαδικαστικά δικαιώματα ενώπιον των Δικαστηρίων και της Διοίκησης ως υποδιαίρεση του πολιτικού/συμμετοχικού δικαιώματος) και τα κοινωνικά δικαιώματα που αξιώνουν από το κράτος παροχή: status negativus, activus και positivus αντίστοιχα.

Η διάκριση αυτή οφείλεται στο μεγάλο Γερμανό δημοσιολόγο Georg Jellinek, στα τέλη του 19ου αιώνα. Η διάκριση ανάμεσα στο status activus και το status positivus παραπέμπει στην εννοιολογική διάκριση της κρατικής παρέμβασης, η οποία μπορεί να λάβει δύο μορφές: είτε το κράτος πρέπει να αναπτύξει το κατάλληλο θεσμικό πλαίσιο για την οργάνωση μιας δραστηριότητας, να θεσπίσει δηλαδή ρυθμίσεις, είτε το κράτος οφείλει να παρέχει αγαθά και υπηρεσίες.

Η διάκριση αυτή έγινε δεκτή από τη συνταγματική θεωρία έκτοτε, με μία όμως ουσιώδη απλοποίηση στη διδασκαλία και τα διδακτικά εγχειρίδια, η οποία απλοποίηση πέρασε στη συλλογική συνείδηση των νομικών: ότι η διάκριση αυτή είναι αυστηρή/αποκλειστική. Κατανοητή απλοποίηση για διδακτικούς σκοπούς, όμως προδίδει τη σκέψη του Jellinek για τον οποίο η εννοιολογική αυτή διάκριση ήταν ιδεοτυπική: δεν υπάρχει αμιγώς αμυντικό ή πολιτικό ή κοινωνικό δικαίωμα στις πραγματικές έννομες τάξεις (και ναι η χρήση του ιδεότυπου ως μεθοδολογικού εργαλείου από τον Jellinek ήταν μία από τις επιρροές στο Max Weber).

Επομένως, όταν τις τελευταίες δεκαετίες, συχνά διατυπώνεται η μομφή ότι η ως άνω διάκριση είναι σχηματική, τούτη η μομφή απευθύνεται περισσότερο στον τρόπο που πέρασε η διάκριση στα διδακτικά εγχειρίδια παρά στη σκέψη του ιδίου του Jellinek ο οποίος μέσω αυτής της διάκρισης ανέπτυσσε εννοιολογικά την προστασία της προσωπικότητας στο συνταγματικό δίκαιο: ένα πρόσωπο, φορέας δικαιωμάτων, χρειάζεται και τις τρεις ως άνω αξιώσεις για την πληρότητα της συνταγματικής του προστασίας.

Επομένως, η ορθή εννοιολόγηση της διάκρισης αναφέρεται όχι στην αποκλειστική δεοντική αξίωση έναντι του Κράτους ενός δικαιώματος αλλά στην ποσοτικά κύρια, τη συνήθη δηλαδή, δεοντική μορφή που λαμβάνουν οι αξιώσεις του δικαιώματος. Αυτό εξηγεί και γιατί για κάποια δικαιώματα δεν υπάρχει consensus ως προς την κατάταξή τους: δεν είναι προφανές αν συνήθως απαιτούν αποχή ή συμμετοχή ή παροχή.

Η ανάγκη κρατικής παρέμβασης

Ενόψει των ανωτέρω η απάντηση είναι ότι και τα τέσσερα δικαιώματα χρειάζονται κρατική παρέμβαση, και μάλιστα και των δύο ειδών, για να ανθήσουν. Απλώς, ποσοτικά διαφέρει η πυκνότητα αυτής της ανάγκης. Είναι προφανές ότι στο κατεξοχήν πολιτικό δικαίωμα, το δικαίωμα ψήφου, η ανάγκη κρατικής παρέμβασης είναι έκδηλη: πρέπει να υπάρχει νομοθεσία που να προβλέπει και να οργανώνει τη διεξαγωγή της ψηφοφορίας (για εκλογές ή δημοψήφισμα) και την καθιέρωση της δικαιοπραξίας της ψήφου. Επιπρόσθετα, είναι προφανές ότι χρειάζονται πόροι γι’ αυτό το δικαίωμα: ένας μηχανισμός εκλογών απαιτεί χώρους, εκλογικές επιτροπές, παροχή προστασίας, κόστος καταμέτρησης κλπ. Και φυσικά υπάρχει η αμυντική διάσταση για την κατοχύρωση της ελευθερίας ψήφου, μέσω κατεξοχήν της μυστικότητας αλλά και της υποχρέωσης παροχής όλων των ψηφοδελτίων.

Η ανάγκη κρατικής παρέμβασης είναι όχι εξίσου πυκνή αλλά πάντως καθοριστικής σημασίας και για τo συνταγματικό δικαίωμα ίδρυσης/συμμετοχής σε πολιτικό κόμμα. Εδώ το αμυντικό στοιχείο που αναφέρεται στην ίδια τη δυνατότητα συνεννόησης πολιτών και διαμόρφωσης του πολιτικού προγράμματος είναι προφανής. Χρειάζεται όμως και η κρατική ρύθμιση του συνταγματικού ρόλου του πολιτικού κόμματος και πιο πεζά η αναγνώριση της δυνατότητάς του να είναι φορέας δικαιωμάτων και υποχρεώσεων.

Η ανάγκη κρατικής παρέμβασης σε μικρότερο βαθμό

Στα υπόλοιπα δύο δικαιώματα, η κρατική παρέμβαση είναι προφανώς λιγότερο αναγκαία, όχι όμως ανύπαρκτη: για να ασκήσουν το δικαίωμά τους στη θρησκευτική λατρεία, οι ιδιώτες χρειάζονται παραδείγματος χάριν ναούς, οι οποίοι με τη σειρά τους χρειάζονται οικοδομική άδεια. Υπάρχει ανάγκη, επίσης, νομικής κατοχύρωσης της θέσης των θρησκειών ώστε να είναι φορείς δικαιωμάτων και υποχρεώσεων. Τούτο δεν είναι σχολικό παράδειγμα, είναι γνωστό ότι η Ελλάδα στη δεκαετία του ΄90 είχε, για θρησκείες άλλες πλην της ορθόδοξης, μία προβληματική ρύθμιση για τη νομική προσωπικότητά τους, ρύθμιση που οδήγησε και στην καταδίκη της από το ΕΔΔΑ.

Στην ελευθερία του λόγου θα μπορούσαμε να φανταστούμε ότι από το κράτος απαιτείται μόνο αποχή. Και όμως, μια εμβάθυνση του περιεχομένου της ελευθερίας του λόγου στις σύγχρονες κοινωνίες μαρτυρά ότι αυτό δεν είναι ακριβές. Έτσι, σήμερα, η πρόσβαση στο διαδίκτυο αναδεικνύεται ως σημαντική εκδήλωση της ελευθερίας του λόγου (σχετική απόφαση του Γαλλικού Συνταγματικού Συμβουλίου) και αντίστοιχες αξιώσεις από το κράτος για τη θέσπιση κανονιστικού πλαισίου της χρήσης του διαδικτύου και ανάπτυξης σχετικών δομών.

Ήδη από τη δεκαετία του 1950 το αργότερο, υπήρχαν και υπάρχουν διαφορετικές αναγνώσεις της οργάνωσης του νομικού καθεστώτος των εφημερίδων και των λοιπών μέσων επικοινωνίας: προστασία της ελευθερίας λόγου του ιδιοκτήτη, των δημοσιογράφων. Αργότερα, έγινε συνειδητή η ανάγκη διασφάλισης της πολυφωνίας ώστε η «αγορά» των μέσων επικοινωνίας να μην καταλήξει μονοπωλιακή.

Επομένως η απάντηση στο ερώτημα είναι ότι, σε διαφορετική έκταση τα δικαιώματα χρειάζονται και την κρατική παρέμβαση. Όχι μόνο φυσικά: η ανάγκη αποχής του κράτους από την ελευθερία επιλογής την οποία τα δικαιώματα αυτά αποτυπώνουν είναι πάντοτε ζωτικής σημασίας.

Ιωάννης Κουτσούκος
Δικηγόρος Αθηνών

Share on facebook
Share on twitter
Share on email
Share on print
Share on facebook
Share on twitter
Share on email
Share on print

Σου άρεσε το άρθρο, αλλά σου δημιούργησε νέες απορίες;

Έχεις και άλλα ερωτήματα που σε απασχολούν σε σχέση με το Σύνταγμα, τους Θεσμούς, τα δικαιώματα και τη λειτουργία της Δημοκρατίας;