Το Σύνταγμα ως φρούριο

Ο Ξ. Κοντιάδης, με αφορμή τις αλλεπάλληλες παραβιάσεις και καταστρατηγήσεις του Συντάγματος, σχολιάζει το νέο βιβλίο του Τ. Βιδάλη και υποστηρίζει ότι αποτελεί επιτακτική ανάγκη η προάσπιση της συνταγματικής δημοκρατίας

Τα προηγούμενα χρόνια βιώνουμε αλλεπάλληλες παραβιάσεις και καταστρατηγήσεις του Συντάγματος, που θέτουν σε αμφισβήτηση την ικανότητά του να διασφαλίζει το δημοκρατικό κράτος δικαίου και τα θεμελιώδη δικαιώματα. Πριν από 180 χρόνια ο Μαρξ έγραφε ότι «η συνταγματική δημοκρατία είναι αδύνατη. Πρέπει να πολεμήσουμε με τα αληθινά μας όπλα… Το Σύνταγμα είναι ένα φρούριο που δεν προστατεύει παρά τους πολιορκητές και όχι τους πολιορκημένους». Τις φράσεις αυτές μας υπενθύμιζε στις πανεπιστημιακές του παραδόσεις ο Αριστόβουλος Μάνεσης, κορυφαίος Έλληνας συνταγματολόγος, υποστηρίζοντας ωστόσο την αξία και την κανονιστική δύναμη του Συντάγματος. Τη συζήτηση αυτή φέρνει πάλι στο προσκήνιο το βιβλίο του Τάκη Βιδάλη «Το φρούριο των πολιορκητών. Ανατομία ενός όπλου» (εκδόσεις Εύμαρος, 2026), το οποίο έρχεται σε μια εποχή που ανακινείται και πάλι το θέμα της συνταγματικής αναθεώρησης. Το βιβλίο αποτελεί αφορμή να αναστοχαστούμε την πορεία της συνταγματικής δημοκρατίας στη χώρα μας.

Το βιβλίο του Βιδάλη δεν είναι ωστόσο μια μελέτη για την αναθεώρηση του Συντάγματος. Κατά τον συγγραφέα πρόκειται για «τίποτε λιγότερο από μια εναλλακτική αντίληψη για το Σύνταγμα». Και μόνο αυτή η δήλωση προσκαλεί τον αναγνώστη σε μια ανάγνωση απαλλαγμένη από προϊδεασμούς της τρέχουσας συνταγματικής και πολιτικής επικαιρότητας. Εκείνο που μας ζητά ο συγγραφέας είναι να ξαναδούμε το φαινόμενο «Σύνταγμα» στην ευρύτερη -και διαχρονική- πολιτική του διάσταση και να πάρουμε θέση ως προς αυτό. Ο ίδιος το κάνει σαφώς, ξεκινώντας από τους «πολεμικούς» χαρακτηρισμούς που αποδίδει στο Σύνταγμα («φρούριο», «όπλο»). Γιατί, όπως επιχειρηματολογεί στο βιβλίο, βλέπει στο πολιτικό αυτό φαινόμενο το αποτέλεσμα ενός αγώνα αιώνων των πολλών αδύναμων απέναντι στους λίγους δυνατούς. Ο συνταγματισμός εμφανίζεται, έτσι, σαν μια νίκη των πρώτων επί των δεύτερων, όσο κι αν το Σύνταγμα χρησιμοποιεί μια γλώσσα ισοτιμίας που δεν αποκλείει κανέναν. Αλλά, για τον συγγραφέα, αυτή ακριβώς η ισοτιμία φαίνεται να ενοχλεί τους δυνατούς που προσπαθούν να την παρακάμψουν ώστε να επιβάλουν τη δύναμή τους ανεμπόδιστα.

Εδώ βρίσκεται στην πραγματικότητα η ουσία του βιβλίου. Και από την παραδοχή αυτή ξετυλίγεται μια ολόκληρη κριτική ανάλυση για τη νεότερη πολιτική και συνταγματική ιστορία μας. Ο Βιδάλης δέχεται ότι, κατανοώντας έτσι το Σύνταγμα, η τομή της μεταπολίτευσης του 1974 δεν συνιστά τη στροφή προς μια πραγματική δημοκρατική Πολιτεία. Ο λόγος είναι ότι, κατ’ αυτόν, οι πολίτες -οι πολλοί- έχασαν το αισθητήριο του συνταγματισμού, που το είχαν στις παλαιότερες εποχές, όταν προέταξαν το Σύνταγμα σε σημαντικές στιγμές της ιστορίας μας. Θεωρεί, δηλαδή, ότι η μεταπολίτευση σηματοδότησε μια οικειοποίηση του Συντάγματος από την εξουσία, που έντεχνα κατόρθωσε να το μετατρέψει σε μια υπόθεση τεχνοκρατών και να το απομακρύνει έτσι από το ενδιαφέρον των πολλών. Η πρόταση του συγγραφέα είναι ότι, μετά την εμπειρία της χρεωκοπίας και μιας πρωτόγνωρης έκπτωσης των θεσμών -εν μέσω διαδοχικών σκανδάλων- που την ακολούθησε, είναι ανάγκη μια επιστροφή σε έναν μαχητικό συνταγματισμό, που μπορεί να επενδύσει και να εμπνεύσει την ογκούμενη κοινωνική διαμαρτυρία, ειδικά μετά το έγκλημα των Τεμπών και το πάνδημο αίτημα για «δικαιοσύνη».

Το βιβλίο φιλοδοξεί λοιπόν να απευθυνθεί σε τρεις κυρίως ομάδες αποδεκτών. Πρώτα, στους πολίτες, ως πολιτικό κείμενο που προτάσσει τον πολιτικό αυτοκαθορισμό πέρα και πάνω από αντιπροσώπους και κόμματα (οι αναφορές στον Επιτάφιο του Περικλή είναι χαρακτηριστικές). Η δυσπιστία του συγγραφέα απέναντι στους τελευταίους είναι έκδηλη. Θεωρώντας ότι η μεταπολίτευση χαρακτηρίζεται από τον ολοκληρωτικό ρόλο των κομμάτων και όχι από την εύρυθμη λειτουργία των κρατικών οργάνων όπως τη θέλει το Σύνταγμα, πιστεύει σε μια πολύ ευρύτερη νοηματοδότηση του πολιτικού αυτοκαθορισμού, πέρα από την έννοια της αντιπροσώπευσης. Μας λέει λίγα για το τι σημαίνει να απεξαρτηθούν οι πολίτες από την ανάθεση της πολιτικής αποκλειστικά σε αντιπροσώπους, κυρίως υπογραμμίζοντας τη σημασία ανεξάρτητων πρωτοβουλιών ακτιβισμού σε επιμέρους τομείς δημόσιου συμφέροντος (ισότητα, περιβάλλον, κ.λπ.). Είναι όμως φανερά αισιόδοξος από ό,τι έδειξαν οι συγκεντρώσεις των Τεμπών: οι πολίτες που συμμετείχαν εκεί έδειξαν για τον συγγραφέα σημάδια αυθεντικού αυτοκαθορισμού, αφήνοντας το σημαντικότερο αποτύπωμα της «κοινωνίας των πολιτών» στα χρονικά του τόπου μας.

Η δεύτερη ομάδα αποδεκτών είναι οι δημόσιοι λειτουργοί, κυρίως οι δικαστές. Πιστεύοντας στον κρίσιμο ρόλο που μπορούν να παίξουν οι λειτουργοί των ανεξάρτητων αρχών για τον έλεγχο της εξουσίας (με παραδείγματα τις πρόσφατες αντιστάσεις της ΑΔΑΕ, της Αρχής Προστασίας Δεδομένων και του Συνηγόρου του Πολίτη), είναι εξαιρετικά σκεπτικός απέναντι στους δικαστικούς λειτουργούς. Ο σκεπτικισμός του δεν επικαλείται μόνο τη διαχρονική θεσμική εξάρτηση από την εκτελεστική εξουσία και το πνεύμα υποταγής σε αυτήν των κορυφών της δικαιοσύνης, αλλά και μια συντεχνιακή αντίληψη του ρόλου τους, που καταλήγει να προσβάλλει τον πυρήνα της «δίκαιης δίκης». Επισημαίνει πάντως μια ευκαιρία: τον χειρισμό της υπόθεσης των Τεμπών, ειδικά μάλιστα τώρα που η εξουσία τους τον εμπιστεύθηκε αποκλειστικά ως προς τους πρώτους πολιτικούς που κατηγορούνται, επειδή φοβήθηκε τη διαδικασία στη Βουλή. Και ο Βιδάλης συμπληρώνει ότι το αίτημα των πολιτών για «δικαιοσύνη» δεν έχει αντιθεσμικό χαρακτήρα, αλλά αντίθετα ενθαρρύνει τους δικαστές να τιμήσουν επιτέλους τον ανεξάρτητο ρόλο τους και να μη φοβηθούν τους κυβερνώντες.

Οι άλλοι αποδέκτες της κριτικής του βιβλίου είναι η κοινότητα των συνταγματολόγων. Ο Βιδάλης δεν θεωρεί ότι οι συνταγματολόγοι είναι άμοιροι ευθυνών για ό,τι συνέβη στη μεταπολίτευση, ειδικά για το πώς αντιμετωπίσθηκε το Σύνταγμα από τους εξ αυτών πιο «προβεβλημένους», όπως λέει. Δεν διστάζει, πολύ περισσότερο, να αποδώσει την -κατ’ αυτόν- παρέκβαση σε συγκεκριμένες μεθοδολογικές επιλογές είτε της «ρητορικής» χρήσης του Συντάγματος είτε του «αντιθετικισμού», που έχουν υιοθετήσει άλλοτε προσεγγίσεις «πολιτικής» ερμηνείας των συνταγματικών κανόνων (π.χ. περί «ζωντανού», «επαυξημένου», κ.λπ. κειμένου) άλλοτε μιας ευθείας -κατά τον συγγραφέα πάντοτε- υποβάθμισής της ισχύος του (θεωρώντας ότι το Σύνταγμα υπόκειται στο δίκαιο της ΕΕ). Υπερασπιζόμενος ανοιχτά τον νομικό θετικισμό (την «επιστημονική» ερμηνεία, όπως υποστηρίζει) κρίνει ότι και οι δύο αυτές μεθοδολογικές επιλογές οδήγησαν σε μια αντιστροφή της σχέσης δικαίου και πολιτικής, υπέρ της πρωτοκαθεδρίας της πρώτης και εις βάρος της δεσμευτικότητας του Συντάγματος. Χαρακτηρίζει «εύθυμο» τον συνταγματισμό που επικράτησε στην περίοδο μετά το 1974, καθώς πιστεύει ότι η στάση αυτή υποστήριξε άκριτα την πλάνη της μεταπολιτευτικής «καλύτερης δημοκρατίας» απονευρώνοντας τον συνταγματικό έλεγχο από την πλευρά της θεωρίας. Τα πρότυπά του παραμένουν έτσι ο Ν. Ι. Σαρίπολος, ο Αλ. Σβώλος και ο δάσκαλός του Αρ. Μάνεσης, που κατ’ αυτόν, υποστασιοποιούν τα πιο φωτεινά παραδείγματα μαχητικού συνταγματισμού και κριτικής θεωρίας στην ελληνική συνταγματική επιστήμη.

Το Σύνταγμα αποτελεί το θεμέλιο της δημοκρατίας μας. Οφείλουμε να το υπερασπιστούμε. Το βιβλίο του Βιδάλη είναι προκλητικό, στοχαστικό και επίκαιρο. Αξίζει να διαβαστεί και να συζητηθεί.

Ξενοφών Κοντιάδης, Συνταγματολόγος, Καθηγητής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο

Σου άρεσε το άρθρο, αλλά σου δημιούργησε νέες απορίες;

Έχεις και άλλα ερωτήματα που σε απασχολούν σε σχέση με το Σύνταγμα, τους Θεσμούς, τα δικαιώματα και τη λειτουργία της Δημοκρατίας;

Σχετικά Άρθρα

Podcast | Συναντήσεις στο Σύνταγμα Ε8: Κράτος, Δημόσια διοίκηση, νομοθέτηση και διακυβέρνηση. Μια χαίνουσα πληγή

Ο Καθηγητής Δημοσίου Δικαίου & Πρόεδρος του Κέντρου Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου, Ξενοφών Κοντιάδης και ο Διοικητικός Επιστήμονας, Σύμβουλος ΑΣΕΠ και πρ. βουλευτής, Παναγιώτης Καρκατσούλης, συζητούν για την Κυβέρνηση και το επιτελικό Κράτος, την πολυεπίπεδη διακυβέρνηση, τη νομοθέτηση και τη Δημόσια Διοίκηση στην Ελλάδα, διαχρονικά αλλά και σήμερα, εντός των πολλαπλών κρίσεων.

Περισσότερα

Σύνταγμα και Πανδημία: Η προστασία των προσωπικών δεδομένων (video-podcast)

Στο 5ο Βίντεο του αφιερώματος «Σύνταγμα και Πανδημία» η Φερενίκη Παναγοπούλου, Επίκουρη Καθηγήτρια Συνταγματικού Δικαίου, και η Αλκμήνη Φωτιάδου, Διδάκτωρ Συνταγματικού Δικαίου και Δικηγόρος, συζητούν για τους προβληματισμούς που έχουν εγείρει οι έκτακτες συνθήκες της πανδημίας στο πεδίο της διαχείρισης και προστασίας των προσωπικών δεδομένων.

Περισσότερα

Κέντρο Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου
Ίδρυμα Θεμιστοκλή και Δημήτρη Τσάτσου

Ακαδημίας 43 | Αθήνα | 10672
[+30] 210 36 23 089
info@syntagmawatch.gr

Θέλεις να μαθαίνεις

πρώτος τα νέα μας;

Αν σε ενδιαφέρει να ενημερώνεσαι άμεσα για τις νέες δημοσιεύσεις και τις δράσεις του Syntagma Watch, τότε εγγράψου στο newsletter μας!

JOIN THE CLUB!

It’s easy: all we need is your email & your eternal love. But we’ll settle for your email.