Η Δικαιοσύνη αποτελεί την κρηπίδα του δημοκρατικού πολιτεύματος, το δε κράτος δικαίου, σταθερό αιτούμενο κάθε πολιτισμένης κρατικής οντότητας.
Οι Έλληνες δικαστικοί λειτουργοί, ως εκπρόσωποι και συντελεστές της τρίτης εξουσίας, στο φιλελεύθερο και δημοκρατικό μας πολίτευμα, είναι –και πρέπει να είναι– θεματοφύλακες της δημοκρατικής νομιμότητας, της πιστής εφαρμογής των νόμων και της απόδοσης ποιοτικής δικαιοσύνης, σε εύλογο χρόνο, ως καθήκον αδιαπραγμάτευτο, προς όλους ανεξαιρέτως τους πολίτες. Οφείλουν να ενεργούν, με επιμέλεια, αφοσίωση, αμεροληψία, θάρρος, ευπρέπεια και ψυχραιμία.
Λάθη γίνονται. Γι’ αυτό και είναι απολύτως σεβαστή και επιβεβλημένη για την προαγωγή της νομικής επιστήμης, η θεσμική, ουσιαστική και τεκμηριωμένη –ακόμη και σκληρή– κριτική των δικαστικών αποφάσεων και των δικαστικών ενεργειών εκ μέρους όσων έχουν τα προσόντα να το πράξουν, χωρίς εμπάθεια ή επιθετικότητα. Αυτή, άλλωστε, είναι η ουσία της δημοκρατίας: διάλογος με επιχειρήματα επί του κειμένου των αποφάσεων και των ενεργειών του δικαστικού λειτουργού.
Από τη σοβαρή και θεσμική κριτική οφείλουμε να αντιδιαστείλουμε τον επικοινωνιακό εντυπωσιασμό, τις διαρροές, τις φήμες, τον απλουστευτικό και συνθηματολογικό καθώς και τον εμπαθή λόγο, φαινόμενο της εποχής μας, που συνδέεται με την αποθέωση της πληροφορίας, μια νέα μορφή κυριαρχίας, με την οποία, δυστυχώς, εγκαθιδρύεται ένα καθεστώς ελκυστικό. Είναι ελκυστικό, γιατί προτρέπει την έκφραση της άποψης ή των προτιμήσεων οποιουδήποτε, με αναρτήσεις, που επιβραβεύονται με likes. Έχουμε καταληφθεί από τη φρενίτιδα της πληροφορίας και της επικοινωνίας, την οποία δεν ελέγχουμε. Εκθέτουμε τον εαυτό μας στην επιταχυνόμενη ανταλλαγή πληροφοριών, μακράν της νομικής σκέψης και της τεκμηριωμένης κριτικής, με την ίδια ευκολία και επιπολαιότητα που ανταλλάσσονται πληροφορίες για γεγονότα, τύπου “life style”. Στο πλαίσιο αυτό, οι ενέργειες των δικαστικών λειτουργών, κατά την ενάσκηση των καθηκόντων τους, ενδιαφέρουν, απλώς, ως πληροφορία του αποτελέσματος. Ο χρήστης του διαδικτύου, ο αναγνώστης ή ο ακροατής του συνθηματολογικού λόγου ενημερώνεται για το αποτέλεσμα μιας δικαστικής απόφασης ή μιας δικαστικής ενέργειας, χωρίς να λαμβάνει γνώση του περιεχομένου τους ή της νομικής αναγκαιότητάς τους, το εύρος και το περιεχόμενο μιας δικογραφίας, ακόμη και χωρίς να ενδιαφέρεται γι’ αυτά, γράφει το σύντομο σχόλιό του, το οποίο, όσο πιο ακραίο, τόσο πιο ελκυστικό μοιάζει και, στη συνέχεια, αναμένει τα likes ή τα σχόλια, που φουντώνουν τη συζήτηση με διάφορα σενάρια, πολύ συχνά, χωρίς ίχνος λογικής ή αληθοφάνειας. Όλοι έχουμε ακούσει ή διαβάσει (ακόμη και σήμερα) ακραία σχόλια. Χαρακτηριστική είναι η απόφαση του ΕΔΔΑ στην υπόθεση DELFI κατά Εσθονίας, στην οποία τονίζεται ο κίνδυνος, τον οποίο συνεπάγονται τα σχόλια και οι πληροφορίες, μέσω διαδικτύου, που παραμένουν δημόσια και διαμοιράζονται για πάντα.
Ο λαϊκισμός, δυστυχώς, ανθεί στις μέρες μας, στην Ελλάδα και όχι μόνον, βρίσκοντας πρόσφορο έδαφος στα ευάλωτα κυρίως άτομα. Η διάδοσή του επιτυγχάνεται τα μέγιστα, μέσω του διαδικτύου και των ιστολογίων, αλλά και μέσω των ΜΜΕ, που μπαίνουν, συχνά, στον πειρασμό να τα διαδίδουν, στο όνομα της θεαματικότητας. Ο λαϊκισμός αντλεί τη δυναμική του από το θυμό, τον φόβο, τη φαντασιακή απειλή και τις συνωμοσιολογικές αντιλήψεις, ως αναπόσπαστο τμήμα μιας συναισθηματικής αντίληψης για την πραγματικότητα, με την απλουστευτική απόδοση όλων των δεινών στην πρόθεση ενός, κατά περίπτωση, στοχοποιούμενου ως ιθύνοντος νου, που, από τα παρασκήνια, «σχεδιάζει και καθοδηγεί» τις εξελίξεις. Η συνωμοσιολογική πρακτική δεν κάνει τίποτε άλλο, από το να οδηγεί σε μια «διαρκή αιχμαλωσία» της κριτικής σκέψης, σε ένα παρανοϊκό βασίλειο της υποψίας για τα πάντα.
Και τώρα στα δικά μας. Η λαϊκιστική σκέψη και πρακτική τροφοδοτεί τη δυσπιστία προς το δικαστικό σύστημα της χώρας μας, παρουσιάζοντάς το ως μέρος μιας «ελίτ» που αντιστρατεύεται τη βούληση του λαού. Ο λαϊκισμός εμφανίζεται ότι ενισχύει τη δημοκρατία, ότι μάχεται για την προώθηση των συμφερόντων των απλών πολιτών και ακούγεται ως ευκαιρία να ακουστούν, επιτέλους, οι παραμελημένοι ή οι αδικημένοι πολίτες. Στην πράξη, όμως, σκοπεί στον κλονισμό των θεσμών, που στηρίζουν μια δημοκρατική κοινωνία.
Κάποιοι και δεν ήταν λίγοι, για τους δικούς τους λόγους και για την εξυπηρέτηση των δικών τους εξωδικαστικών συμφερόντων και φιλοδοξιών, εκμεταλλευόμενοι το θυμικό των πολιτών, τον πόνο ή την αγωνία τους, επιχείρησαν και επιχειρούν, οργανωμένα και με κάθε τρόπο, να διασύρουν τον θεσμό της Δικαιοσύνης, παραποιώντας και διαστρεβλώνοντας σκοπίμως πραγματικά γεγονότα, εκφρασμένες θέσεις και πολλώ μάλλον δικαστικές ενέργειες, με εύπεπτα ψεύδη, μυθεύματα, φαντασιακές αντιλήψεις και θεωρίες συνωμοσίες. «Αν τα γεγονότα δεν συμφωνούν με μας, τόσο το χειρότερο για τα γεγονότα». Με τις μεθοδεύσεις αυτές, που, οπωσδήποτε, δεν είναι προϊόν πλάνης, αλλά συνειδητής επιλογής και υπό την επίφαση της προάσπισης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και του κράτους δικαίου –έννοια, πολλές φορές, έρμαιο στα χέρια τυχοδιωκτών– εκφέρουν λόγο εμπάθειας και μίσους, διασύρουν, λοιδορούν, υβρίζουν και απειλούν δικαστικούς λειτουργούς –πρακτικές, που είναι καταγεγραμμένες– τους οποίους στοχοποιούν, ανερυθρίαστα, υποτιμώντας τη θέση, την προσωπικότητα, την ικανότητα, την ακεραιότητα και την ανεξαρτησία τους, αποδίδοντας σ’ αυτούς, αυθαιρέτως, γιατί αυτό τους εξυπηρετεί, εξαρτήσεις από πρόσωπα της εκτελεστικής ή νομοθετικής εξουσίας, με μοναδικό σκοπό να εμποιήσουν σ’ αυτούς το φόβο και να επιτύχουν, εν τέλει, όπως πιστεύουν, τη χειραγώγησή τους, ενώ, πολλάκις, καταλύουν το τεκμήριο αθωότητας, του οποίου υπεραμύνονται, όποτε τους εξυπηρετεί. Έτσι, επιτυγχάνουν την παράσυρση μεγάλου αριθμού πολιτών, οι οποίοι, είτε έχουν πλήρη άγνοια, είτε δεν θέλουν να ενημερωθούν, γιατί απλώς έλκονται από τις θεωρίες συνωμοσίας, είτε ενεργούν με σκοπιμότητα και οι οποίοι υιοθετούν την άποψη ότι η Δικαιοσύνη είναι εξαρτώμενη από το κράτος ή ακόμη και από άλλα συμφέροντα και κέντρα, που υποβάλλουν ή επιβάλλουν τις ενέργειες των δικαστικών λειτουργών και η μόνη λύση είναι ένα είδος «Λαϊκής Δικαιοσύνης». Δεν αντιλαμβάνονται οι αφελείς ότι, θίγοντας το θεσμό της Δικαιοσύνης, βάλλουν κατά της ίδιας της Δημοκρατίας. Εκτός και αν αυτός είναι ο σκοπός τους.
Πρέπει, επίσης, να επισημανθεί ότι μεγάλος αριθμός διαμορφωτών της κοινής γνώμης, πολιτευτών, δυστυχώς, ακόμη και νομικών, συνεχίζουν, τον 21ο αιώνα, να ομνύουν, από συνήθεια ή από υπολογισμό συμφέροντος και όχι από καθαρή συνείδηση καθήκοντος, σε ό,τι αποκαλούν, με ευκολία και δίχως αναστοχασμό, «κοινό περί δικαίου αίσθημα». Μια ιδέα, παντελώς, κανονιστικά ανυπόστατη στην ελληνική έννομη τάξη και όχι μόνον, ανυποστήρικτη είτε ως εμπειρικό δεδομένο είτε ως κανονιστικό νόημα, αφού η ιδέα αυτή κείται πέρα από κάθε δυνατή έννοια πηγής δικαίου στο σύγχρονο κόσμο, απολύτως ανήμπορη να εισφέρει κάτι άξιο λόγου για την απαιτούμενη ορθολογική έδραση των νομικών κρίσεων, η οποία, ακόμη χειρότερα, ενδέχεται, να οδηγεί τη δικανική κρίση σε επικίνδυνη ατραπό εις βάρος της ουσιαστικής απονομής της δικαιοσύνης σε κράτος δικαίου, το οποίο παίρνει στα σοβαρά τις αρχές του.
Ο καθηγητής Νικόλαος Ανδρουλάκης, σχολιάζοντας την 684/1975 πολύκροτη απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου για τον χαρακτήρα της εσχάτης προδοσίας ως στιγμιαίου ή διαρκούς εγκλήματος, επισήμανε ότι: «Το περί αδίκου και αξιοποίνου λαϊκόν συναίσθημα έχει εις τον χώρον του ποινικού δικαίου σημασία μόνον καθ’ ο μέτρον έχει τύχει προηγουμένης ωρισμένης εκφράσεως εν τω κειμένω του ποινικού νόμου. Το έργον της χαράξεως των ορίων του αξιοποίνου επιτελεί μόνον ο ποινικός νόμος […] Η αποφυγή ευθείας αναγωγής εις τούτο (λαϊκό αίσθημα) επιβάλλεται χάριν ακριβώς της προστασίας των ανθρωπίνων και λαϊκών δικαιωμάτων και ελευθεριών». Επ’ αυτού πρέπει να τονιστεί η ιστορική εμπειρία ότι το καθεστώς που ανήγαγε το υγιές (περί δικαίου) αίσθημα του λαού (gesundes Volksempfinden) σε υπέρτατη νομική κατηγορία, στην οποία όφειλαν υποταγή οι δικαστές, ήταν το καθεστώς της εθνικοσοσιαλιστικής Γερμανίας. Δεν καταλογίζεται, ασφαλώς, σε όποιον επικαλείται στις μέρες μας το κοινό περί δικαίου αίσθημα πρόθεση να εγκαθιδρυθεί στην Ελλάδα εθνικοσοσιαλιστικό καθεστώς. Η ιστορική εμπειρία είναι, όμως, διδακτική: Μας δείχνει ότι η προσπάθεια προσαρμογής της ερμηνείας και εφαρμογής των νόμων στο λεγόμενο περί δικαίου αίσθημα του λαού είναι επικίνδυνη. Στην ακραία μορφή της, αυτή μπορεί να οδηγήσει στην κατάλυση αυτού τούτου του δικαίου και στην εγκαθίδρυση κράτους αδίκου που μετατρέπει το ποινικό δίκαιο σε «θεραπαινίδα της τυραννίας».
Έχοντας παραθέσει, ενδεικτικά, βέβαια, τους σοβαρούς κινδύνους για την εικόνα της Δικαιοσύνης, που εκπορεύονται από τρίτους-επικριτές της, με αναπόδραστη συνέπεια τη σταδιακή απαξίωση του θεσμού και τελικώς την απώλεια της εμπιστοσύνης των πολιτών στη Δικαιοσύνη, αναφύεται η επανεξέταση της παραδοσιακής αντίληψης ότι οι δικαστές απαντούν μόνο μέσω των αποφάσεών τους και των δικαστικών τους ενεργειών, οι οποίες, εξάλλου, δεν είναι πάντοτε κατανοητές από τους πολίτες. Το ζήτημα της εμπιστοσύνης των πολιτών, όπως αυτό συνδέεται με την εικόνα της Δικαιοσύνης και τη σχέση της με τον Τύπο, έχει αρχίσει να απασχολεί τόσο το Ευρωπαϊκό Δίκτυο Δικαστικών Συμβουλίων (European Network of Councils for the Judiciary [ENCJ]) όσο και το Συμβούλιο της Ευρώπης ήδη από το 2005.
Ειδικότερα, στο πλαίσιο του Συμβουλίου της Ευρώπης και, παρότι στα χρόνια που ακολούθησαν, εκδόθηκαν και άλλα κείμενα για τις σχέσεις μεταξύ Δικαστών, ΜΜΕ και Κοινωνίας, το πιο σημαντικό κείμενο παραμένει η Γνώμη 7 (2005) του Συμβουλευτικού Συμβουλίου των Ευρωπαίων Δικαστών (Consultative Council of European Judges [CCJE]) για τη σχέση Δικαιοσύνης και Κοινωνίας. Η γνώμη αυτή αναπτύσσεται σε τέσσερις άξονες που αφορούν: 1. Στις σχέσεις μεταξύ δικαστηρίων και κοινού 2. Στις σχέσεις των δικαστηρίων με τους παράγοντες της δίκης 3. Στις σχέσεις των δικαστηρίων με τα ΜΜΕ και 4. Στην προσβασιμότητα, την απλούστευση και τη σαφήνεια της δικαστικής γλώσσας.
Στην Έκθεση του ανωτέρω δικτύου για τα έτη 2017-2018, μετά από ενδελεχή έρευνα και μελέτη των βέλτιστων πρακτικών που ακολουθούνται στα κράτη, διατυπώνονται, μεταξύ άλλων, οι ακόλουθες συστάσεις:
1. Διεξαγωγή περιοδικών ερευνών εμπιστοσύνης των πολιτών στη δικαιοσύνη. Με βάση αυτές θα εντοπίζονται οι ενδιαφερόμενες ομάδες (ευρύ κοινό, χρήστες δικαστικών υπηρεσιών, επαγγελματίες, νομικοί, δικαστές και δικαστικοί υπάλληλοι) και θα διοργανώνονται ημερίδες, διερευνητικές συζητήσεις ή και επίσημη διαβούλευση με τις βασικές ενδιαφερόμενες ομάδες πολιτών. Τα αποτελέσματα αυτών των ερευνών θα δημοσιεύονται και θα χρησιμοποιούνται κατά την ανάπτυξη της στρατηγικής του επικοινωνιακού σχεδιασμού.
2. Να γίνεται συστηματική παρακολούθηση και ανάλυση της πληροφορίας που σχετίζεται άμεσα με τη δικαιοσύνη, αλλά και εντοπισμός και εκτίμηση των τάσεων στις πληροφορίες, που αποτελούν αντικείμενο δημοσίευσης και συζήτησης στον τύπο, αποτίμηση και ανάλυση των θετικών και αρνητικών εκφράσεων σε σχέση με τη δικαιοσύνη, ώστε να αντιμετωπιστούν ζητήματα που επανέρχονται διαρκώς στη δημόσια συζήτηση.
3. Το δικαστικό Σώμα πρέπει, ως προτεραιότητα, να υιοθετήσει σαφή στρατηγική επικοινωνίας ή να αναθεωρήσει και να διευρύνει τυχόν υπάρχουσες στρατηγικές, γύρω από ένα κεντρικό μήνυμα. Η στρατηγική επικοινωνίας πρέπει να είναι ολοκληρωμένη. Αν, μάλιστα, η εμπιστοσύνη των πολιτών στη δικαιοσύνη είναι κάτω του μετρίου, ασταθής ή εμφανίζει πτωτική τάση, η στρατηγική απαιτείται να είναι εντονότερη.
4. Το δικαστικό Σώμα θα πρέπει να αναπτύξει επικοινωνιακά εργαλεία, οδηγούς βέλτιστων πρακτικών (best practices) με άλλους φορείς εξουσίας, άλλες ομάδες επαγγελματιών νομικών, καθώς και πρωτόκολλα σχέσεων με όσους θεωρείται ότι έχουν τη μεγαλύτερη επιρροή στην κοινή γνώμη, ώστε να προωθήσουν την εμπιστοσύνη στη δικαιοσύνη και να βελτιώσουν την εικόνα της.
5. Να τοποθετηθούν δικαστές ή εισαγγελείς που έχουν εκπαιδευτεί στην επικοινωνία ως εκπρόσωποι τύπου στα δικαστήρια και να υπάρχει ειδικό τμήμα με εξειδικευμένους στην επικοινωνία υπαλλήλους, υπό την εποπτεία του δικαστή ή εισαγγελέα που ασκεί καθήκοντα εκπροσώπου τύπου.
6. Τα δικαστήρια να επωφελούνται από την επικοινωνία μέσω κοινωνικών δικτύων, που σήμερα είναι από τα πιο προσβάσιμα και χρησιμοποιούμενα μέσα και, άρα, ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις και τις προτιμήσεις του κοινού. Μεταξύ των πλεονεκτημάτων των δικτύων συγκαταλέγονται το γεγονός ότι το μήνυμα φτάνει αμέσως στον αποδέκτη και ότι ο αποστολέας του μηνύματος επιλέγει σε ποιους θα απευθυνθεί.
7. Πρέπει να διακρίνεται η προάσπιση της ανεξαρτησίας του δικαστικού
συστήματος από την προάσπιση της ανεξαρτησίας των δικαστών προσωπικά. Στη μεν πρώτη περίπτωση ενδείκνυται μια λιγότερο επιθετική προσέγγιση, ενώ στη δεύτερη, εφόσον προσλαμβάνει χαρακτηριστικά συστημικής επίθεσης, επιβάλλεται πιο ενεργητική αντίδραση.
8. Το δικαστικό σώμα πρέπει να μένει σε επαφή με το ευρύ κοινό, προκειμένου να ενδυναμώσει την εμπιστοσύνη στη Δικαιοσύνη, με τρόπους, όπως έκδοση φυλλαδίων για τη δραστηριότητα και τις διαδικασίες κάθε δικαστηρίου με απλή επεξήγηση, εικόνες και γραφήματα, σχολικές επισκέψεις αλλά και επισκέψεις δικαστών σε σχολεία, εκπαιδευμένους δικαστές διαθέσιμους για επεξήγηση σημαντικών υποθέσεων, ενεργή ενημέρωση για σημαντικές υποθέσεις κ.ά.
Λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω, σε σχέση με την κατάσταση που επικρατεί σε ευρωπαϊκό επίπεδο, παρατηρείται ότι στα περισσότερα ανώτατα εθνικά δικαστήρια των ευρωπαϊκών κρατών, στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου λειτουργεί γραφείο Τύπου, με αντικείμενο
τη διαχείριση της πληροφορίας που τα αφορά, καθώς και των σχέσεων με τον Τύπο, την κοινωνία και τη διεθνή κοινότητα.
Η Ελληνική Δικαιοσύνη, δυστυχώς, υστερεί ακόμη στη συστηματική οργάνωση και τη στρατηγική επικοινωνίας, παρότι γίνεται σοβαρή προσπάθεια βελτίωσής της.
Με την 5/2019 απόφαση της ΟλομΑΠ δημιουργήθηκε τμήμα Γραφείου Τύπου και Διεθνών Σχέσεων, με συγκεκριμένες αρμοδιότητες.
Σύμφωνα με την απόφαση αυτή, ήδη πραγματοποιείται 1. η έκδοση και αποστολή στα ΜΜΕ Δελτίων Τύπου, σχετικών με αποφάσεις της Ολομέλειας και των Τμημάτων του Αρείου Πάγου, χωρίς να αποκαλύπτονται προσωπικά δεδομένα διαδίκων, προς υποβοήθηση της κατανόησής τους, αποφυγή παραπληροφόρησης και αποκατάσταση τυχόν εσφαλμένης παρουσίασης.
2. η συλλογή δημοσιευμάτων, ανακοινώσεων, ρεπορτάζ, κ.τ.λ., των ΜΜΕ που αφορούν σε υποθέσεις που εκκρεμούν ενώπιον της Δικαιοσύνης, ήτοι αποδελτίωση, με σκοπό την ενημέρωση του Προέδρου και της Ολομέλειας.
3. η ενημέρωση και διαχείριση της ιστοσελίδας του Αρείου Πάγου.
4. η διαχείριση της επικοινωνίας μεταξύ του Προέδρου του Αρείου Πάγου και των μελών της Ολομελείας με το Υπουργείο Δικαιοσύνης και τα ΜΜΕ.
5. η ανάπτυξη συνεργασιών με αντίστοιχα Γραφεία Τύπου σε εθνικό και διεθνές επίπεδο, προκειμένου να καταστεί δυνατή η ανταλλαγή εμπειρίας και καλών πρακτικών αλλά και να επιτευχθεί η προαγωγή της Ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης σε εθνικό και διεθνές επίπεδο.
Ιδιαίτερα ενθαρρυντικό είναι το γεγονός ότι τα τελευταία χρόνια γίνονται συχνές επισκέψεις μαθητών λυκείου στον Άρειο Πάγο, οι οποίοι παρακολουθούν συνήθως ποινικές συνεδριάσεις και στη συνέχεια, ακολουθούν συζητήσεις και μάλιστα επί μακρόν με τους μαθητές, οι οποίοι επιδεικνύουν σοβαρό ενδιαφέρον για τα δικαστικά πράγματα και γεγονότα.
Όλες αυτές οι πρακτικές, οι οποίες εξελίσσονται επί τα βελτίω –δυστυχώς, μέχρι σήμερα, μόνον με την ακαταπόνητη προσπάθεια προσώπων– εξυπηρετούν την έξοδο από την εσωστρέφεια του παρελθόντος. Θεωρώ, επίσης, αναγκαία την οργάνωση του πλαισίου της σχέσης μεταξύ του Προέδρου και Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου καθώς και των εκπροσώπων Τύπου με τους διαπιστευμένους δημοσιογράφους, ώστε να προάγεται η ασφαλής ενημέρωση των πολιτών, χωρίς να προσβάλλεται η αρχή της προστασίας της μυστικότητας της διαδικασίας ή η αρχή της προστασίας του τεκμηρίου της αθωότητας.
Η εδραίωση της εμπιστοσύνης στη Δικαιοσύνη πρέπει να αποτελεί προτεραιότητα. Οι δικαστικοί λειτουργοί, οπωσδήποτε, μέσω των ανωτέρω αρμοδίων προσώπων, έχουν χρέος απέναντι στους πολίτες, τους οποίους και υπηρετούν, να επιδεικνύουν λελογισμένη εξωστρέφεια, να αντιδρούν, απολύτως θεσμικά, να παρέχουν τη σωστή ενημέρωση για το έργο τους, σε απάντηση των επικριτών τους, οι οποίοι, συχνά, καταχρώμενοι θεσμικής τους θέσης, βάλλουν άκριτα και με εμπάθεια κατ’ αυτών και κατά του θεσμού της Δικαιοσύνης, προς εξυπηρέτηση σκοπιμοτήτων, ώστε να τελούν σε επαφή με την κοινωνία του σήμερα, με τους αυτονόητους περιορισμούς που η ιδιαιτερότητα του δικαστικού λειτουργήματος επιβάλλει.
Στο σημείο αυτό, δεν πρέπει να αγνοηθεί η χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τους δικαστικούς λειτουργούς, ατομικά, πρακτική άγνωστη για τους παλαιότερους, δεδομένη όμως για τους νεότερους.
Ζούμε στην εποχή των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Στην εποχή, που η, μέσω αυτών, επικοινωνία συνεπάγεται την ευρύτατη και ταχύτατη δημοσιότητα καθώς και τη μονιμότητα, υπό την έννοια ότι, ακόμη και αν έχει μεσολαβήσει διαγραφή ανάρτησης, σχολίου, φωτογραφίας κ.λπ. ή ακόμη και αν αφορούν σε ιδιωτικό «προφίλ», δεν υπάρχει οποιαδήποτε εγγύηση ότι δεν έχουν ήδη αντιγραφεί, επεξεργαστεί και διαμοιραστεί από εξουσιοδοτημένους ή μη τρίτους, χωρίς τη συναίνεση του χρήστη.
Οι δικαστικοί λειτουργοί, από την ανάληψη των καθηκόντων τους, δεν απεμπολούν, βεβαίως, το δικαίωμα έκφρασης, όπως αυτό κατοχυρώνεται τόσο στα ημεδαπά όσο και στα διεθνή νομοθετικά κείμενα. Είναι αυτονόητο, όμως, ότι, από την είσοδό τους στο δικαστικό σώμα, αναλαμβάνουν τη στοιχειώδη υποχρέωση να λειτουργούν και να εκφράζονται, δημόσια, με αυτοσυγκράτηση. Οφείλουν, δηλαδή, να ασκούν το δικαίωμα έκφρασης με ιδιαίτερη προσοχή, με σύνεση, μετριοπάθεια και διακριτικότητα και με τη συμπεριφορά τους να περιφρουρούν το ηθικό ανάστημα, την αξιοπρέπεια, την ακεραιότητα και την αμεροληψία τους, ώστε να μη προκαλούν δυσμενείς ή ακόμη και αλγεινές εντυπώσεις και να θίγουν το κύρος της Δικαιοσύνης.
Τέλος, εκμεταλλευόμενη το χώρο της εκδήλωσης, δεν μπορώ να μη θίξω το φαινόμενο «της δίκης πριν τη δίκη ή παράλληλα με αυτήν», που παρακολουθούμε καθημερινά στους τηλεοπτικούς μας δέκτες. Και φυσικά δεν αναφέρομαι στο αναφαίρετο δικαίωμα ενημέρωσης των πολιτών εκ μέρους των δημοσιογράφων ή στο δικαίωμα της ελεύθερης έκφρασής τους. Αναφέρομαι σε δημοσιογράφους, σχολιαστές ή και παρουσιαστές εκπομπών, κατά τη διάρκεια των οποίων, «διεξάγονται» τηλεοπτικές δίκες ή ανακριτικές ή και προανακριτικές διαδικασίες σε υποθέσεις, μάλιστα, που εκκρεμούν ενώπιον της δικαιοσύνης ή των αρμόδιων προανακριτικών αρχών, δυστυχώς, με τη συνδρομή νομικών ή άλλων επιστημόνων ή τρίτων, δήθεν ειδημόνων, κάνοντας χρήση ακόμη και αποδεικτικών εγγράφων ή εξετάζοντας «μάρτυρες», συνήθως, τηλεφωνικώς, ακόμη και κατηγορουμένους ή υπόπτους, εκφέροντας αυθαίρετες κρίσεις για πρόσωπα ή επιτρέποντας την εκφορά τους από τρίτους, αλλά των απόψεων για την ουσία των υποθέσεων, για την ενοχή ή αθωότητα προσώπων, καταρρακώνοντας τη μυστικότητα της προδικασίας, το τεκμήριο αθωότητας και τη δικαστική διαδικασία, την οποία, εμμέσως, πλην σαφώς, διώκουν να χειραγωγήσουν. Το φαινόμενο αυτό δεν αντιμετωπίζεται μόνο με τον δημόσιο λόγο των δικαστικών αρχών, αλλά με τη σοβαρή κοινή προσπάθεια των δημοσιογράφων, των δικαστικών λειτουργών και του νομικού κόσμου της χώρας, ώστε να καθοριστούν αυστηρά τα όρια του καθήκοντος-δικαιώματος ενημέρωσης και έκφρασης και οι συνέπειες της υπέρβασής τους.
Καταλήγοντας, θα ήθελα να τονίσω ότι, παρά τη γενικευμένη κρίση των αξιών και τον ξέφρενο λαϊκισμό, η δικαιοσύνη αποτελεί πάντοτε το καταφύγιό μας.
Ιωάννα Κλάπα-Χριστοδουλέα, επίτ. Πρόεδρος του Αρείου Πάγου