Συνταγματικά ζητήματα σχετικά με τις εκλογές στις ΗΠΑ

Στις εκλογές για την ανάδειξη του νέου Προέδρου των ΗΠΑ, που διεξήχθησαν υπό συνθήκες πανδημίας, μόλις το 1/3 ψήφισε σε εκλογικό τμήμα την ημέρα των εκλογών. Η οργάνωση της διαδικασίας ανέδειξε επιμέρους συνταγματικά ζητήματα. Η έως σήμερα αντιμετώπισή τους από τα δικαστήρια έχει διαφυλάξει την ακεραιότητα της διαδικασίας, καθιστώντας αδιέξοδες ορισμένες κραυγές αυταρχισμού.

Στις πρόσφατες γενικές εκλογές που διεξήχθησαν στις ΗΠΑ, ψήφισαν πάνω από 150 εκ. εκλογείς. Από αυτούς πάνω από 65 εκ. ψήφισαν με επιστολική ψήφο, ενώ περί τα 35 εκ. ψήφισαν με αυτοπρόσωπη παρουσία πριν την ημέρα των εκλογών, ποσοστά πρωτοφανή στην εκλογική ιστορία, τα οποία και ανάγονται στην πανδημία. Ο Πρόεδρος Trump αμφισβήτησε εξαρχής την επιστολική ψήφο και άσκησε ή υποστήριξε πληθώρα αγωγών αμφισβητώντας τη διαδικασία και την εξαγωγή των αποτελεσμάτων. Η μεγάλη πλειονότητα των αγωγών δεν είχαν έως τώρα θετική έκβαση, κυρίως διότι δεν προσκομίστηκαν στοιχεία που να αποδεικνύουν νοθεία, αλλά στηρίχθηκαν είτε σε υποθετικές αιτιάσεις, είτε σε φερόμενη παραβίαση οργανωτικής φύσεως κανόνων. Η παρούσα επισκόπηση παραθέτει ορισμένες γενικές πληροφορίες για τη διαδικασία εκλογής Προέδρου και συνοψίζει ορισμένα από τα ζητήματα που ανέκυψαν.

1. Γενικά για την εκλογή Προέδρου στις ΗΠΑ

Ως γνωστόν, η εκλογή του Προέδρου γίνεται με ψηφοφορία μεταξύ εκλεκτόρων που ορίζονται από έκαστη πολιτεία. Ο αριθμός των εκλεκτόρων κάθε πολιτείας είναι ίσος με το άθροισμα του αριθμού των γερουσιαστών και των αντιπροσώπων κάθε Πολιτείας στο ομοσπονδιακό Κογκρέσο. Οι γερουσιαστές κάθε πολιτείας είναι δύο, ενώ ο αριθμός των αντιπροσώπων προκύπτει με βάση τον πληθυσμό. Έτσι, π.χ. η Καλιφόρνια έχει 55 εκλέκτορες (2 + 53), ενώ το Αρκάνσας 6 (2+4). Αυτή η διαρρύθμιση ανάγεται στον ομοσπονδιακό χαρακτήρα των ΗΠΑ και ήταν συνειδητό αποτέλεσμα συμβιβασμών μεταξύ των μεγάλων και των μικρών πολιτειών.

Ως προς την επιλογή των εκλεκτόρων, κρίσιμες είναι δύο διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 1 του ομοσπονδιακού συντάγματος. Κατά την πρώτη, κάθε πολιτεία διορίζει, κατά τον τρόπο που το νομοθετικό όργανο της καθορίζει, αριθμό εκλεκτόρων ίσο με το συνολικό αριθμό γερουσιαστών και αντιπροσώπων που δικαιούται στο Κογκρέσο. Κατά τη δεύτερη, το Κογκρέσο ορίζει το χρόνο επιλογής των εκλεκτόρων και την ημέρα που αυτοί δίδουν την ψήφο τους.

Από την πρώτη διάταξη προκύπτει ότι οι κανόνες επιλογής των εκλεκτόρων τίθενται από τα νομοθετικά σώματα των πολιτειών, όχι όμως ότι και η επιλογή γίνεται από αυτά τα ίδια. Ως τρόπο επιλογής όλες οι πολιτείες καθιερώνουν τις γενικές εκλογές. Ως εκλογικό σύστημα, έχουν καθορίσει το πλειοψηφικό σύστημα με ευρεία περιφέρεια, δηλαδή ο νικητής λαμβάνει το σύνολο των εκλεκτόρων της πολιτείας. Έτσι, η Καλιφόρνια θα ορίσει 55 εκλέκτορες υπέρ του Biden και το Αρκάνσας 6 υπέρ του Trump. Δύο πολιτείες έχουν καθορίσει πλειοψηφικό σύστημα ανά εκλέκτορα, δηλαδή διακριτά επιλέγεται έκαστος εκλέκτορας. Ειδικότερα, (α) οι εκλέκτορες που αντιστοιχούν στη συμμετοχή στη γερουσία επιλέγονται με βάση τα αποτελέσματα σε όλη την πολιτεία και β) έκαστος εκλέκτορας από όσους αντιστοιχούν στη συμμετοχή στη Βουλή των Αντιπροσώπων επιλέγεται με βάση το αποτέλεσμα στην οικεία εκλογική περιφέρεια της πολιτείας. Συνδυαστικό αποτέλεσμα των συνταγματικών διατάξεων για τη συγκρότηση του εκλεκτορικού σώματος και των νομοθετικών διατάξεων για το εκλογικό σύστημα είναι το ενδεχόμενο η πλειοψηφία των εκλεκτόρων να μην ανταποκρίνεται στην πλειοψηφία των ψηφισάντων σε εθνικό επίπεδο. Έτσι και ο Trump και ο Bush ο νεώτερος είχαν εκλεγεί παρά το ότι είχαν λάβει λιγότερες ψήφους σε εθνικό επίπεδο. Αυτή η εξέλιξη θα μπορούσε να αποτραπεί σε σημαντικό βαθμό αν οι πολιτείες επέλεγαν αναλογικό σύστημα εκπροσώπησης. Κάτι τέτοιο όμως δεν έχουν κίνητρο να θεσπίσουν ούτε οι μικρές πολιτείες και δη αυτές στις οποίες η έκβαση είναι συνήθως αμφίρροπη, ούτε εκείνες στις οποίες η έκβαση είναι δεδομένη. Διότι σε αντίθετη περίπτωση, οι μεν πρώτες δε θα συγκέντρωναν το ενδιαφέρον των υποψηφίων, ενώ οι δεύτερες δε θα είχαν κίνητρο να διευκολύνουν μονομερώς υποψηφίους με μειοψηφική ισχύ στην πολιτεία (δηλ, ούτε η Καλιφόρνια από μόνη της θα αποφάσιζε να δίδονται εκλέκτορες στους υποψηφίους των Ρεπουμπλικάνων ούτε το Αρκάνσας των Δημοκρατικών αντίστοιχα). Το αποτέλεσμα μπορεί να ειδωθεί ως ένα Nash equilibrium στο οποίο το συμφέρον έκαστου παράγοντα υπηρετείται με στρατηγικές που αθροιστικά βλάπτουν το συμφέρον όλων.

2. Ορισμένα ζητήματα που ανέκυψαν

Τα περισσότερα από τα νομικά ζητήματα που ανέκυψαν σχετίζονται με την ανάγκη να υπάρξει προσαρμογή στην εκλογική νομοθεσία ώστε να διευκολυνθεί η συμμετοχή με επιστολική ψήφο, που αναμενόταν να λάβει πρωτοφανείς διαστάσεις, σε συνθήκες πανδημίας. Σε γενικές γραμμές, οι πολιτείες προέβησαν σε προσαρμογές με τροποποίηση της εκλογικής τους νομοθεσίας. Καταρχάς, δέχθηκαν (και όπου αυτό δεν είχε ήδη θεσπισθεί) ότι οι εκλογείς μπορούν να ψηφίζουν με επιστολική ψήφο δίχως να χρειάζεται να επικαλεστούν ότι βρίσκονται εκτός της εκλογικής περιφέρειας (άρα η mail in ballot δεν χρειάζεται να είναι absentee ballot). Παράλληλα όμως, ανέκυψε η ανάγκη για επιμέρους διαρρυθμίσεις οι οποίες, σε ορισμένες περιπτώσεις, ιδίως σε πολιτείες που τα νομοθετικά σώματα ελέγχονταν από ρεπουμπλικάνους, δεν έγιναν με νόμο, αλλά είτε με αποφάσεις της εκτελεστικής εξουσίας, δίχως ευκρινή νομοθετική εξουσιοδότηση, είτε με αποφάσεις των πολιτειακών δικαστηρίων βάσει του πολιτειακού συντάγματος, σε ορισμένες μάλιστα περιπτώσεις και με αποφάσεις των ομοσπονδιακών δικαστηρίων βάσει του ομοσπονδιακού συντάγματος.

Είναι προφανές ότι οι περισσότερες από τις προσαρμογές αποσκοπούσαν στην ευχερέστερη άσκηση του δικαιώματος ψήφου. Ωστόσο, αμφισβητήθηκαν από τον Πρόεδρο Trump, κάποιες ενδεχομένως δικαίως (π.χ. ως προς την ταυτοπροσωπία του εκλογέα) και ορισμένες ανατράπηκαν εγκαίρως με άλλες δικαστικές αποφάσεις. Για παράδειγμα, ομοσπονδιακό πρωτοδικείο είχε αναστείλει με προσωρινή διαταγή την εφαρμογή διατάξεως της εκλογικής νομοθεσίας της Νότιας Καρολίνα που απαιτούσε συνυπογραφή μάρτυρα στο φάκελο της επιστολικής ψήφου (λόγω του κινδύνου για την υγεία εκλογέα και μάρτυρα). Το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ ανέστειλε την εκτέλεση της διαταγής (προφανώς θεωρώντας ότι δεν επιτρέπεται ομοσπονδιακά δικαστήρια να παρεμβαίνουν δίχως αποχρώντα λόγο και μάλιστα σε χρόνο πλησίον των εκλογών). Με την απόφαση δεν θίχτηκαν οι ψήφοι που ήδη είχαν παραληφθεί ή επίκειτο η παραλαβή τους.

Ωστόσο, η αμφισβήτηση από τους ρεπουμπλικάνους ήταν ριζική διότι στηριζόταν όχι μόνο σε επιμέρους ενστάσεις, αλλά στη θέση ότι καμία προσαρμογή λόγω της πανδημίας δεν μπορεί να γίνει από όργανο άλλο πλην των πολιτειακών νομοθετικών σωμάτων ή πολιτειακών οργάνων που έχουν εξουσιοδοτηθεί και με καλή πίστη ερμηνεύουν τη βούληση των νομοθετικών σωμάτων. Όπως προαναφέρθηκε, το ομοσπονδιακό σύνταγμα αναθέτει τη σχετική αρμοδιότητα στα νομοθετικά σώματα των πολιτειών («in such Manner as the Legislature thereof may direct»). Το ζήτημα που ανακύπτει είναι ποιό είναι το νόημα της εξουσιοδότησης και, δεύτερον, ποιά η εξουσία  ελέγχου των ομοσπονδιακών δικαστηρίων. Κατά μία άποψη, η οποία έχει έρεισμα σε δικαστικό προηγούμενο του 19ου αιώνα, το νόημα είναι ότι το ομοσπονδιακό σύνταγμα επιτάσσει η εκλογική νομοθεσία να ρυθμίζεται αποκλειστικά με αποφάσεις των πολιτειακών κοινοβουλίων ή έστω με πολιτειακούς νόμους, όχι όμως με πράξεις άλλων οργάνων, αποκλειομένου ακόμη και του πολιτειακού συντάγματος. Ωστόσο, η άποψη αυτή, αν και έχει έρεισμα στη γραμματική διατύπωση, παραγνωρίζει ότι τα νομοθετικά όργανα ενεργούν στο πλαίσιο της οικείας πολιτειακής έννομης τάξης και υπόκεινται σε δικαστικό έλεγχο και, σε κάθε περίπτωση, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι το ομοσπονδιακό σύνταγμα επιδιώκει τέτοια δραστική επέμβαση στην εσωτερική οργάνωση των πολιτειακών έννομων τάξεων. Υπό τη δεύτερη, κατά την άποψή μας ορθότερη, εκδοχή, το ομοσπονδιακό σύνταγμα παραπέμπει στη δικαιοπαραγωγική διαδικασία των πολιτειών, όποια τυχόν είναι, περιλαμβάνει επομένως το πολιτειακό σύνταγμα, όπως αυτό ερμηνεύεται από τα πολιτειακά δικαστήρια. Τέλος, ακόμη κι αν γίνει δεκτή η πρώτη εκδοχή, εμπλοκή των ομοσπονδιακών δικαστηρίων δεν θα ήταν επιτρεπτή αν τα πολιτειακά δικαστήρια θεμελίωναν την κρίση τους σε ερμηνεία πολιτειακού νόμου, με την επιφύλαξη ενδεχομένως όλως ακραίων περιπτώσεων.

Το ζήτημα παραμένει ακόμη ανοιχτό σε μία υπόθεση που θα μπορούσε να είχε αποβεί μοιραία για την έκβαση των εκλογών. Ειδικότερα, στην εκλογική νομοθεσία της Πεννσυλβάνια ορίζεται ότι η επιστολική ψήφος πρέπει να έχει παραληφθεί έως το βράδυ των εκλογών. Ωστόσο, με βάση την πρακτική των αμερικανικών ταχυδρομείων, για να είναι εξασφαλισμένη η εμπρόθεσμη παραλαβή θα έπρεπε ο ψηφοφόρος να έχει ταχυδρομήσει την ψήφο το αργότερο στις 27 Οκτωβρίου, ενώ έως και εκείνη την ημέρα μπορούσαν οι εκλογείς να αιτηθούν την έκδοση επιστολικής ψήφου. Το ανώτατο δικαστήριο της πολιτείας, προς προστασία του εκλογικού δικαιώματος όπως κατοχυρώνεται από το πολιτειακό σύνταγμα, διέταξε στις 17 Σεπτεμβρίου την πολιτεία να παραλαμβάνει ψήφους έως και τρεις ημέρες μετά τις εκλογές (δηλαδή έως τις 6 Νοεμβρίου), εφόσον αυτές έχουν ταχυδρομηθεί έως την ημέρα των εκλογών. Εάν δεν υπάρχει σήμανση, τεκμαίρεται η εμπρόθεσμη ταχυδρόμηση. Σε σχέση με αυτή την απόφαση, ασκήθηκε αγωγή στα ομοσπονδιακά δικαστήρια για παραβίαση του ομοσπονδιακού συντάγματος με αιτιάσεις αφενός την παραβίαση των διατάξεων που καθορίζουν ως αρμόδιο μόνο το νομοθετικό όργανο της πολιτείας, αφετέρου διακριτική μεταχείριση υπέρ όσων ψηφίζουν με επιστολική ψήφο. Το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ αρνήθηκε με ψήφους 4-4 να αναστείλει την εκτέλεση της αποφάσεως όσο εκκρεμούσε η δικαστική προσβολή στα ομοσπονδιακά δικαστήρια, ενώ με νεώτερη διάταξη ανώτατου δικαστή διέταξε το διαχωρισμό των ψήφων που θα ληφθούν μετά την ημέρα των εκλογών (ώστε να μην καταστεί η δικαστική προσβολή αλυσιτελής).

Αυτή η εξέλιξη προκάλεσε βαθιά ανησυχία για την περίπτωση που η έκβαση των εκλογών ήθελε εξαρτηθεί από καθυστερημένες ψήφους στην Πεννσυλβάνια. Και αυτό διότι σε τυχόν εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης στο Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ θα μετείχε και η νέα δικαστής Barrett, που διόρισε λίγες ημέρες πριν τις εκλογές ο Πρόεδρος. Εν τω μεταξύ, το ομοσπονδιακό πρωτοδικείο απέρριψε την προσβολή ως αβάσιμη, ειδικά δε για το τεκμήριο εμπρόθεσμης ταχυδρόμησης έκρινε ότι αν και πιθανολογείται παραβίαση του συντάγματος, ωστόσο δεν είναι επιτρεπτό λίγες ημέρες πριν τις εκλογές να μεταβάλει τους κανόνες στην εξελισσόμενη εκλογική διαδικασία. Η υπόθεση συζητήθηκε στο ομοσπονδιακό Εφετείο μετά τις εκλογές, οπότε γνωρίζαμε ότι οι ψήφοι που ελήφθησαν κατά το τριήμερο παρατεταμένης παραλαβής ήταν μόλις 9.383, πολύ δηλαδή λιγότερες από τη διαφορά υπέρ του Biden (οποία ανέρχεται κατά το χρόνο που γράφεται το παρόν σε περίπου 73.000). Το ομοσπονδιακό Εφετείο στις 13 Νοεμβρίου απέρριψε την έφεση (η οποία, καθώς είχε ολοκληρωθεί η παραλαβή, σκοπούσε πλέον στην μη καταμέτρηση των ψήφων) θεωρώντας ότι ελλείπει και πάντως έχει εκλείψει το έννομο συμφέρον στην αμφισβήτησή της διαδικασίας, καθώς οι πολίτες είχαν με καλή πίστη εφαρμόσει έναν εκ πρώτης όψεως νόμιμο εκλογικό κανόνα και σύμφωνα με τις οδηγίες των επιφορτισμένων οργάνων της διαδικασίας. Ειδικά ως προς το τεκμήριο εμπρόθεσμης ταχυδρόμησης, το δικαστήριο δέχθηκε ότι η προβαλλόμενη βλάβη ήταν όλως υποθετική ενόψει του αριθμού των ψήφων (παραλήφθηκαν στο διάστημα των 3 ημερών 9383 ψήφοι εκ των οποίων μόλις λίγες παραπάνω από 655 δεν έφεραν καθαρή ημερομηνία) δίχως να έχουν προβληθεί από τους ενάγοντες στοιχεία για εξαπάτηση και νοθεία. Η υπόθεση θεωρητικώς είναι εκκρεμής ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αλλά λόγω της διαφοράς των ψήφων δεν έχει πρακτική σημασία.

Παραπλεύρως προς αυτή την υπόθεση, διαφορά ανέκυψε και ως προς πράξη της Υπουργού Εσωτερικών της Πεννσυλβάνια με την οποία παρατάθηκε κατά τρεις ημέρες η προθεσμία απόδειξης ταυτοπροσωπίας σε περίπτωση σχετικού ελαττώματος στην επιστολική ψήφο (από τις 9 στις 12 Νοεμβρίου). Η απόφαση παρακολουθούσε την παράταση στην παραλαβή (από τις 3 στις 6 Νοεμβρίου). Ωστόσο, επειδή δόθηκε από την Υπουργό και όχι με μεταρρύθμιση της δικαστικής απόφασης περί παρατάσεως της παραλαβής, πρωτοβάθμιο πολιτειακό δικαστήριο την έκρινε παράνομη και διέταξε το διαχωρισμό και τελικά την μη καταμέτρηση των ψήφων για τις οποίες τα σχετικά αποδεικτικά στοιχεία προσκομίσθηκαν στο αμφισβητούμενο τριήμερο. Η απόφαση αναμένεται ότι θα προσβληθεί στο ανώτατο δικαστήριο της πολιτείας, δεν είναι όμως σε θέση να επηρεάσει τα αποτελέσματα των εκλογών στην πολιτεία καθώς αφορά σε λίγες ψήφους που φέρεται ότι δεν έχουν καν καταμετρηθεί ακόμη.

3. Η προσπάθεια γενικότερης αμφισβήτησης των εκλογών

Πέραν της προβολής επιμέρους νομικών ισχυρισμών για τη διαδικασία ψηφοφορίας με επιστολική ψήφο, έχουν διατυπωθεί αόριστες καταγγελίες για συστημική νοθεία δίχως ωστόσο επίκληση στοιχείων τα οποία να την υποστηρίζουν. Αυτή η φιλολογία έχει επιπτώσεις στην ποιότητα της δημόσιας κουλτούρας στις ΗΠΑ, εκθέτει όσους τη συντηρούν αλλά, συνδυαζόμενη με την άρνηση του Προέδρου να αποδεχθεί ήττα στις εκλογές, αποκτά θεσμική διάσταση. Μία απευκταία θεσμική περιπλοκή θα προέκυπτε στην περίπτωση που για κάποιο λόγο ανέκυπτε πολιτειακή σύγκρουση σχετικά με τον ορισμό των εκλεκτόρων. Κάτι τέτοιο είναι μάλλον απίθανο, αξίζει όμως να εκτεθούν οι νομικές πτυχές.

Όπως προαναφέρθηκε, το Κογκρέσο έχει τη συνταγματική αρμοδιότητα καθορισμού του «χρόνου» επιλογής των εκλεκτόρων, αυτός δε για φέτος ήταν η 3η Νοεμβρίου, ημέρα διεξαγωγής των εκλογών. Όσα έπονται αφορούν στην εξαγωγή και πιστοποίηση του αποτελέσματος. Ομοίως το Κογκρέσο ορίζει το χρόνο που ψηφίζει το εκλεκτορικό σώμα (για φέτος 14 Δεκεμβρίου 2020). Επομένως, έως τότε πρέπει να έχει ολοκληρωθεί η πιστοποίηση των εκλεκτόρων. Σύμφωνα με την ομοσπονδιακή νομοθεσία, η σχετική αρμοδιότητα ανήκει στην εκτελεστική εξουσία των πολιτειών, η οποία, ενεργώντας σύμφωνα με τους νόμους της πολιτείας, οφείλει να βεβαιώσει την επιλογή των εκλεκτόρων (3 U.S. Code § 6). Το ζήτημα καθίσταται κρίσιμο διότι σε πολλές πολιτείες, περιλαμβανομένης της Πεννσυλβάνια, τα νομοθετικά σώματα ελέγχονται από ρεπουμπλικάνους, ενώ ο Κυβερνήτης και η Υπουργός Εσωτερικών προέρχονται από τους δημοκρατικούς. Τίθεται λοιπόν το ερώτημα, θα μπορούσε η Βουλή (Legislature) να αμφισβητήσει την πιστοποίηση και να ορίσει η ίδια τους εκλέκτορες; Υπενθυμίζουμε ότι τα νομοθετικά σώματα έχουν την εξουσία καθορισμού του «τρόπου» επιλογής των εκλεκτόρων. Ωστόσο, ο καθορισμός αυτός έχει γίνει (εκλογές) και η επιλογή φέρεται ότι έχει επέλθει με τη διεξαγωγή των εκλογών, το μόνο δε που απομένει είναι η πιστοποίηση των αποτελεσμάτων τους. Επομένως, η μόνη περίπτωση για την ενεργοποίηση των νομοθετικών σωμάτων θα ήταν αν οι εκλογές αποτύγχαναν να δώσουν αποτελέσματα (π.χ. αν είχε λάβει χώρα μαζική νοθεία).

Στη δημόσια συζήτηση, διατυπώθηκε ανησυχία μήπως τέτοιος ισχυρισμός μπορούσε να «χτισθεί» εάν εκδίδονταν δικαστικές αποφάσεις με τις οποίες θα αναστελλόταν η καταμέτρηση ή η πιστοποίηση των αποτελεσμάτων έως το Δεκέμβριο, ώστε το σύστημα να οδηγείτο σε αδιέξοδο. Έως τώρα, τέτοια αιτήματα (με κάθε λογής δικαιολογία ως βάση) έχουν απορριφθεί από τα δικαστήρια. Με αυτό το δεδομένο, αυτεπάγγελτη αμφισβήτηση των αποτελεσμάτων από τα Κοινοβούλια, εφόσον αυτά πιστοποιηθούν από την εκτελεστική εξουσία και δεν κλονισθούν με αποφάσεις δικαστηρίων, θα συνεπαγόταν πολιτειακή κρίση και θα δημιουργούσε ρωγμή στην ίδια τη δημοκρατία στις ΗΠΑ. Μάλιστα, η αμφισβήτηση αναγκαία θα επεκτεινόταν και στα υπόλοιπα αποτελέσματα των εκλογών, καθώς στις ίδιες εκλογές, με τα ίδια ψηφοδέλτια, οι εκλογείς ψήφισαν για τους αντιπροσώπους τους στο Κογκρέσο και τους γερουσιαστές, όπου οι ρεπουμπλικάνοι διατήρησαν τις δυνάμεις τους, με ελαφρά μάλιστα κέρδη σε ορισμένες περιπτώσεις.

Μία τέτοια εξέλιξη πρέπει να αποκλεισθεί. Δεν θα ήταν εξάλλου λυσιτελής για τον ακόλουθο λόγο: Οι ψήφοι των εκλεκτόρων αναγιγνώσκονται σε κοινή συνεδρίαση των δύο Σωμάτων του Κογκρέσου στις 6 Ιανουαρίου. Σε περίπτωση ενστάσεων ως προς τη νομιμοποίηση των εκλεκτόρων (και εν προκειμένω εάν έχουν εκδοθεί διαφορετικά νομιμοποιητικά έγγραφα από αρχές της πολιτείας) αποφασίζουν τα δύο Σώματα του Κογκρέσου με ξεχωριστές ψηφοφορίες. Σε περίπτωση που διαφωνήσουν, τότε θα ληφθούν υπόψη οι ψήφοι των εκλεκτόρων που έχουν βεβαιωθεί από την εκτελεστική εξουσία της πολιτείας και φέρουν τη σφραγίδα αυτής (3 U.S. Code § 15). Φορέας της μεγάλης σφραγίδας της Πεννσυλβανίας είναι η Υπουργός Εσωτερικών αυτής.

Εν κατακλείδι, παρά την πρωτοφανή πόλωση και παρά επιμέρους εκατέρωθεν επιφυλάξεις, το δικαστικό σύστημα έχει διαφυλάξει την αξιοπιστία της εκλογικής διαδικασίας, καθιστώντας, σε συνδυασμό με το εκτεταμένο σύστημα θεσμικών αντιβάρων, αδιέξοδες ορισμένες κραυγές αυταρχισμού.

Νίκος Παπασπύρου
Επίκουρος Καθηγητής Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ, Δ.Ν. Παν. Harvard

Share on facebook
Share on twitter
Share on email
Share on print
Share on facebook
Share on twitter
Share on email
Share on print

Σου άρεσε το άρθρο, αλλά σου δημιούργησε νέες απορίες;

Έχεις και άλλα ερωτήματα που σε απασχολούν σε σχέση με το Σύνταγμα, τους Θεσμούς, τα δικαιώματα και τη λειτουργία της Δημοκρατίας;

Σχετικά Άρθρα

Αμερικανικές εκλογές 2020: Κανένα σύστημα δεν διασφαλίζει από μόνο του ισορροπίες και ομαλότητα

Σήμερα η αμερικανική κοινωνία είναι πολύ πιο πολωμένη και ο Τραμπ δεν έχει καμία σχέση με τον Μπους ως προς το πολιτικό του ύφος και ήθος. Τα πράγματα θα κυλήσουν ομαλά μόνο εάν νικήσει ο Τραμπ ή εάν νικήσει με μεγάλη διαφορά ο Μπάιντεν. Σε περίπτωση που ο δημοκρατικός υποψήφιος νικήσει με οριακή διαφορά, ο Τραμπ δεν θα παραδώσει εύκολα τα όπλα.

Περισσότερα

Απειλείται η δημοκρατία των ΗΠΑ;

Το κοινωνικό και πολιτικό υπόβαθρό πάνω στο οποίο αναπτύχθηκε το φαινόμενο Τραμπ προϋπήρχε. Το πολιτικό σύστημα των ΗΠΑ βασίζεται σε ένα απαρχαιωμένο, δυσλειτουργικό Σύνταγμα, καθώς και σε ένα εκλογικό σύστημα που επίσης δέχεται σοβαρές επικρίσεις. Η προεδρία Τραμπ έχει απροκάλυπτα δοκιμάσει τις αντοχές του αμερικανικού πολιτικού συστήματος.

Περισσότερα

Η δικαστική αμφισβήτηση των προεδρικών εκλογών στις ΗΠΑ

Η προσπάθεια του Προέδρου Trump να διακρίνει μεταξύ «νόμιμων» και «μη νόμιμων» ψήφων, συγκαταλέγοντας στις τελευταίες και την επιστολική ψήφο που ταχυδρομήθηκε πριν από τις εκλογές αλλά παρελήφθη στα εκλογικά κέντρα λίγες μέρες μετά από αυτές, προβάλλει στις συνθήκες της πανδημίας του κορωνοϊού τελείως προσχηματική και αντίθετη στις αρχές της Αμερικανικής Δημοκρατίας.

Περισσότερα