Σύμφωνα με τη θεωρία του συνταγματισμού, η άσκηση της κρατικής εξουσίας υπόκειται σε νομικά δεσμευτικούς περιορισμούς, οι οποίοι αποσκοπούν στη διασφάλιση της νομιμοποίησής της και της συμβατότητάς της με τις θεμελιώδεις αρχές του κράτους δικαίου.[1] Υπό τη στενή, ιστορική έννοια, ο συνταγματισμός συνδέεται με την ανάδυση των τυπικών Συνταγμάτων από τα τέλη του 18ου αιώνα ως θεμελίου της πολιτικής οργάνωσης. Υπό την ευρύτερη έννοια, συνιστά διαχρονική κανονιστική αρχή που επιδιώκει τη θέσπιση νομικών ορίων στην άσκηση εξουσίας, ανεξαρτήτως του φορέα που την ασκεί.[2]
Στο πλαίσιο αυτό, ο συνταγματισμός δεν περιορίζεται αποκλειστικά στη μορφή του γραπτού Συντάγματος, αλλά λειτουργεί ως δυναμική αρχή οργάνωσης της πολιτικής κοινότητας. Η άσκηση τόσο της δημόσιας όσο και της ιδιωτικής εξουσίας οφείλει να διέπεται από θεμελιώδεις κανόνες δικαιώματα και διαδικαστικές εγγυήσεις. Η αρχή αυτή, η οποία αποτελεί τον πυρήνα του φιλελεύθερου και δημοκρατικού κράτους δικαίου, εξελίσσεται σε συνάρτηση με τις κοινωνικές, οικονομικές και τεχνολογικές συνθήκες εντός των οποίων ασκείται η εξουσία.
Τα τελευταία χρόνια, η τεχνολογική εξέλιξη επιταχύνθηκε με ρυθμούς που υπερβαίνουν τα παραδοσιακά σχήματα ρύθμισης και ελέγχου της εξουσίας. Η τεχνητή νοημοσύνη, η μαζική επεξεργασία δεδομένων και η κυριαρχία των ιδιωτικών τεχνολογικών εταιριών οι οποίες λειτουργούν ως de facto ρυθμιστές της δημόσιας σφαίρας, δεν συνιστούν απλώς τεχνολογικές καινοτομίες, αλλά μεταβάλλουν ουσιωδώς τους όρους άσκησης της δημόσιας και ιδιωτικής εξουσίας. Το ζητούμενο της κανονιστικής επάρκειας επανέρχεται έτσι με νέα ένταση, ιδίως στο επίπεδο της Ευρωπαϊκή Ένωσης, η οποία καλείται να απαντήσει στις προκλήσεις αυτές σε ένα περιβάλλον αυξανόμενης γεωπολιτικής αστάθειας.
Κατά τα τελευταία έτη, η επιτάχυνση της τεχνολογικής ανάπτυξης έχει δημιουργήσει νέες μορφές άσκησης εξουσίας που δεν εντάσσονται πλήρως στα παραδοσιακά κανονιστικά και θεσμικά σχήματα. Η ευρεία χρήση συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης, η μαζική επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και η συγκέντρωση σημαντικής οικονομικής και κοινωνικής ισχύος σε ιδιωτικούς τεχνολογικούς φορείς έχουν επηρεάσει ουσιωδώς τον τρόπο λειτουργίας της δημόσιας σφαίρας. Οι εξελίξεις αυτές εγείρουν ζητήματα κανονιστικής επάρκειας, διαφάνειας και λογοδοσίας, τα οποία αποκτούν ιδιαίτερη σημασία σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Υπό τις συνθήκες αυτές, αναπτύσσεται η έννοια του ψηφιακού συνταγματισμού, η οποία αναφέρεται στην εφαρμογή των θεμελιωδών αρχών του συνταγματισμού στον ψηφιακό χώρο. [3] Ο ψηφιακός συνταγματισμός δεν συνεπάγεται τη θέσπιση ενός νέου, αυτοτελούς «ψηφιακού Συντάγματος» , αλλά συνιστά κανονιστική και ερμηνευτική προσέγγιση σύμφωνα με την οποία οι αρχές του κράτους δικαίου, της δημοκρατίας, της αναλογικότητας και της προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων εφαρμόζονται και στις ψηφιακές μορφές άσκησης εξουσίας, ανεξαρτήτως αν αυτή ασκείται από κρατικούς ή ιδιωτικούς φορείς. [4]
Η Ευρωπαϊκή Ένωση αποτελεί κατεξοχήν παράδειγμα ανάπτυξης μιας τέτοιας προσέγγισης. Στα αρχικά στάδια, η ενωσιακή ρύθμιση του ψηφιακού χώρου επηρεάστηκε από μια νεοφιλελεύθερη αντίληψη, η οποία αντιμετώπιζε τους διαδικτυακούς διαμεσολαβητές ως ουδέτερους παρόχους υπηρεσιών και τη ρύθμιση των δεδομένων πρωτίστως ως εργαλείο διευκόλυνσης της εσωτερικής αγοράς.[5] Η ενσωμάτωση, ωστόσο, του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων στο πρωτογενές δίκαιο της Ένωσης με τη Συνθήκη της Λισαβόνας ενίσχυσε τη θεσμική προστασία των ψηφιακών δικαιωμάτων, ιδίως της ιδιωτικής ζωής και της προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, συμβάλλοντας στη διαμόρφωση της θεωρίας του «ευρωπαϊκού ψηφιακού συνταγματισμού».[6]
Στο πλαίσιο αυτό, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ανέδειξε τα θεμελιώδη δικαιώματα σε κεντρικό κριτήριο ελέγχου της ψηφιακής ρύθμισης, λειτουργώντας οιονεί συνταγματικά, όπως ιδίως στις υποθέσεις Digital Rights Ireland ( C-293/12 και C-594/12) και Schrems I, (C-362/14), αλλά και στην υπόθεση Google Spain (C-131/12), οι οποίες ανέδειξαν την ισχύ των θεμελιωδών δικαιωμάτων στην ψηφιακή εποχή και έθεσαν τις βάσεις για την δεύτερη φάση του ευρωπαϊκού ψηφιακού συνταγματισμού – αυτή της ανάδυσης του ενωσιακού ψηφιακού κεκτημένου (digital acquis).
To εν λόγω κεκτημένο, όπως διαμορφώνεται ιδίως μέσω του Γενικού Κανονισμού για την Προστασία Δεδομένων (GDPR), του Κανονισμού για τη Διακυβέρνηση Δεδομένων (DGA), του Κανονισμού για τις Ψηφιακές Αγορές (DMA), του Κανονισμού για τις Ψηφιακές Υπηρεσίες (DSA) και, προσφάτως, του Κανονισμού για την Τεχνητή Νοημοσύνη (AI Act), μπορεί να ιδωθεί ως έκφραση ενός λειτουργικού ψηφιακού συνταγματισμού στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ο οποίος επιχειρεί να ενσωματώσει θεμελιώδεις εγγυήσεις δικαιωμάτων, αρχές διαφάνειας, λογοδοσίας και αναλογικότητας στο νέο ψηφιακό περιβάλλον.
Στη σχετική βιβλιογραφία, το ενωσιακό αυτό κανονιστικό πλαίσιο έχει περιγραφεί ως «Ψηφιακό Σύνταγμα της Ευρώπης».[7] Ο όρος δεν παραπέμπει σε ένα ενιαίο συνταγματικό κείμενο, αλλά σε ένα σύνολο κανόνων που επιτελούν συνταγματική λειτουργία, παρέχοντας ένα κανονιστικό θεμέλιο για την ψηφιακή οικονομία και κοινωνία . Κατά τη σχετική ανάλυση, το ευρωπαϊκό ψηφιακό σύνταγμα εδράζεται σε τέσσερις πυλώνες: την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων, τη διαφύλαξη της δημοκρατίας, την προώθηση της δικαιοσύνης και της αναδιανομής στην ψηφιακή οικονομία και την ολοκλήρωση της ψηφιακής ενιαίας αγοράς.
Η ευρωπαϊκή αυτή προσέγγιση διαφοροποιείται σαφώς από το αμερικανικό τεχνο-φιλελεύθερο υπόδειγμα, το οποίο προτάσσει την αυτορρύθμιση της αγοράς και τη σχεδόν απόλυτη προστασία της ελευθερίας του λόγου. Η Ευρωπαϊκή Ένωση, αντιθέτως, επιδιώκει τη στάθμιση μεταξύ αντικρουόμενων δικαιωμάτων και αναγνωρίζει ότι η ανεξέλεγκτη ψηφιακή ισχύς μπορεί να υπονομεύσει τόσο τον δημόσιο διάλογο όσο και τη δημοκρατική διαδικασία.
Αναμφίβολα, το ευρωπαϊκό ψηφιακό συνταγματικό εγχείρημα δεν στερείται αδυναμιών. Η αποτελεσματική επιβολή των κανόνων παραμένει κρίσιμο ζήτημα, ενώ η εξωεδαφική επίδραση των ενωσιακών ρυθμίσεων, στο πλαίσιο του λεγόμενου Brussels Effect, θέτει ερωτήματα σχετικά με τη δημοκρατική λογοδοσία και τη νομιμοποίηση κανονιστικών επιλογών που επηρεάζουν χρήστες και δημόσιους χώρους εκτός της Ένωσης.[8] Παρά ταύτα, σε ένα περιβάλλον όπου η ψηφιακή εξουσία ασκείται συχνά χωρίς επαρκή έλεγχο, το ευρωπαϊκό παράδειγμα καταδεικνύει ότι ο συνταγματισμός μπορεί να προσαρμοστεί δημιουργικά στις προκλήσεις της ψηφιακής εποχής και των γεωπολιτικών συγκρούσεων.
Ο ψηφιακός συνταγματισμός της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν αποτελεί απλώς ρυθμιστική επιλογή, αλλά βαθύτερη συνταγματική στάση: την επιμονή ότι η τεχνολογική πρόοδος οφείλει να συμβαδίζει με το κράτος δικαίου, τη δημοκρατία και την προστασία της ανθρώπινης αξίας.
Παρασκευή Παππά, Λέκτορας Ευρωπαϊκού Οικονομικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων
[1] Wil Waluchow Constitutionalism. σε: Zalta EN (επιμ.) The Stanford Encyclopedia of philosophy. ( Spring 2014 edn) Διαθέσιμο στο: http://plato.stanford.edu/archives/spr2014/entries/constitutionalism/
[2] Kωνσταντίνος Χρυσόγονος, Πολιτειολογία, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, Σάκκουλας,2η εκδ.,2020, σ.102
[3] Edoardo Celeste,. Digital constitutionalism: a new systematic theorisation. (2019) International Review of Law, Computers & Technology, 33(1), 76–99. https://doi.org/10.1080/13600869.2019.1562604
[4] Lex Gill, Dennis Redeker and Urs Gasser Towards Digital Constitutionalism? Mapping Attempts to Craft an Internet Bill of Rights. Berkman Klein Center for Internet & Society Research Publication 2015-15. Διαθέσιμο σε http://nrs.harvard.edu/urn-3:HUL.InstRepos:28552582
[5] Βλ. Οδηγία 2000/31/EK του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του ςΣυνουλίου της 8ης Ιουνίου 2000 για το ηλεκτρονικό εμπόριο [2000] OJ L178/1 και Οδηγία 95/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 25ης Οκτωβρίου 1995 για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα [1995]. OJ L281/31.
[6] Giovanni De Gregorio Digital Constitutionalism: An Introduction. In: Digital Constitutionalism in Europe: Reframing Rights and Powers in the Algorithmic Society. Cambridge Studies in European Law and Policy. Cambridge University Press; 2022:1-37.
[7] Αnu Bradford, Europe’s Digital Constitution (2023), 64 Va. J. Int’l L. 1 . Διαθέσιμο σε: https://scholarship.law.columbia.edu/faculty_scholarship/4
[8] Bradford, A., The Brussels Effect: How the European Union Rules the World (New York, Oxford University Press 2021) .
Η Μ. Παππά γράφει για τη συνταγματική πρόκληση της ψηφιακής εποχής, αναλύοντας πώς η Ευρωπαϊκή Ένωση επιχειρεί να θέσει όρια στην τεχνολογική και ιδιωτική ψηφιακή ισχύ, μέσω ενός κανονιστικού πλαισίου που λειτουργεί οιονεί συνταγματικά.