Η λαϊκή νομοθετική πρωτοβουλία (άρθρο 73 παρ. 6 του Συντάγματος) και ο φόβος ενώπιον της δημοκρατίας

Ο Δημήτρης Καλτσώνης γράφει για τον νέο θεσμό της λαϊκής νομοθετικής πρωτοβουλίας, αλλά και τα προβλήματα που ανακύπτουν κατά την ουσιαστική εφαρμογή του.

Στην τελευταία αναθεώρηση του Συντάγματος το 2019 θεσμοθετήθηκε, και μάλιστα με ευρύτερη συναίνεση, η λαϊκή νομοθετική πρωτοβουλία στο άρθρο 73 παρ. 6. Η εισαγωγή ενός θεσμού άμεσης δημοκρατίας είναι βέβαια ένα θετικό βήμα. Παρέχει στους πολίτες, με κάποιες προϋποθέσεις, τη δυνατότητα να συμμετέχουν πιο άμεσα στη διακυβέρνηση της χώρας.

Η άμεση δημοκρατία (λαϊκή νομοθετική πρωτοβουλία, δημοψήφισμα με λαϊκή πρωτοβουλία, λαϊκές συνελεύσεις, δυνατότητα ανάκλησης ανά πάσα στιγμή των αντιπροσώπων) μπορεί να συμβάλει καθοριστικά στην υπέρβαση της κρίσης της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, ειδικά στον έλεγχο των αντιπροσώπων και των κυβερνώντων από το εκλογικό σώμα. Ο Ρουσώ είχε επισημάνει πολύ έγκαιρα αυτήν ακριβώς την αδυναμία, τονίζοντας την ανάγκη δυνατότητας ανάκλησης των αντιπροσώπων από τους εκλογείς τους[1].

Αν όμως εστιάσει κανείς στα ειδικότερα ζητήματα του άρθρου 73 παρ. 6 του Συντάγματος θα αντιληφθεί ότι ανακύπτουν μια σειρά προβλήματα.

Πρώτο, η κοινοβουλευτική πλειοψηφία δεν έχει εισάγει μέχρι σήμερα (ενάμιση χρόνο από την ψήφιση του Συντάγματος) τον προβλεπόμενο από τη συνταγματική διάταξη νόμο, που θα ρυθμίσει τα ειδικότερα ζητήματα εφαρμογής της[2].

Δεύτερο, οι προτάσεις νόμων που προέρχονται  από τη λαϊκή πρωτοβουλία δεν μπορούν να αφορούν θέματα δημοσιονομικά, εξωτερικής πολιτικής και εθνικής άμυνας. Δηλαδή, τρεις ζωτικοί τομείς εξαιρούνται, ως να μη θεωρείται ο λαός ικανός να προτείνει λύσεις για τα ζητήματα αυτά.

Τρίτο, προτάσεις νόμων με λαϊκή πρωτοβουλία μπορούν να κατατεθούν μόνο μέχρι δύο ανά κοινοβουλευτική περίοδο, δηλαδή ανά τετραετία.

Τέταρτο, οι προτάσεις νόμων δεν υποβάλλονται στο εκλογικό σώμα για έγκριση ή απόρριψη αλλά εισάγονται στη Βουλή προς συζήτηση. Εκεί μπορούν να εγκριθούν, απορριφθούν ή τροποποιηθούν.

Πέμπτο, προϋπόθεση για την κατάθεση πρότασης νόμου είναι η συλλογή τουλάχιστον 500 χιλιάδων υπογραφών. Ο αριθμός αυτός είναι υπερβολικός και καθιστά ουσιαστικά ανέφικτη μια τέτοια προσπάθεια.

Αρκεί μόνο να συγκριθεί η προϋπόθεση αυτή με την αντίστοιχη του Ιταλικού Συντάγματος. Εκεί, στο άρθρο 71 παρ. 2 προβλέπεται η προσυπογραφή από 50 χιλιάδες τη στιγμή μάλιστα που η γειτονική χώρα διαθέτει πληθυσμό και εκλογικό σώμα υπερπενταπλάσιο της Ελλάδας. Στη μακρινή Κούβα, με διαφορετικό βέβαια τύπο Συντάγματος από τον δικό μας, αλλά με ίδιο περίπου πληθυσμό, για τη λαϊκή νομοθετική πρωτοβουλία απαιτούνται, με βάση το Σύνταγμα του 2019, 10 χιλιάδες υπογραφές ενώ αντίστοιχη πρωτοβουλία μπορούν να αναλάβουν οι συνδικαλιστικές οργανώσεις και άλλοι μαζικοί φορείς. Στο ίδιο αυτό Σύνταγμα προβλέπεται η με λαϊκή πρωτοβουλία εκκίνηση διαδικασίας για την αναθεώρηση του Συντάγματος με υπογραφές 50 χιλιάδων πολιτών.

Πάγια δυσπιστία για την άμεση δημοκρατία

Διαπιστώνεται επομένως ότι το Σύνταγμά μας διακρίνεται στην πραγματικότητα από μια δυσπιστία έναντι του θεσμού της λαϊκής νομοθετικής πρωτοβουλίας αλλά και γενικότερα έναντι των θεσμών άμεσης δημοκρατίας, οι οποίοι είτε απουσιάζουν είτε περιλαμβάνονται με εξαιρετικά φειδωλό και περιοριστικό τρόπο.

Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση  του δημοψηφίσματος του άρθρου 44 παρ. 2. Δεν προβλέπει τη δυνατότητα δημοψηφίσματος με λαϊκή πρωτοβουλία παρά μόνο με πρωτοβουλία ουσιαστικά της κυβερνητικής πλειοψηφίας. Η αίσθηση της δυσπιστίας διευρύνεται από το γεγονός ότι από το 1975 και μετά μόνο μια φορά, το 2015, προσέφυγε η χώρα σε δημοψήφισμα. Είναι γνωστή μάλιστα η κατάληξή του καθώς η τότε κυβέρνηση αγνόησε παντελώς το αποτέλεσμα της λαϊκής ετυμηγορίας. Αλλά και λίγο νωρίτερα, το 2009, όταν η τότε κυβέρνηση Γ. Παπανδρέου θέλησε να προκηρύξει δημοψήφισμα, εμποδίστηκε σε αυτό υπό την πίεση ξένων ισχυρών κρατών.

Μια ακόμη ισχυρή ένδειξη για αυτή τη δυσπιστία είναι το γεγονός ότι ούτε για την παραχώρηση συνταγματικών αρμοδιοτήτων ή εθνικής κυριαρχίας που προβλέπει το άρθρο 28 παρ. 2 και 3 του Συντάγματος, προβλέπεται η προσφυγή στη λαϊκή ετυμηγορία μέσω δημοψηφίσματος. Τα θέματα αυτά είναι τόσο σημαντικά που δικαιολογείται κάτι τέτοιο, όπως εξάλλου συμβαίνει με αρκετά ευρωπαϊκά Συντάγματα.

Ιστορικά, τα Ελληνικά Συντάγματα χαρακτηρίζονται μάλλον από ένδεια θεσμών άμεσης δημοκρατίας. Η ελληνική συνταγματική ιστορία διακρίνεται για την πάγια δυσπιστία των κυρίαρχων πολιτικών δυνάμεων προς τους θεσμούς άμεσης δημοκρατίας. Κι ωστόσο, η προσπάθεια για τη συγκρότηση του νεοελληνικού κράτους ξεκίνησε με το δημοκρατικό όραμα του Ρήγα Φεραίου και αποτυπώθηκε στο σχέδιο Συντάγματός του, το οποίο έδινε ιδιαίτερη βαρύτητα στους θεσμούς άμεσης δημοκρατίας[3]. Γνωρίζουμε ότι τα δημοκρατικά Συντάγματα της επανάστασης γρήγορα παραμερίστηκαν. Η χώρα μας ανεξαρτητοποιήθηκε ως βασίλειο, με μονάρχη που είχε επιβληθεί από τις ξένες δυνάμεις, χωρίς Σύνταγμα. Χρειάστηκαν δυο εξεγέρσεις (1843 και 1862) για να φτάσουμε στο Σύνταγμα του 1864.

Το πρώτο δημοκρατικό Σύνταγμα, εκείνο του 1927, ήρθε 100 χρόνια μετά την ανεξαρτησία. Υπήρξε καρπός της λαϊκής οργής η οποία παραμέρισε τις κυνικές πιέσεις και απειλές της Αγγλίας και Γαλλίας για να μην καταργηθεί η βασιλεία. Εξάλλου, οκτώ μόλις χρόνια μετά καταργήθηκε με πραξικόπημα. Το επόμενο Σύνταγμα, εκείνο του 1952, υπήρξε το συντηρητικότερο σε όλη τη μεταπολεμική Ευρώπη[4]. Σε όλες τις περιπτώσεις, όχι μόνο απουσίαζαν θεσμοί άμεσης δημοκρατίας, αλλά υπήρχαν σοβαρές δομικές αδυναμίες στο πεδίο της δημοκρατίας και των ελευθεριών.

Από τη δυσπιστία στον φόβο

Η πάγια αυτή δυσπιστία έναντι της άμεσης δημοκρατίας ενισχύεται στις μέρες μας από τέσσερα τουλάχιστον στοιχεία, που προσδίδουν μια άλλη διάσταση στο όλο πρόβλημα:

Πρώτο, είναι ο de facto περιορισμός συνταγματικά και νομοθετικά κατοχυρωμένων δημοκρατικών ελευθεριών. Εδώ ιδίως πρέπει να σημειωθεί η παράνομη αστυνομική βία, που στην Ελλάδα υπήρξε χρόνιο πρόβλημα, το οποίο ωστόσο έχει εξαιρετικά ενταθεί τελευταία. Συχνά είναι επίσης τα φαινόμενα παραβίασης συνταγματικών διατάξεων από τους κυβερνώντες, με κορυφαίο παράδειγμα την ψήφιση των Μνημονίων.

Δεύτερο, είναι ο de jure περιορισμός των ελευθεριών με παρεμβάσεις για τον περιορισμό των συναθροίσεων, την αύξηση των εξουσιών της αστυνομίας, τον περιορισμό της ελευθερίας έκφρασης. Το δικαίωμα στη συνάθροιση, αυτή η θεμελιώδης, ιστορική και ιδιαίτερης σημασίας ελευθερία, βρίσκεται στο στόχαστρο. Ειδικά μνημονεύονται εδώ ο νέος δρακόντειος νόμος για τις διαδηλώσεις (ν. 4703/2020), που προφανώς εισάγει περιορισμούς πέρα από εκείνους του άρθρου 11 παρ. 2 του Συντάγματος, ο νόμος για την κατάργηση του πανεπιστημιακού ασύλου και, πρόσφατα, ο νόμος για την εγκαθίδρυση αστυνομίας εντός των πανεπιστημίων και το δρακόντειο πειθαρχικό δίκαιο για τους φοιτητές (ν. 4777/2021).

Τρίτο, είναι η ακόμη μεγαλύτερη συγκέντρωση της εξουσίας στην εκτελεστική ή και σε εξωθεσμικά κέντρα. Η τάση αυτή προϋπήρχε όλες τις προηγούμενες δεκαετίες αλλά τα τελευταία χρόνια ενισχύεται ακόμη περισσότερο.

Τέταρτο, είναι η ένταση των παρεμβάσεων των ισχυρών χωρών στις πιο αδύναμες με σκοπό τον καθορισμό των εξελίξεων. Οι παρεμβάσεις αυτές μπορεί να είναι κλασικού τύπου στρατιωτικές παρεμβάσεις (πχ. Ιράκ, Κόσοβο), υπόθαλψη στρατιωτικών ή άλλης μορφής πραξικοπημάτων μέχρι οικονομικός πόλεμος, που παρατηρούνται σε άλλες χώρες (πχ. Βολιβία, Βενεζουέλα), ή υπαγόρευση πολιτικών αποφάσεων από διεθνείς πιστωτικούς οργανισμούς, όπως γνωρίζουμε από την ελληνική εμπειρία[5].

Αν συνυπολογιστούν όλα αυτά, θα πρέπει μάλλον να καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι δεν έχουμε να αντιμετωπίσουμε απλώς μια δυσπιστία έναντι της δημοκρατίας. Πρόκειται για κάτι βαθύτερο: για φόβο των κρατούντων ενώπιον της δημοκρατίας. Το φαινόμενο αυτό παρατηρείται στη χώρα μας αλλά και ευρύτερα στην Ευρώπη και στον κόσμο. Θα μπορούσε μάλιστα να υποστηριχθεί ότι παρατηρείται μια ροπή προς οικοδόμηση ενός μοντέλου “σιδερόφραχτης δημοκρατίας”[6].

Ο φόβος αυτός εξηγείται από το γεγονός ότι η τάση για συγκέντρωση του πλούτου και η όξυνση των κοινωνικών ανισοτήτων είναι έκδηλη και ισχυροποιείται, ιδίως μετά το ξέσπασμα της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης[7]. Αν πριν την κρίση το 1% του πλουσιότερου πληθυσμού του πλανήτη έλεγχε το 40% του παγκόσμιου πλούτου πριν 10 χρόνια, σήμερα ελέγχει περισσότερο από το 50%. Οι κυρίαρχες τάξεις επιχειρούν να απαλλαγούν από όλο το φορτίο των κοινωνικών κατακτήσεων των λαών τόσο στο επίπεδο των εργασιακών σχέσεων όσο και στο επίπεδο της δημοκρατίας. Επιχειρούν να κάμψουν κάθε αμφισβήτηση των μέτρων ριζικής αναδιανομής του πλούτου σε βάρος των ασθενέστερων. Κατά συνέπεια, ο φόβος έναντι της δημοκρατίας είναι στην ουσία φόβος έναντι των δυνατοτήτων που παρέχει η δημοκρατία (και ιδίως η άμεση δημοκρατία) για αμφισβήτηση των κυρίαρχων οικονομικών επιλογών.

Στην αυγή του 21ου αιώνα, όμως, η ανθρωπότητα δεν πρέπει να διολισθήσει σε μια τέτοια ιστορική οπισθοδρόμηση. Αντίθετα προς την κυρίαρχη τάση, η σύγχρονη τεχνολογία και οι σημερινές παραγωγικές δυνάμεις προσφέρουν δυνατότητες για ριζική βελτίωση της ποιότητας ζωής. Χρειάζεται επομένως πρωτίστως μια “συλλογικώς οργανωμένη, υπεράσπιση των δικαιωμάτων” και “προστασία των δικαιωμάτων των πιο αδύνατων μελών του κοινωνικού συνόλου, κυρίως δε των οικονομικά ασθενέστερων[8].

Ακόμη περισσότερο, η χώρα μας, όπως και η ανθρωπότητα ολόκληρη, έχει ανάγκη από περισσότερη και ουσιαστικότερη δημοκρατία. Έχει ανάγκη την ενδυνάμωση και ουσιαστικοποίηση της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, της λαϊκής κυριαρχίας μέσω των θεσμών άμεσης δημοκρατίας. Αυτό θα δώσει τη δυνατότητα αυτοκαθορισμού του λαού, που είναι τόσο απαραίτητη όχι μόνο για την επιλογή του μοντέλου κοινωνικο-οικονομικής ανάπτυξης αλλά και για την υπεράσπιση του ίδιου του μέλλοντος της ανθρωπότητας, η οποία απειλείται θανάσιμα από την κλιματική κρίση.

Δημήτρης Καλτσώνης
Καθηγητής θεωρίας κράτους και δικαίου, Πάντειο Πανεπιστήμιο


Υποσημειώσεις:

[1]      Βλ. Ζ.Ζ. Ρουσώ, Το κοινωνικό συμβόλαιο, “Βιβλίο Τρίτο”, κεφ. XV.

[2]      Βλ. Γ. Αυδίκος, “Λαϊκή νομοθετική πρωτοβουλία και εκτελεστικός νόμος”, https://www.constitutionalism.gr/%ce%bb%ce%b1%cf%8a%ce%ba%ce%ae-%ce%bd%ce%bf%ce%bc%ce%bf%ce%b8%ce%b5%cf%84%ce%b9%ce%ba%ce%ae-%cf%80%cf%81%cf%89%cf%84%ce%bf%ce%b2%ce%bf%cf%85%ce%bb%ce%af%ce%b1-%ce%ba%ce%b1%ce%b9-%ce%b5%ce%ba%cf%84/

[3]      Μικρή εξαίρεση στο γενικό κλίμα αποτέλεσαν οι αμεσοδημοκρατικοί πειραματισμοί της περιόδου της εθνικής αντίστασης βλ. Δ. Καλτσώνης, Συνταγματική ιστορία της Ελλάδας (1821-2001), Αθήνα, εκδ. ΚΨΜ, 2017, σελ. 168 επ.

[4]      Βλ. Σ. Βλαχόπουλος – Ε. Χατζηβασιλείου, Διλήμματα της ελληνικής συνταγματικής ιστορίας, Αθήνα, εκδ. Πατάκη, 2018, σελ. 216-217.

[5]      Βλ. διεξοδικότερα Δ. Καλτσώνης, Δίκαιο, οικονομική κρίση και δημοκρατία, Αθήνα, εκδ. Τόπος, 2014, σελ. 161 επ.

[6]      Βλ. D. Kaltsonis, «The End of Democracy?», Legal Form, April 2021, https://legalform.blog/2021/04/05/the-end-of-democracy-dimitris-kaltsonis/

[7]      Βλ. Σ. Σεφεριάδης, Λαϊκισμός, δημοκρατία και αριστερά, Αθήνα, εκδ. Τόπος, 2021, σελ. 69 επ.

[8]      Βλ. Π. Παυλόπουλος, Το “μετέωρο βήμα” της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, Αθήνα, εκδ. Gutenberg, 2021, σελ.  264.

Share on facebook
Share on twitter
Share on email
Share on print
Share on facebook
Share on twitter
Share on email
Share on print

Σου άρεσε το άρθρο, αλλά σου δημιούργησε νέες απορίες;

Έχεις και άλλα ερωτήματα που σε απασχολούν σε σχέση με το Σύνταγμα, τους Θεσμούς, τα δικαιώματα και τη λειτουργία της Δημοκρατίας;

Σχετικά Άρθρα

Συνέχιση των εργασιών της Επιτροπής Αναθεώρησης του Συντάγματος

Από το τελευταίο διήμερο (16ης και 17ης Οκτωβρίου 2019) συνεδριάσεων της Επιτροπής Αναθεώρησης του Συντάγματος, είναι βέβαιο ότι θα αναθεωρηθούν τελικά τα άρθρα 62 (ακαταδίωκτο των βουλευτών) και 86 παρ. 3 (αποσβεστική προθεσμία για την ποινική δίωξη υπουργών), ενώ δεν μπορεί να αποκλεισθεί το ενδεχόμενο αναθεώρησης του άρθρου 73 ως προς την καθιέρωση της δυνατότητας νομοθετικής πρωτοβουλίας των πολιτών.

Περισσότερα

Ο Θεμελιώδης Νόμος της Γερμανίας: 70 χρόνια ζωής

Το Σύνταγμα της ενιαίας πλέον Γερμανίας επέτρεψε στη χώρα αυτή που δεν είχε στέρεη δημοκρατική παράδοση να ζήσει την πιο δημοκρατική, ελεύθερη, και ευτυχισμένη περίοδο της Ιστορίας της. Κατάφερε να γίνει υπόδειγμα και για άλλα δημοκρατικά Συντάγματα ευρωπαϊκών κρατών. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι αποτελεί απαραίτητα παράδειγμα προς μίμηση.

Περισσότερα

Δημοκρατία των επιστημόνων;

Ποιος πρέπει να αποφασίζει για ζητήματα, όπως για τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να αντιμετωπισθεί μια μεταδοτική ασθένεια; Η πολιτική εξουσία ή η ιατρική-επιστημονική κοινότητα; Ο Καθηγητής Νομικής ΕΚΠΑ, Σπύρος Βλαχόπουλος, επιχειρεί να απαντήσει στο κρίσιμο αυτό ερώτημα.

Περισσότερα