Η διασταύρωση των συνταγματικών ρυθμίσεων για το βουλευτικό ακαταδίωκτο (άρθρο 62) και την υπουργική ευθύνη (άρθρο 86)

Ο Γ. Πινακίδης γράφει για τη βουλευτική ασυλία, την ποινική ευθύνη υπουργών και τα κρίσιμα νομικά ζητήματα που ανακύπτουν στην υπόθεση ΟΠΕΚΕΠΕ για εν ενεργεία και πρώην κοινοβουλευτικά πρόσωπα

Στο πλαίσιο διερεύνησης της υπόθεσης διαχείρισης ευρωπαϊκών κονδυλίων για αγροτικές επιδοτήσεις (υπόθεση ΟΠΕΚΕΠΕ), ζητήθηκε πρόσφατα από τον Ευρωπαίο Εισαγγελέα η άρση της ασυλίας έντεκα εν ενεργεία βουλευτών του ελληνικού Κοινοβουλίου, σύμφωνα με τις διατάξεις του σχετικού Κανονισμού της ΕΕ. Πέντε επίσης πρώην βουλευτές τελούν υπό έρευνα. Παράλληλα, διαβιβάστηκαν στη Βουλή, σύμφωνα με το άρθρο 86 του Συντάγματος, πληροφορίες για φερόμενη πιθανή εμπλοκή σε αξιόποινες πράξεις πρώην Υπουργού και Υφυπουργού (former Minister and a Deputy Minister) Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων κατά την άσκηση των καθηκόντων τους.[1]

Σε σχέση με τις παραπάνω κατηγορίες προσώπων και την έννομη θέση τους, σημειώνονται τα ακόλουθα.

1. Οι εν ενεργεία βουλευτές περιβάλλονται από τις εγγυήσεις του βουλευτικού ακαταδίωκτου και επομένως δεν διώκονται ούτε συλλαμβάνονται ούτε φυλακίζονται ούτε με άλλο τρόπο περιορίζονται χωρίς άδεια της Βουλής (άρθρο 62 του Συντάγματος). Για να ασκηθεί ποινική δίωξη εναντίον τους απαιτείται άρση της βουλευτικής τους ασυλίας με απόφαση (άδεια) της Βουλής. Αξίζει να σημειωθεί ότι, υπό το φως όσων είχαν νομολογηθεί από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και δη σε αποφάσεις ελληνικού ενδιαφέροντος, που αφορούσαν την εφαρμογή του άρθρου 62 του Συντάγματος,[2] κατά τη συνταγματική αναθεώρηση του 2019 προστέθηκε στη διάταξη αυτή εδάφιο γ΄, το οποίο ορίζει: «Η σχετική άδεια δίδεται από τη Βουλή υποχρεωτικά εφόσον η αίτηση της εισαγγελικής αρχής αφορά αδίκημα το οποίο δεν συνδέεται με την άσκηση των καθηκόντων ή την πολιτική δραστηριότητα του βουλευτή». Ανατράπηκε έτσι ο κανόνας μη άρσης της ασυλίας, που ίσχυε ως τότε με βάση το γράμμα της διάταξης, αλλά και την κοινοβουλευτική πρακτική που είχε διαμορφωθεί, ιδίως κατά τα παλαιότερα χρόνια.[3] Τη συνδρομή πάντως των συνταγματικών προϋποθέσεων χορήγησης της άδειας εξετάζει η Βουλή, που λαμβάνει και τη σχετική απόφαση.[4]

2. Στο ίδιο κατ’ αρχήν νομικό καθεστώς υπάγονται και όσοι τυχόν από τους ανήκοντες στην παραπάνω κατηγορία βουλευτές συμβαίνει να είναι εν ενεργεία Υπουργοί ή Υφυπουργοί, χωρίς, εννοείται, η φερόμενη εμπλοκή τους να ανάγεται στην εκτέλεση των υπουργικών τους καθηκόντων.

Ζήτημα τίθεται, εάν οι συγκεκριμένοι τυγχάνουν επιπροσθέτως της προστασίας του άρθρου 10 παρ. 3 του ν. 3126/2003 («Ποινική ευθύνη των Υπουργών»), σύμφωνα με το οποίο, κατά Υπουργού, εν ενεργεία (ή μη), δεν επιτρέπεται η έκδοση εντάλματος βίαιης προσαγωγής, σύλληψης και προσωρινής κράτησης, ενώ η επιβολή περιοριστικών όρων (παροχή εγγύησης, υποχρέωση εμφάνισης ενώπιον δημόσιας αρχής, απαγόρευση εξόδου από τη χώρα κ.ο.κ.) επιτρέπεται μόνο υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 62 του Συντάγματος.[5]

Η απάντηση στο ερώτημα αυτό συναρτάται με το αν η παραπάνω διάταξη, καίτοι ενταγμένη στον νόμο περί ευθύνης Υπουργών και άρα εφαρμοστέα κατ’ αρχήν σε σχέση με αδικήματα που φέρεται ότι τελέστηκαν κατά την άσκηση υπουργικών καθηκόντων,[6] καθιερώνει παράλληλα και ένα οιονεί «υπουργικό ακαταδίωκτο», περιορισμένης έστω έκτασης, που προστατεύει τον εν ενεργεία Υπουργό, για όσο χρόνο διατηρεί την υπουργική του ιδιότητα, ανεξαρτήτως αν το φερόμενο ως διαπραχθέν από τον ίδιο αδίκημα ανάγεται ή όχι στην άσκηση των καθηκόντων του.

Υπό την τελευταία εκδοχή, στην οποία οδηγούμαστε με διασταλτική (ως προς το πεδίο εφαρμογής του) ερμηνεία του άρθρου 10 παρ. 3 του ν. 3126/2003, στη ρύθμισή του μπορεί να θεωρηθεί ότι εμπίπτουν και τα πρόσωπα της προκείμενης κατηγορίας. Προστατεύονται συνεπώς έναντι βίαιης προσαγωγής, σύλληψης ή προσωρινής κράτησης, καθ’ ον χρόνο διατηρούν την υπουργική ιδιότητα, έστω και αν αρθεί η βουλευτική τους ασυλία. Αντίθετα, μια συσταλτική ερμηνεία της διάταξης, που περιορίζει το πεδίο εφαρμογής της σε περιπτώσεις (φερόμενης) διάπραξης αδικημάτων κατά την άσκηση υπουργικών καθηκόντων,[7] στο πλαίσιο δηλαδή αποκλειστικά του άρθρου 86 του Συντάγματος, αφήνει τα πρόσωπα αυτά εκτός της σχετικής ρύθμισης.

Είναι προφανές ότι το ζήτημα της έκτασης εφαρμογής του άρθρου 10 παρ. 3 του ν. 3126/2003 αποκτά μείζονα κρισιμότητα, σε περιπτώσεις που ο εν ενεργεία Υπουργός δεν είναι βουλευτής και άρα δεν καλύπτεται από τις εγγυήσεις του άρθρου 62 του Συντάγματος.[8] Ειρήσθω εν παρόδω, η προϊσχύσασα διάταξη του άρθρου 47 του ν.δ. 802/1971, η οποία ίσχυσε μέχρι την ψήφιση του ν. 2509/1997,[9] καθιέρωνε, κατ’ αντιστοιχία προς τη βουλευτική, υπουργική ασυλία,[10] υπέρ των Υπουργών (και Υφυπουργών) κατά τη διάρκεια της θητείας τους.[11] Παρόμοια ρύθμιση είχε προταθεί στο σχέδιο νόμου του ν. 2509/1997, αλλά δεν περιλήφθηκε τελικά στις ψηφισθείσες διατάξεις του.[12]

3. Eν ενεργεία ή διατελέσαντες Υπουργοί ή Υφυπουργοί για φερόμενα ως διαπραχθέντα αδικήματα κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, υπάγονται στη ρύθμιση του άρθρου 86 του Συντάγματος. Δίωξη, ανάκριση, προανάκριση ή προκαταρκτική εξέταση κατ’ αυτών δεν επιτρέπεται χωρίς προηγούμενη απόφαση της Βουλής.[13]

Αν τα ανωτέρω πρόσωπα είναι και βουλευτές, η άσκηση δίωξης κατά το άρθρο 86 παρ. 3 εδ. γ΄ και δ΄ του Συντάγματος συνεπάγεται και άρση της ασυλίας τους, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 3 του ν. 3126/2003. Μέχρι την τυχόν άσκηση εις βάρος τους δίωξης προστατεύονται από το βουλευτικό ακαταδίωκτο, με την επιφύλαξη, βεβαίως, των συνταγματικών ρυθμίσεων που αφορούν την ποινική ευθύνη των Υπουργών (δεν μπορούν π.χ. να επικαλεστούν τη βουλευτική ασυλία για να αρνηθούν κλήση προς παροχή εξηγήσεων που τους απευθύνει η τυχόν συγκροτηθείσα ειδική κοινοβουλευτική επιτροπή διενέργειας προκαταρκτικής εξέτασης του άρθρου 86 παρ. 3 του Συντάγματος). Διατηρούν εξάλλου τη βουλευτική τους ασυλία, αν δεν ασκηθεί εις βάρος τους δίωξη κατά το άρθρο 86 ή η Βουλή δεν την άρει αυτοτελώς, σύμφωνα με το άρθρο 62 του Συντάγματος.

Σε κάθε περίπτωση, τα εν λόγω πρόσωπα (εν ενεργεία ή διατελέσαντες Υπουργοί ή Υφυπουργοί), για αδικήματα που φέρεται ότι διέπραξαν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους υπάγονται στο προστατευτικό πλαίσιο του άρθρου 10 παρ. 3 του ν. 3126/2003.[14] Δεν υποβάλλονται συνεπώς σε βίαιη προσαγωγή, σύλληψη ή προσωρινή κράτηση (εδ. α΄), ενώ η επιβολή εις βάρος τους περιοριστικών όρων επιτρέπεται, εφόσον είναι βουλευτές,[15] υπό τους όρους του άρθρου 62 του Συντάγματος (εδ. β΄), κατόπιν δηλαδή χορήγησης άδειας της Βουλής.

4. Τέλος, πρώην βουλευτές, οι οποίοι δεν απολαμβάνουν τις εγγυήσεις του βουλευτικού ακαταδίωκτου, υπόκεινται, ως προς την ποινική τους μεταχείριση, στις κοινές διατάξεις που ισχύουν για όλους τους πολίτες.

Γιώργος Πινακίδης, Διδάκτωρ Νομικής, Δικηγόρος


[1] Βλ. την από 01.04.2026 ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας στο link.

[2] Βλ. τις -καταδικαστικές για τη χώρα μας- αποφάσεις του ΕΔΔΑ στις υποθέσεις Τσ. κατά Ελλάδας, Απόφαση της 16.11.2006 (αρ. προσφ. 1801/04) και Σ. κατά Ελλάδας, Απόφαση της 11.02.2010 (αρ. προσφ. 24895/07). Και οι δύο υποθέσεις αφορούσαν παραβίαση του δικαιώματος δικαστικής προστασίας (άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ) των προσφευγόντων, λόγω μη άρσης της βουλευτικής ασυλίας των προσώπων εναντίον των οποίων επιδίωκαν να στραφούν ποινικά, μολονότι τα φερόμενα αδικήματα δεν αφορούσαν την άσκηση των βουλευτικών τους καθηκόντων.

[3] Βλ. Ευ. Βενιζέλο, Μαθήματα Συνταγματικού Δικαίου, Νέα Έκδοση, Εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2021, σ. 491.

[4] Βλ. για όλα αυτά Κ. Χρυσόγονο, Συνταγματικό Δίκαιο, 3η αναθ. έκδ, Εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2022, σ. 574-576, Β. Χρήστου, Άρθρο 62, σε: Σ. Βλαχόπουλο/Ξ. Κοντιάδη/Γ. Τασόπουλο (επιμ.), Σύνταγμα. Ερμηνεία κατ’ άρθρο, ηλεκτρονική έκδοση Κέντρου Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου/syntagmawatch.gr, Φεβρουάριος 2023, σ. 15-17, διαθέσιμο στο link.

[5] Η διάταξη αυτή, όπως διαμορφώθηκε με το άρθρο 5 του ν. 3961/2011, ορίζει: «Κατά Υπουργού, εν ενεργεία ή μη, δεν επιτρέπεται η έκδοση εντάλματος βίαιης προσαγωγής, σύλληψης και προσωρινής κράτησης. Επιτρέπεται η επιβολή περιοριστικών όρων, σύμφωνα με τα άρθρα 282 παράγραφοι 1, 2, 4 και 296 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 62 του Συντάγματος».

[6] Το πεδίο εφαρμογής του ν. 3126/2003 καθορίζεται από τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 και 3 του νόμου, που έχουν ως εξής: «1. Πλημμελήματα ή κακουργήματα, που τελούνται από Υπουργό, κατά την άσκηση των καθηκόντων του, εκδικάζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου αυτού από το κατ’ άρθρο 86 του Συντάγματος Ειδικό Δικαστήριο, ακόμη και αν ο Υπουργός έχει παύσει να έχει την ιδιότητα αυτή. […] 3. Οι αξιόποινες πράξεις της παραγράφου 1, οι οποίες δεν τελέσθηκαν κατά την άσκηση των καθηκόντων του Υπουργού, δικάζονται από τα αρμόδια δικαστήρια σύμφωνα με τις διατάξεις του Ποινικού Κώδικα, των ειδικών ποινικών νόμων και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας».

[7] Έτσι Ι. Σπυριδάκης, Ποινική ευθύνη Υπουργών, ΝοΒ 2014, σ. 841 επ., 849.

[8] Πρβλ. Ευ. Βενιζέλο, Μαθήματα Συνταγματικού Δικαίου, Νέα Έκδοση, Εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2021, σ. 540.

[9] Οπότε και καταργήθηκε, δυνάμει του άρθρου 20 του νόμου αυτού.

[10] Ευ. Μπεσίλα-Βήκα, Ο θεσμός της ποινικής ευθύνης των υπουργών στο ελληνικό και συγκριτικό συνταγματικό δίκαιο, Αθήνα 1985, σ. 131.

[11] Η διάταξη αυτή όριζε: «Διαρκούσης της θητείας του μέλος της Κυβερνήσεως ή Υφυπουργός δεν διώκεται, ουδέ συλλαμβάνεται ή φυλακίζεται, άνευ αδείας της Βουλής».

[12] Το σχετικό άρθρο 3 του σχεδίου νόμου όριζε: «1. Οι αξιόποινες πράξεις που είναι άσχετες με τα καθήκοντα των υπουργών εκδικάζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας από τα αρμόδια δικαστήρια. 2. Για τις πράξεις της παραγράφου 1 ο υπουργός, όσο διαρκεί η θητεία του, δεν διώκεται ούτε συλλαμβάνεται, χωρίς άδεια της Βουλής, εκτός αν πρόκειται για αυτόφωρο κακούργημα». Στο τελικό κείμενο που ψήφισε η Βουλή απαλείφθηκε η δεύτερη παράγραφος του σχεδίου και διατηρήθηκε ως περιεχόμενο του άρθρου 3 του ν. 2509/1997 μόνο το κείμενο της πρώτης παραγράφου.

[13] Για την ανάγκη αναθεώρησης της διάταξης του άρθρου 86 του Συντάγματος στην κατεύθυνση απεμπλοκής της κίνησης της ποινικής δίωξης των Υπουργών από τη Βουλή, βλ., αντί άλλων, Ξ. Κοντιάδη, Τι πρέπει να αλλάξει στο Σύνταγμα;, Ηλεκτρονική έκδοση του Κέντρου Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου, Ίδρυμα Θεμιστοκλή και Δημήτρη Τσάτσου, Αθήνα 2025, σ. 204 επ., 206 διαθέσιμο στο link.

[14] Βλ. παραπάνω.

[15] Κατά την ορθότερη ερμηνευτική εκδοχή, η οποία προκύπτει από αναδρομή στις προπαρασκευαστικές εργασίες της διάταξης, πρβλ. και τις παρατηρήσεις της Έκθεσης της Επιστημονικής Υπηρεσίας της Βουλής επί του σχετικού νομοσχεδίου, σελ. 4, στο link. Άλλη ερμηνεία, κατά την οποία το εδ. β΄ της διάταξης αφορά επίσης και Υπουργούς που δεν φέρουν την βουλευτική ιδιότητα, παρότι δεν αποκλείεται από τη -μη διακρίνουσα σχετικώς- γραμματική της διατύπωση, προσκόπτει ενδεχομένως στη ρητή παραπομπή της στο ευθέως (και όχι αναλογικά) εφαρμοζόμενο άρθρο 62 του Συντάγματος, που αναφέρεται μόνο σε Βουλευτές.

Σου άρεσε το άρθρο, αλλά σου δημιούργησε νέες απορίες;

Έχεις και άλλα ερωτήματα που σε απασχολούν σε σχέση με το Σύνταγμα, τους Θεσμούς, τα δικαιώματα και τη λειτουργία της Δημοκρατίας;

Σχετικά Άρθρα

Υπαρκτός ο κίνδυνος παραγραφής για το έγκλημα των Τεμπών;

Ο Σπύρος Βλαχόπουλος μιλάει για την κατάργηση της ειδικής αποσβεστικής προθεσμίας για υπουργικά αδικήματα με τη συνταγματική αναθεώρηση του 2019, επισημαίνοντας τον ρόλο που θα πρέπει να έχει η δικαιοσύνη στην οριστική επίλυση των ερμηνευτικών αμφιβολιών ως προς την ισχύ της, παρά τη μη ρητή τροποποίηση του νόμου περί ευθύνης υπουργών

Περισσότερα

Κέντρο Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου
Ίδρυμα Θεμιστοκλή και Δημήτρη Τσάτσου

Ακαδημίας 43 | Αθήνα | 10672
[+30] 210 36 23 089
info@syntagmawatch.gr

Θέλεις να μαθαίνεις

πρώτος τα νέα μας;

Αν σε ενδιαφέρει να ενημερώνεσαι άμεσα για τις νέες δημοσιεύσεις και τις δράσεις του Syntagma Watch, τότε εγγράψου στο newsletter μας!

JOIN THE CLUB!

It’s easy: all we need is your email & your eternal love. But we’ll settle for your email.