Ο Κώστας Μποτόπουλος αναλύει το χρονικό της σύγκρουσης Πολωνίας - ευρωπαϊκών δικαστηρίων, με τη χώρα να φαίνεται πλέον εκτός ευρωπαϊκού κράτους δικαίου και να απειλείται με σοβαρές κυρώσεις.

Με δύο πρόσφατες αποφάσεις ευρωπαϊκών δικαστηρίων, την από 3ης Φεβρουαρίου 2022 απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) «Advance Pharma κατά Πολωνίας» και την από 16ης Φεβρουαρίου 2022 απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) «Πολωνία εναντίον Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και Συμβουλίου» (C-157/21)[1], συμπληρώθηκε και προδιαγράφηκε, χωρίς να κλείσει εντελώς, ένας μεγάλος δικαστικός κύκλος μεταξύ της συγκεκριμένης χώρας-μέλους και των θεσμικών οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ).

Η αντιδικία αφορά σε δυο διακριτά αλλά αλληλοσυνδεόμενα αντικείμενα: την τήρηση εκ μέρους της Πολωνίας των δεσμευτικών ενωσιακών κανόνων περί κράτους δικαίου, και ειδικώς περί της ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης και την ένταξη πιθανής παραβίασης αυτών των κανόνων στον νεόκοπο «μηχανισμό» για την προστασία του ευρωπαϊκού προϋπολογισμού[2]. Η πρώτη από τις εξεταζόμενες αποφάσεις επιβεβαίωσε ότι υφίσταται «συστημική δυσλειτουργία» του εννόμου πλαισίου της Πολωνίας, όπως έχει διαμορφωθεί με αλλεπάλληλες μεταρρυθμίσεις, ειδικά σε σχέση με τη διαδικασία διορισμού δικαστών, με αποτέλεσμα να παραβιάζεται το άρθρο 6 παρ. 1 των Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) περί «χρηστής απονομής δικαιοσύνης». Η δεύτερη απόφαση έκρινε οριστικά ότι ο λεγόμενος «μηχανισμός του κράτους δικαίου» είναι νόμιμος και άρα οι προβλεπόμενες στον σχετικό Κανονισμό ποινές μπορούν εγκύρως να επιβληθούν κατά της Πολωνίας. 

Το πρόβλημα γεννήθηκε το 2016, όταν, έναν χρόνο μετά την άφιξή της στην εξουσία, η κυβέρνηση του συντηρητικού κόμματος «Νόμος και Δικαιοσύνη» (PiS), διευθυνόμενη, πίσω από κουίντες[3], από τον Jaroslav Kaczynski[4], ξεκίνησε μια σειρά από νομοθετικές μεταβολές στον χώρο της Δικαιοσύνης. Το 2016 η νέα πλειοψηφία ψήφισε ένα νόμο με τον οποίο άλλαξε ο τρόπος επιλογής των μελών του Συνταγματικού Δικαστηρίου, δόθηκαν μια σειρά από «συνταγματικές» αρμοδιότητες στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και διακόπηκε η θητεία των μελών που είχαν διοριστεί με το παλαιό καθεστώς. Το 2017 και το 2018 τέθηκαν σε ισχύ νόμοι για την Οργάνωση των Δικαστηρίων, για το Εθνικό Δικαστικό Συμβούλιο και για το Ανώτατο Δικαστήριο, εντός του οποίου ιδρύθηκαν δύο νέοι σχηματισμοί, το Πειθαρχικό Τμήμα και το Τμήμα Εξαιρετικού Ελέγχου και Δημοσίων Υποθέσεων, ενώ άλλαξε και ο τρόπος επιλογής των δικαστών για όλους τους σχηματισμούς του δικαστηρίου. Το αναμορφωμένο Εθνικό Δικαστικό Συμβούλιο διόρισε, μέσω της προβλεφθείσας νέας διαδικασίας, μια σειρά από δικαστές στα τακτικά δικαστήρια, το 2018 και 2019, και πρότεινε δικαστές για το Συνταγματικό Δικαστήριο, του οποίου η σύνθεση επίσης δραστικά αναμορφώθηκε.

Αφού προηγήθηκαν αντιρρήσεις στη σειρά αυτή των αλλαγών εκ μέρους του ίδιου του Συνταγματικού Δικαστηρίου της Πολωνίας (11 Αυγούστου 2016), αλλά και από την Επιτροπή της Βενετίας (14-15 Οκτωβρίου 2016), που είναι αρμόδια για την τήρηση του κράτους δικαίου εντός του Συμβουλίου της Ευρώπης, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή υιοθέτησε, από την 21η Δεκεμβρίου 2016 έως την 20η Δεκεμβρίου 2017, τέσσερις Συστάσεις (Recommendations) κατά της Πολωνίας για παραβίαση θεμελιωδών διατάξεων του κοινοτικού δικαίου. Μαζί με την τέταρτη και τελευταία Σύσταση, η Επιτροπή κίνησε κατά της Πολωνίας τη διαδικασία παραβίασης του κράτους δικαίου, σύμφωνα με το άρθρο 7(1) της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ένωσης[5].

Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης εξέδωσε τέσσερις αποφάσεις σε υποθέσεις που συνάπτονται με την αναδιοργάνωση της πολωνικής δικαιοσύνης. Με την από 19ης Νοεμβρίου 2019 απόφαση (συνεξεταζόμενες υποθέσεις C-515/18, C-624/18, C-625/18), το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι το νεοσύστατο Πειθαρχικό Τμήμα του Ανωτάτου Δικαστηρίου, υπό το φως του τρόπου συγκρότησής του και του τρόπου επιλογής των μελών του, δεν πληρούσε τις εγγυήσεις ανεξαρτησίας και αμεροληψίας που τίθενται στο άρθρο 47 της Χάρτας Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ένωσης. Με την από 2ης Μαρτίου 2021 απόφαση (C-824/18), σχετικά με πρόσωπα που είχαν κάνει αίτηση για επιλογή τους ως μελών του Ανωτάτου Δικαστηρίου, το ΔΕΕ έκρινε ότι, στην εν λόγω διαδικασία επιλογής, όπως οριοθετείται από τις νέες διατάξεις, υπάρχει σωρεία παρανομιών, λόγω παρεμβολών της νομοθετικής και της εκτελεστικής εξουσίας και μη σεβασμού αποφάσεων δικαστηρίων, συμπεριλαμβανομένου του Συνταγματικού. Με την από 15ης Ιουλίου 2021 απόφαση, «Επιτροπή κατά Πολωνίας» (C-791/19), το ΔΕΕ έκρινε ότι το καθεστώς πειθαρχικού ελέγχου των Πολωνών δικαστών αντίκειται στο ενωσιακό δίκαιο. Στην από 6ης Οκτωβρίου 2021 απόφαση (C-487/19), το ΔΕΕ αμφισβήτησε τις συνθήκες διορισμού ενός δικαστή στο Ανώτατο Δικαστήριο και έκρινε ότι το δικαστήριο αυτό δεν λειτουργεί «ως κατά νόμο ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο» (independent and impartial tribunal established by law), υπό την έννοια που προσδίδει το ενωσιακό δίκαιο.

Από πολωνικής πλευράς, σε μια πρώτη φάση, το Ανώτατο Δικαστήριο (απόφαση 5ης Δεκεμβρίου 2019 και 15ης Ιανουαρίου 2020) δικαίωσε τις αιτιάσεις της Επιτροπής σε σχέση με τη λειτουργία του Εθνικού Δικαστικού Συμβουλίου και του Πειθαρχικού Τμήματος του Ανώτατου Δικαστηρίου, αντίστοιχα, κρίνοντας ότι, με τον τρόπο που συγκροτήθηκαν, δεν προσφέρουν «επαρκείς εγγυήσεις ανεξαρτησίας από την εκτελεστική και νομοθετική εξουσία». Αντίθετα, το Συνταγματικό Δικαστήριο, υπό τη νέα του σύνθεση και μετά από προσφυγή του Πρωθυπουργού, πήρε δυο αποφάσεις-βόμβες: στις μεν 7 Οκτωβρίου 2021, θεώρησε ότι σειρά διατάξεων του ενωσιακού δικαίου (το άρθρο 1 της Συνθήκης της ΕΕ που εγκαθιδρύει μια «διαρκώς στενότερη Ένωση», το άρθρο 2 για τις αξίες της Ένωσης, σε συνδυασμό με το άρθρο 4(3), και το άρθρο 19 για τις αρμοδιότητες του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου)[6] δεν «είναι συμβατά» με το πολωνικό Σύνταγμα, το οποίο υπερισχύει, στις δε 24 Νοεμβρίου 2021, έκρινε ότι το άρθρο 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, στο βαθμό που αποδίδει στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου την αρμοδιότητα να αξιολογεί τη νομιμότητα του τρόπου επιλογής των δικαστών για το Συνταγματικό Δικαστήριο, είναι αντίθετο με το πολωνικό Σύνταγμα, το οποίο και πάλι υπερισχύει. Με τις δυο αυτές αποφάνσεις του, το πολωνικό Συνταγματικό Δικαστήριο αμφισβήτησε ευθέως – πρώτο εθνικό δικαστήριο στην ιστορία – την υπεροχή του ενωσιακού δικαίου επί του εσωτερικού δικαίου των κρατών-μελών, κηρύσσοντας έτσι επίσημα τον πόλεμο στην ευρωπαϊκή έννομη τάξη αλλά και τάσσοντας την Πολωνία εκτός αυτής.

Με τις δυο αποφάσεις του Φεβρουαρίου του 2022, η ευρωπαϊκή έννομη τάξη «απάντησε» στην Πολωνία και ξεκαθάρισε τα πράγματα, τουλάχιστον από πλευράς λειτουργίας του ευρωπαϊκού κράτους δικαίου. Η δικαστική πάντως διαμάχη απέχει πολύ από το να έχει ολοκληρωθεί: αυτή τη στιγμή εκκρεμούν 94 προσφυγές κατά της Πολωνίας με επίκεντρο την αναδιοργάνωση της δικαιοσύνης, ενώ δεν έχει οριστικά κριθεί η τύχη ούτε της διαδικασίας του άρθρου 7 ΣυνθΕΕ, ούτε αν θα επιβληθούν κυρώσεις, και ποιες θα είναι αυτές, βάσει του «μηχανισμού του κράτους δικαίου».

Η υπόθεση που οδήγησε στην απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, έχει ενδιαφέρον και από πλευράς πραγματικού, όχι μόνο λόγω του «πικάντικου» χαρακτήρα της, αλλά και γιατί δικαιώνει απολύτως την προαιώνια ρήση ότι με τα δικαστήρια «από αλλού την περιμένεις και από αλλού μπορεί να σου έρθει». Η εταιρία Advance Pharma, που προσέφυγε κατά της Πολωνίας, προμήθευε στην πολωνική αγορά το διαιτητικό σκεύασμα C, που απευθυνόταν σε άνδρες οι οποίοι επιθυμούσαν να βελτιώσουν τις σεξουαλικές επιδόσεις τους. Τον Σεπτέμβριο του 2010, το Εθνικό Φαρμακολογικό Ινστιτούτο διενέργησε έλεγχο επί του σκευάσματος και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι είχε λάβει τη μορφή «φαρμακευτικού προϊόντος», χωρίς να πληροί τις σχετικές προδιαγραφές, και ότι περιείχε ένα στοιχείο που αποτελούσε απαγορευμένη  ναρκωτική ουσία. Σε συνέχεια αυτής της κρίσης, ο Επιθεωρητής Φαρμάκων απέσυρε το σκεύασμα C από την αγορά. Η εταιρία προσέφυγε κατά της απόφασης απόσυρσης, η οποία την κατέστρεφε οικονομικά, μιας και ο κύκλος εργασιών της στηριζόταν αποκλειστικά στη διανομή του συγκεκριμένου προϊόντος. Δικαιώθηκε, τόσο από το Περιφερειακό Διοικητικό Δικαστήριο, όσο και από το Ανώτατο Δικαστήριο, για λόγους ανεπαρκούς στοιχειοθέτησης της κρίσης του Επιθεωρητή. Ο Επιθεωρητής εγκατέλειψε την υπόθεση, αλλά όλα τα σκευάσματα C είχαν πλέον αποσυρθεί από την αγορά. Σε συνέχεια αυτού, το 2014, η εταιρία προσέφυγε στα αστικά δικαστήρια κατά του πολωνικού Δημοσίου για αποζημίωση με βάση την παράνομη απόσυρση και τις εξ αυτής συνέπειες. Το Δικαστήριο της Βαρσοβίας απέρριψε την αγωγή με την αιτιολογία ότι η εταιρία είχε καταστρέψει ολόκληρη την «παρτίδα» του σκευάσματος μόνη της, ενώ δεν απέδειξε ότι δεν μπορούσε να επαναπροωθήσει το προϊόν στην αγορά. Η εταιρία έκανε έφεση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο της Βαρσοβίας την απέρριψε και τελικά η εταιρία προσέφυγε στο Ανώτατο Δικαστήριο. Το Αστικό Τμήμα του Ανώτατου Δικαστηρίου απέρριψε και αυτό την αγωγή αποζημίωσης κι έτσι, αφού πλέον είχαν εξαντληθεί τα εσωτερικά ένδικα μέσα, η εταιρία προσέφυγε στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, με επιχειρήματα, μεταξύ άλλων, που αφορούσαν στη νομιμότητα συγκρότησης του Ανωτάτου Δικαστηρίου και, άρα, όλων των μεταρρυθμίσεων που είχαν επέλθει στην πολωνική δικαιοσύνη. Μέσω C-απερναούμ, η ευρωπαϊκή έννομη τάξη απέκτησε μια ακόμα ευκαιρία να αναμετρηθεί με το πολωνικό «κράτος δικαίου».

Η απόφαση του ΕΔΔΑ δεν υπεκφεύγει, ούτε στρογγυλεύει. Η διαδικασία επιλογής των δικαστών στο Ανώτατο Δικαστήριο της Πολωνίας, υπό το φως της νομολογίας του ΕΔΔΑ, ιδίως της απόφασης «Andri Asraosson κατά Ισλανδίας» (C-26374/2018, από 1ης Δεκεμβρίου 2020) σχετικά με την έννοια «δικαστήρια που εγκαθιδρύονται από το νόμο», παραβιάζει το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ. Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο διέκρινε δύο «προφανείς παραβιάσεις» (manifest breaches). Πρώτον, από το γεγονός ότι ο διορισμός των δικαστών του Ανωτάτου Δικαστηρίου γινόταν κατόπιν πρότασης του Εθνικού Δικαστικού Συμβουλίου, το οποίο σε συνέχεια των αλλαγών που επήλθαν το 2017, είχε πάψει να προσφέρει εγγυήσεις ανεξαρτησίας εν σχέσει με την εκτελεστική και νομοθετική εξουσία. Και δεύτερον, εξαιτίας του ότι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας διόρισε επτά δικαστές του αστικού τμήματος του Ανωτάτου Δικαστηρίου, παρότι ο διορισμός τους είχε «παγώσει» με απόφαση του Ανωτάτου Διοικητικού Δικαστηρίου, καθώς αναμενόταν επίλυση του ζητήματος της νόμιμης συγκρότησης του Εθνικού Δικαστικού Συμβουλίου. Το διατακτικό ολοκληρώνεται με μια φράση-κόλαφο για την Πολωνία: «οι δυσλειτουργίες (irregularities) για τις οποίες έγινε λόγος ήταν τέτοιας σοβαρότητας (gravity), ώστε υπονόμευσαν την ίδια την ουσία (the very essence) του δικαιώματος της εταιρίας η προσφυγή της να τύχει εξέτασης από νόμιμο δικαστήριο (tribunal established by law)».

Τα 15.000 ευρώ που δόθηκαν ως αποζημίωση στην εταιρία (ζητούσε 2.500.000) είναι ασφαλώς λίγα μπροστά στη νομική σημασία της απόφασης και τη σαφή κρίση περί «θέσης της Πολωνίας εκτός ευρωπαϊκής νομιμότητας».

Η δεύτερη απόφαση, αυτή του ΔΕΕ της 16ης Φεβρουαρίου, έχει πολύ λιγότερα παραλειπόμενα και ερμηνεύει το ενωσιακό και όχι το πολωνικό δίκαιο. Συμπληρώνει ωστόσο το παζλ, μιας και ανοίγει το δρόμο για επιβολή κυρώσεων κατά της Πολωνίας, λόγω παραβίασης του κράτους δικαίου, με βάση τον νέο «μηχανισμό». Αναμένοντας την απόφανση περί νομιμότητας του «μηχανισμού», αλλά και μπροστά στο αδιέξοδο στο οποίο είχε οδηγήσει η διαδικασία του άρθρου 7 της Συνθήκης – η οποία απαιτεί ομοφωνία των κρατών μελών για την επιβολή κυρώσεων κατά του παραβάτη αρχών της Ένωσης, ενώ ο «μηχανισμός» αποτελεί πλειοψηφία των 2/3[7] – η Ευρωπαϊκή Επιτροπή είχε «παγώσει» την εκταμίευση των σχετικών κονδυλίων προς την Πολωνία (και την Ουγγαρία), ενώ το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, που είχε επανειλημμένα κατακρίνει την Επιτροπή για μη ενεργοποίηση των κυρώσεων του «μηχανισμού» κατά των δυο χωρών, την περίμενε με ανυπομονησία.

Το ΔΕΕ δικαίωσε το Κοινοβούλιο και την Επιτροπή, υπέρ των οποίων τάχθηκαν το Βέλγιο, η Δανία, η Γερμανία, η Ιρλανδία, η Ισπανία, η Γαλλία, το Λουξεμβούργο, η Ολλανδία, η Φινλανδία και η Σουηδία, ως προς τη νομιμότητα του Κανονισμού με τον οποίο είχε εγκαθιδρυθεί ο «μηχανισμός». Στα επιχειρήματα της Πολωνίας και της Ουγγαρίας, που υποστήριζαν η μια την άλλη, απάντησε με τους ακόλουθους συλλογισμούς.

Πρώτον, έκρινε ότι δεν υπάρχει πρόβλημα νόμιμης βάσης του Κανονισμού, με βάση δύο καθοριστικά στοιχεία: αφενός, τα μέτρα, στη περίπτωση που διαπιστωθεί παραβίαση των σχετικών με το κράτος δικαίου κανόνων, αφορούν αποκλειστικά στην υλοποίηση του προϋπολογισμού της Ένωσης, ο οποίος ρυθμίζεται από το ενωσιακό δίκαιο΄ αφετέρου, οι ενδεχόμενες παραβιάσεις πρέπει να αποδεικνύεται ότι επιφέρουν, ή απειλούν να επιφέρουν, άμεση και σοβαρή ζημία στην ορθή λειτουργία του προϋπολογισμού, και άρα στα οικονομικά συμφέροντα της Ένωσης, που κι αυτά ρυθμίζονται σύμφωνα με το ευρωπαϊκό δίκαιο. Υπ’ αυτήν την έννοια, «ο σεβασμός από όλα τα κράτη μέλη των κοινών αξιών με βάση τις οποίες ιδρύθηκε η Ένωση – και οι οποίες αποτελούν την ίδια την ταυτότητα (the very identity) της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως κοινής για αυτά τα κράτη έννομης τάξης –,  αξιών στις οποίες συμπεριλαμβάνονται το κράτος δικαίου και η αλληλεγγύη», δεν μπορεί παρά να ανατίθεται στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ένα δε βασικό εργαλείο για να έχει «πρακτικό αποτέλεσμα» ο ως άνω σεβασμός αξιών είναι ο κοινοτικός προϋπολογισμός, μέσω των κοινών πόρων που περικλείονται σε αυτόν. Με δικά μου λόγια: το να υπερασπίζεσαι τις θεμελιώδεις αρχές της Ένωσης είναι υποχρέωση, η οποία (μπορεί να) περνάει μέσα από τα χρήματα που αποδίδονται στις χώρες μέλη μέσω του προϋπολογισμού[8].  

Κατά δεύτερον, η απόφαση αντέκρουσε το επιχείρημα της Πολωνίας και της Ουγγαρίας ότι ο νέος «μηχανισμός» «θέτει εκποδών» (circumvents) τη διαδικασία του άρθρου 7 της Συνθήκης[9], η οποία, κατά τις προσφεύγουσες, αποτελεί τη μόνη οδό για «τιμωρία» παραβιάσεων του κράτους δικαίου. Το ΔΕΕ έκρινε ότι ο «μηχανισμός» στοχεύει σε προστασία του προϋπολογισμού και εφαρμόζεται μόνον όταν οι ενδεχόμενες παραβιάσεις του κράτους δικαίου επηρεάζουν την υλοποίηση του προϋπολογισμού και, άρα, οι δύο διαδικασίες είναι διακριτές και μπορούν κάλλιστα να συνυπάρξουν.

Στο τρίτο επιχείρημα των προσφευγουσών, ότι ο «μηχανισμός», όπως είναι οργανωμένος στον Κανονισμό, παραβιάζει την αρχή της «νομικής ασφάλειας», αφού δεν υπάρχει ορισμός και κοινή αντίληψη της έννοιας του «κράτους δικαίου», το Δικαστήριο αντιπαρέβαλε ότι η θεμελίωση των αρχών των κράτους δικαίου σε κοινή για όλα τα κράτη-μέλη «πηγή»[10], καθώς και η «εκτεταμένη νομολογία περί του ευρωπαϊκού κράτους δικαίου», επιτρέπουν στα κράτη μέλη να «καθορίζουν με την απαιτούμενη ακρίβεια το βασικό περιεχόμενο και τις υποχρεώσεις που πηγάζουν από καθεμία από αυτές τις αρχές». Και πάλι με δικά μου λόγια: αν δεν ξέρεις, ή δεν καταλαβαίνεις, τι είναι, και από ποιες αρχές συγκροτείται, το κράτος δικαίου, τότε δεν (μπορείς να) μετέχεις στην Ένωση.

Οι αποφάνσεις είναι σαφείς, αλλά τα σημάδια για το πώς θα εξελιχθούν τα πράγματα μετά από το διπλό ευρωπαϊκό «χτύπημα» είναι αντικρουόμενα. Σε πρώτο χρόνο, και μετά το μπλοκάρισμα από την Επιτροπή, λόγω μη αποπληρωμής προστίμων[11], κονδυλίων προοριζόμενων για την Πολωνία, ο Πολωνός Πρόεδρος Duda (ο ίδιος που είχε διορίσει μόνος του και παράνομα τους δικαστές) ανακοίνωσε ότι θα κατέθετε νομοσχέδιο με το οποίο θα καταργούνταν το Πειθαρχικό Τμήμα του Ανωτάτου Δικαστηρίου, που αποτελούσε ένα από τα μήλα της δικαστικής έριδας με τις ευρωπαϊκές Αρχές. Παρότι η ανακοίνωση συμπληρωνόταν από τη διευκρίνιση ότι θα δημιουργούνταν νέο όργανο με παρόμοιες αρμοδιότητες («άλλαξε ο Μανωλιός», σύμφωνα με αρκετούς Πολωνούς και Ευρωπαίους αναλυτές), η κίνηση, παρά το ότι η ψήφιση του σχετικού νόμου ήταν εντελώς αβέβαιη[12], ερμηνεύτηκε ως κατευνασμός. Μετά, ωστόσο, από την απόφαση της 16ης Φεβρουαρίου και την αναμενόμενη πλέον επιβολή κυρώσεων βάσει του «μηχανισμού» – πιθανότατα επ’ αόριστον «παγώματος» των διόλου ασήμαντων (36 δις) πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης – οι τόνοι ανέβηκαν. Ο Πολωνός Πρωθυπουργός (ο ίδιος που είχε ζητήσει από το Συνταγματικό Δικαστήριο να κρίνει το ενωσιακό δίκαιο μη συμβατό με το πολωνικό Σύνταγμα) έκανε λόγο για «παρέμβαση της Ένωσης σε καθαρά εσωτερικό θέμα» και προανήγγειλε άρνηση συμμόρφωσης και «αντίσταση με κάθε μέσο». Το μεγαλύτερο ίσως θύμα ενός γενικευμένου κλεφτοπόλεμου Πολωνίας (και Ουγγαρίας) στο εσωτερικό της Ένωσης θα είναι η «πράσινη ανάπτυξη», καθώς περιέχει «δύσκολες» αποφάσεις (όπως τη γρήγορη εγκατάλειψη των «βρώμικων» πηγών ενέργειας, την οποία η Πολωνία αντιμάχεται), αποφάσεις, μάλιστα, οι οποίες απαιτούν ομοφωνία. Η ίδια η λέξη «ομοφωνία» αποκτά πλέον άλλη σημασία εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Από νομική ωστόσο άποψη τα πράγματα είναι σαφή: η Πολωνία παραβίασε θεμελιώδεις αρχές του ευρωπαϊκού κράτους δικαίου και υφίσταται τρόπος να της επιβληθούν κυρώσεις μέσω του «μηχανισμού» που και η ίδια ψήφισε. Από τη στιγμή που οι παραβιάσεις διαπιστώθηκαν με επίσημες αποφάσεις, η Πολωνία βρίσκεται εκτός της «Ευρώπης του δικαίου» κι εκεί θα μείνει όσο δεν συμμορφώνεται. Διαδικασία για αποβολή χώρας από την Ένωση δεν υφίσταται, άρα το “Polexit”, το οποίο, υπό την παραπάνω έννοια, έχει ήδη συμβεί, δεν θα είναι σαν το Brexit[13]. Μπορεί, όμως αν το σχοινί τραβηχτεί πέρα από τα όρια του – και δεν βρισκόμαστε πολύ μακριά από κάτι τέτοιο – να έχει παρεμφερείς συνέπειες.

Κώστας Μποτόπουλος
Διδάκτωρ Συνταγματικού Δικαίου, πρ. ευρωβουλευτής και Πρόεδρος της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς


Υποσημειώσεις:

[1] Ίδιου περιεχομένου και εκδοθείσα την ίδια μέρα και η C-156/21, «Ουγγαρία κατά Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και Συμβουλίου»

[2] Κανονισμός (EE, Euratom) 2020/2092 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου «για ένα γενικό καθεστώς προϋποθέσεων (conditionality) για την προστασία του προϋπολογισμού της Ένωσης». Σύμφωνα με τη θεσπιζόμενη διαδικασία, στην περίπτωση που η Επιτροπή διαπιστώσει παράβαση του κράτους δικαίου που σχετίζεται με τον κοινοτικό προϋπολογισμό, τότε ενεργοποιεί το «μηχανισμό» και προτείνει κυρώσεις, οι οποίες υιοθετούνται από το Συμβούλιο με «ειδική πλειοψηφία» (qualified majority) εντός προθεσμίας ενός μήνα (τριών σε εξαιρετικές περιπτώσεις). Σε πολιτικό επίπεδο, Πολωνία και Ουγγαρία, διαισθανόμενες ίσως τι επρόκειτο να συμβεί, πέτυχαν τη δέσμευση των υπόλοιπων κρατών-μελών ο «μηχανισμός» να μην τεθεί σε εφαρμογή παρά μόνο μετά από επιβεβαίωση της νομιμότητας του από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η απόφαση, συνεπώς, της 16ης Φεβρουαρίου 2022, όχι αναγκαστικά το αποτέλεσμά της, ήταν προδιαγεγραμμένη  

[3] Μία στέρηση των πολιτικών του δικαιωμάτων τον εμποδίζει να μετέχει επίσημα στην πολιτική ζωή

[4] Ο δίδυμος αδελφός του Lech, πρώην Πρόεδρος της Πολωνίας (2005-2010), σκοτώθηκε σε αεροπορικό δυστύχημα, κατά τη διάρκεια επίσημης αποστολής στη Ρωσία, το 2010

[5] «Το Συμβούλιο δύναται, βάσει αιτιολογημένης πρότασης του ενός τρίτου των μελών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ή της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, αποφασίζοντας με την πλειοψηφία των τεσσάρων πέμπτων των μελών του και κατόπιν της έγκρισης του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, να διαπιστώσει την ύπαρξη σαφούς κινδύνου σοβαρής παραβίασης από κράτος μέλος των αξιών του άρθρου 2». Για την επιβολή μέτρων («αναστολή ορισμένων δικαιωμάτων»), απαιτείται, κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, ομόφωνη απόφαση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου

[6] Βλ. αναλυτικά Κ. Μποτόπουλου, «Η υπεροχή του κοινοτικού δικαίου και η επιμονή παραβίασης του», στο Syntagma Watch, 18/10/2021.

[7] Με μια από τις όχι ασυνήθεις ειρωνείες της ευρωπαϊκής ιστορίας, ο «μηχανισμός» απαιτούσε ομοφωνία, και έτσι πέρασε, αφού Πολωνία και Ουγγαρία αναγκάστηκαν να τον υπερψηφίσουν για να αποκτήσουν δικαίωμα στα κονδύλια εκ του Ταμείου Ανάκαμψης, κονδύλια που τώρα είναι εντελώς αβέβαιο αν θα λάβουν, ακριβώς λόγω της θέσης σε εφαρμογή του εν λόγω «μηχανισμού»

[8] Οι πόροι εκ του Ταμείου Ανάκαμψης (Next Generation EU) συνδέθηκαν άρρηκτα με τον Ευρωπαϊκό προϋπολογισμό στη Συμφωνία του Ιουλίου του 2020, η οποία οριστικοποιήθηκε το Δεκέμβριο κι επικυρώθηκε από όλα τα κράτη μέλη (συμπεριλαμβανομένων των Πολωνίας και Ουγγαρίας)  

[9] Την οποία, όπως είδαμε, προτιμούν Πολωνία και Ουγγαρία, λόγω του κανόνα της ομοφωνίας

[10] Οι αρχές/αξίες αυτές (κατά το άρθρο 2 ΣυνθΕΕ πρόκειται για «το σεβασμό της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, την ελευθερία, τη δημοκρατία, την ισότητα, το κράτος δικαίου, καθώς και το σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, συμπεριλαμβανομένων των δικαιωμάτων των προσώπων που ανήκουν σε μειονότητες») είναι, κατά το ΔΕΕ, «κοινές κατά τις συνταγματικές παραδόσεις των κρατών μελών». Πρόκειται για μια ακόμα νομολογιακή θεμελίωση του «ευρωπαϊκού συνταγματισμού».

[11] Πρόκειται για ημερήσιο πρόστιμο ύψους 500.00 ευρώ το οποίο επιβλήθηκε επειδή η Πολωνία δεν έκλεισε ανθρακωρυχείο στα σύνορα με την Τσεχοσλοβακία. Η πολωνική κυβέρνηση έχει προαναγγείλει ότι δεν πρόκειται να πληρώσει ούτε τα 70 εκατομμύρια ευρώ που της έχουν επιβληθεί για παράβαση των συστάσεων σχετικά με τις αλλαγές στο χώρο της Δικαιοσύνης

[12] Από πολιτική άποψη πολύ ενδιαφέρον είναι ότι τη μεγαλύτερη «ανησυχία» για την πρόταση του Προέδρου εξέφρασαν τα κόμματα της αντιπολίτευσης, καθώς και ο Υπουργός Δικαιοσύνης και αρχηγός του ακόμα πιο σκληροπυρηνικού από το PiS κόμματος «Ενωμένη Πολωνία»

[13] Η μεγαλύτερη ίσως διαφορά είναι ότι το 85% των Πολωνών υποστηρίζουν, σύμφωνα με δημοσκοπήσεις, την παραμονή της χώρας τους στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Βλ. “How Poland became Europe’s biggest rebel”, Financial Times, 14/2/2022.

Share on facebook
Share on twitter
Share on email
Share on print
Share on facebook
Share on twitter
Share on email
Share on print

Σου άρεσε το άρθρο, αλλά σου δημιούργησε νέες απορίες;

Έχεις και άλλα ερωτήματα που σε απασχολούν σε σχέση με το Σύνταγμα, τους Θεσμούς, τα δικαιώματα και τη λειτουργία της Δημοκρατίας;

Σχετικά Άρθρα

Απόφαση Ορόσημο για τη Σαρία

Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου στα τέλη του 2018 αποφάσισε ότι η υποχρεωτική εφαρμογή της Σαρία, δηλαδή του ιερού Ισλαμικού Νόμου, στη Μουσουλμανική μειονότητα της Δυτικής Θράκης έρχεται σε σύγκρουση με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.

Περισσότερα

ΕΔΔΑ: H ανάγκη για «ενεργητική» προάσπιση του δημοκρατικού πολιτεύματος

Στην προσφάτως δημοσιευθείσα απόφασή του Ayoub και λοιποί κατά Γαλλίας , το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (εφεξής: ΕΔΔΑ) επικύρωσε τη νομιμότητα της διαδικασίας διοικητικής διάλυσης ακροδεξιών ενώσεων. Το ΕΔΔΑ συμπλέοντας με τη δικαστική κρίση του Conseil d’État , αποφάνθηκε ότι η κατ’ αυτόν τον τρόπο αποβολή από την έννομη τάξη, ενώσεων με χαρακτηριστικά που παραβιάζουν τις καταστατικές αρχές της δημοκρατίας, δεν προσκρούει στις διατάξεις της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.

Περισσότερα

Το Brexit και τα «θεμέλια του συντάγματος»: Η απόφαση Cherry/Miller (No 2) του Ανωτάτου Δικαστηρίου του Ηνωμένου Βασιλείου

Η ομόφωνη απόφαση των έντεκα δικαστών του Ανωτάτου Δικαστηρίου δεν αφορά μόνο στις ειδικές περιστάσεις του Brexit, αλλά καταλαμβάνει τον πυρήνα της αρχής της διάκρισης των εξουσιών – τόσο του Κοινοβουλίου και της εκτελεστικής εξουσίας όσο και μεταξύ των δυο αυτών πολιτικών οργάνων και του Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο κρίνει ορθά πως η αναστολή του Κοινοβουλίου δεν μπορεί να αφεθεί στην εκτελεστική εξουσία και τον πολιτικό έλεγχο των πράξεων της.

Περισσότερα

Θέλεις να μαθαίνεις

πρώτος τα νέα μας;

Αν σε ενδιαφέρει να ενημερώνεσαι άμεσα για τις νέες δημοσιεύσεις και τις δράσεις του Syntagma Watch, τότε εγγράψου στο newsletter μας!

Αυτός ο ιστότοπος για τη διευκόλυνση της λειτουργίας του και προκειμένου να σας παρέχει μια προσωποποιημένη εμπειρία χρησιμοποιεί cookies. Για να ενημερωθείτε για τη χρήση των cookies και τις σχετικές ρυθμίσεις μπορείτε να επιλέξετε εδώ

JOIN THE CLUB!

It’s easy: all we need is your email & your eternal love. But we’ll settle for your email.

Subscribe

* indicates required
Email Format

Please select all the ways you would like to hear from Syntagma Watch:

You can unsubscribe at any time by clicking the link in the footer of our emails. For information about our privacy practices, please visit our website.

We use Mailchimp as our marketing platform. By clicking below to subscribe, you acknowledge that your information will be transferred to Mailchimp for processing. Learn more about Mailchimp's privacy practices here.