ΕΔΔΑ της 3ης Ιουλίου 2025: Αρβανίτης & «Φιλελεύθερος» Δημόσια Ε.Π.Ε. κατά Κύπρου (Προσφυγή υπ’ αριθ. 49917/22)

Ο Γ. Ζώης αναλύει τη νομολογία του ΕΔΔΑ για την ελευθερία της έκφρασης, με αφορμή την υπόθεση Αρβανίτης και «Φιλελεύθερος» κατά Κύπρου, εστιάζοντας στην έκταση και τα όρια της ελευθερίας του Τύπου και τη στάθμισή της με την προστασία της φήμης και της ιδιωτικής ζωής

Περίληψη:

Η υπόθεση του ΕΔΔΑ της 3ης Ιουλίου 2025 επί της υποθέσεως Αρβανίτης & «Φιλελεύθερος» Δημόσια Ε.Π.Ε. κατά Κύπρου (Προσφυγή υπ’ αριθ. 49917/22), αφορά την περίπτωση αστικής δυσφήμισης μετά από τη δημοσίευση άρθρου, τον Ιούλιο του 2007, στην κυπριακή εφημερίδα «Φιλελεύθερος», συντάκτης του οποίου είναι ο πρώτος προσφεύγων και δημοσιογράφος. Στο άρθρο του ο πρώτος προσφεύγων διατύπωσε σειρά αξιολογικών κρίσεων για άρθρο του δικηγόρου και αρχικώς ενάγοντος, C.K., που δημοσιεύτηκε στην κυριακάτικη έκδοση μεγάλης ελληνικής εφημερίδας, τον Ιούνιο του 2007, σχετικά με τον τρόπο που κατόρθωσε να ανακτήσει δύο πίνακες ζωγραφικής που ανήκαν στην οικογένειά του και είχαν μείνει στα κατεχόμενα από την Τουρκία εδάφη της Κυπριακής Δημοκρατίας, όταν η οικογένεια αναγκάστηκε να φύγει κατά την εισβολή το καλοκαίρι του 1974. Τα εθνικά δικαστήρια επιδίκασαν εις βάρος των προσφευγόντων την καταβολή αποζημίωσης, εκτιμώντας ότι το άρθρο ήταν δυσφημιστικό. Το ΕΔΔΑ στη συγκεκριμένη υπόθεση δεν αμφισβήτησε ότι οι αποφάσεις στις αστικές διαδικασίες κατά των προσφευγόντων συνιστούσαν «παρέμβαση» στην άσκηση του δικαιώματός τους στην ελευθερία της έκφρασης. Επίσης, κατά την εκτίμηση του Δικαστηρίου, ο Τύπος έχει βασικό καθήκον να μεταδίδει πληροφορίες και ιδέες, τις οποίες το κοινό δικαιούται να λαμβάνει. Παράλληλα, κρίθηκε από το ΕΔΔΑ, σε αντίθεση με την εκτίμηση των εθνικών δικαστηρίων, ότι οι εκφράσεις που χρησιμοποιήθηκαν στο επίμαχο άρθρο των προσφευγόντων αποτελούσαν ουσιαστικά αξιολογικές κρίσεις και όχι συγκεκριμένες δηλώσεις γεγονότων. Σύμφωνα με το ΕΔΔΑ, το σκεπτικό των εθνικών δικαστηρίων ακολούθησε μια υπερβολικά περιοριστική προσέγγιση, η οποία δεν ήταν σύμφωνη με τις αρχές που κατοχυρώνονται στο άρθρο 10 της ΕΣΔΑ. Τέλος, σύμφωνα με το Δικαστήριο, μολονότι η επιβληθείσα από τα εθνικά δικαστήρια αποζημίωση είχε χαρακτήρα αστικής κύρωσης, τα επιδικασθέντα ποσά συνιστούσαν σημαντική οικονομική επιβάρυνση για τους προσφεύγοντες, γεγονός που θέτει εν αμφιβόλω τη δυνατότητα διεξαγωγής διαλόγου για θέματα δημόσιου ενδιαφέροντος. Με βάση το σκεπτικό αυτό, διαπιστώθηκε παραβίαση του άρθρου 10 της ΕΣΔΑ.

Βασικές σκέψεις της απόφασης

6. Την 1η Ιουλίου 2007, ο πρώτος προσφεύγων, αρθρογράφος, έγραψε ένα άρθρο το οποίο δημοσιεύθηκε από τον δεύτερο προσφεύγοντα στην εφημερίδα «Φιλελεύθερος», με τίτλο «Αξιοπρέπεια ιδιοκτησίας, 1-0» («το άρθρο»). Το άρθρο είχε ως εξής:

«Πριν από μερικά χρόνια, ένας φίλος μου πήρε την επαγγελματική κάρτα ενός αντιπάλου στην κατεχόμενη περιοχή, ο οποίος, προωθώντας τις υπηρεσίες του στους Ελληνοκύπριους, διαφήμιζε [τις υπηρεσίες του], οι οποίες περιλάμβαναν και παράδοση στο σπίτι. Ήταν προφανές ότι σχεδόν όλα τα εμπορεύματά του προέρχονταν από εγκαταλελειμμένα ελληνοκυπριακά σπίτια. Έτσι, όταν έδωσα συμβουλές σε αυτή τη στήλη για το «πώς να επανακτήσετε τα υπάρχοντά σας», δεν μπορούσα να φανταστώ πόσοι άνθρωποι θα ακολουθούσαν τις συμβουλές μου, ακόμη και χωρίς να διαβάσουν [τη στήλη μου]. Σήμερα, ενώ ορισμένα άτομα έχουν ασκήσει αγωγές ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου [Δικαιοσύνης], διακόσια ή τριακόσια άτομα διαπραγματεύονται απευθείας με τους κλέφτες για [την επιστροφή] της περιουσίας τους…

Ο δικηγόρος [C.K.], ο οποίος εκπροσωπεί τον [M.A.] (σε διαδικασία που αποσκοπεί στην επιβολή των δικαιωμάτων ιδιοκτησίας του [M.A.] έναντι Βρετανών καταπατητών που καταλαμβάνουν παράνομα τη γη του που βρίσκεται στα κατεχόμενα εδάφη), περιέγραψε, σε ένα συγκινητικό άρθρο στην κυριακάτικη έκδοση της εφημερίδας «Το Βήμα», πώς κατάφερε να (επανα)αγοράσει δύο πίνακες του Γ. Πολ. Γεωργίου, που ανήκαν στην οικογένειά του, από τους νέους «ιδιοκτήτες» τους, χωρίς να παραλείψει να καταγγείλει εκ των προτέρων τους «αυτοαποκαλούμενους υπερπατριώτες» που πιθανότατα θα επικρίνουν τη συμπεριφορά του, και συμβουλεύοντας επίσης τους μελλοντικούς οπαδούς του να αναζητήσουν έμπνευση από τον αμερικανικό κινηματογράφο (για παράδειγμα, την ταινία «Η υπόθεση Τόμας Κράουν»).

Δεν ξέρω πώς ένα κλεμμένο σπίτι διαφέρει από έναν κλεμμένο πίνακα ή ένα παλιό μπαούλο, ούτε πώς η πληρωμή «λύτρων» για ένα έργο τέχνης στα κατεχόμενα εδάφη ταιριάζει με τις αμερικανικές ταινίες και την ηθική. Ο καθένας είναι ελεύθερος να εκτιμά την αξιοπρέπεια και τις προτεραιότητές του όπως θεωρεί κατάλληλο, ανεξάρτητα από τα δικά μας πρότυπα. Ωστόσο, όταν οι ενέργειες και οι δημόσιες προτροπές κάποιου όπως ένας δικηγόρος που εμπλέκεται σε μια σημαντική υπόθεση στην Ευρώπη (η έκβαση της οποίας είναι πιθανό να επηρεάσει την τύχη πολλών άλλων υποθέσεων που έχουν ασκηθεί από τους συμπατριώτες του) έχουν ευρύτερες συνέπειες, η αξιοπρέπεια και οι προσωπικές προτεραιότητες αποκτούν ιδιαίτερη σημασία. Αν και δεν είναι δική μου δουλειά, δεν μπορώ να μην αναρωτηθώ: έτσι συμβουλεύει τους πελάτες του;

Μπορεί να με ρωτήσετε: «Τι είναι αυτό που θέλεις; Γιατί ανακατεύεσαι σε θέματα που δεν σε αφορούν; Ας είναι, πλήρωσε λύτρα, πούλησε την αξιοπρέπειά σου, γλείψε τους βιαστές σου, «κρέμασε» τους συμπατριώτες σου· είναι δικαίωμά σου να το κάνεις! Και είναι δικαίωμά μου να απαντήσω σε δημόσια διατυπωμένες απόψεις. Όπως το βλέπω, εδώ και καιρό το κυπριακό [ζήτημα] έχει καταντήσει μια «υπόθεση Τόμας Κράουν» αλά τουρκικά…»

7. Το τεύχος πούλησε 24.482 αντίτυπα.

8. Στις 10 Νοεμβρίου 2008, ο C.K. υπέβαλε αγωγή για δυσφήμιση κατά των προσφευγόντων στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας.

11. Στις 18 Σεπτεμβρίου 2014, το δικαστήριο εξέδωσε απόφαση υπέρ του C.K. κρίνοντας τη δημοσίευση δυσφημιστική, διέταξε τους προσφεύγοντες να καταβάλουν αποζημίωση, από κοινού και/ή ξεχωριστά, ύψους 12.000 ευρώ (EUR), συν τους νόμιμους τόκους από την ημερομηνία της απόφασης.

12. Κατά την αξιολόγησή του, το δικαστήριο έκρινε ότι το άρθρο υπερβαίνει την έκφραση μιας άποψης επί του θέματος και κάνει συγκεκριμένη αναφορά στον C.K., προσβάλλοντας άμεσα την προσωπικότητά του και βλάπτοντας την επαγγελματική του υπόληψη, χαρακτηρίζοντάς τον ως πρόσωπο που εγκατέλειψε την αξιοπρέπειά του και πούλησε τους συμπατριώτες του, διαπραγματευόμενος με κλέφτες. Τόσο η αξιοπρέπεια του προσφεύγοντος όσο και η αγάπη του για την πατρίδα του είχαν προσβληθεί. Το άρθρο είχε δημοσιευθεί σε μια περίοδο κατά την οποία ο C.K. εκπροσωπούσε πελάτες ενώπιον του Εφετείου της Αγγλίας και της Ουαλίας σε υποθέσεις που αφορούσαν ακίνητα στα κατεχόμενα μέρη της Κύπρου. Επομένως, είχε δημοσιευθεί σε μια περίοδο κατά την οποία η φήμη του C.K. ως δικηγόρου βρισκόταν στο αποκορύφωμά της, και είχε θέσει υπό αμφισβήτηση την εν λόγω φήμη. Το δικαστήριο έκρινε περαιτέρω ότι ο πρώτος προσφεύγων δεν είχε επικοινωνήσει με τον C.K., όπως θα έπρεπε να είχε κάνει ένας υπεύθυνος δημοσιογράφος. Δεν είχε ερευνήσει αν ο τρόπος ανάκτησης της εν λόγω περιουσίας ήταν συνήθης, ούτε είχε ρωτήσει τον C.K. πόσο είχε πληρώσει για να ανακτήσει τον πρώτο πίνακα [ο οποίος αποδείχθηκε ότι ήταν 1.000 κυπριακές λίρες (CYP)]. Δεν είχε ερευνήσει την αξία του πίνακα (η οποία αποδείχθηκε ότι ήταν πάνω από 50.000 CYP) για να ελέγξει αν το ποσό που καταβλήθηκε μπορούσε να συγκριθεί με λύτρα. Ταυτόχρονα, το δικαστήριο σημείωσε ότι ο C.K. δεν είχε ποτέ δηλώσει ότι είχε αγοράσει τον πίνακα. Αν και η ανάκτηση του πίνακα είχε επιτευχθεί «με χρήματα», αυτό δεν ισοδυναμούσε με πράξη αγοράς. Σε κάθε περίπτωση, το ποσό που κατέβαλε ο C.K. για την ανάκτηση του πίνακα δεν ήταν ισοδύναμο με την αξία του. Επιπλέον, όπως αναφέρεται στο άρθρο του C.K., ο C.K. δεν γνώριζε αν τα χρήματα είχαν δοθεί στον Τούρκο ιδιοκτήτη της ταβέρνας που είχε στην κατοχή του τον πίνακα ή αν τα είχε κρατήσει ο μεσάζων. Ως εκ τούτου, οι προσφεύγοντες είχαν εσφαλμένα συμπεράνει ότι ο C.K. είχε διαπραγματευτεί με κλέφτες και είχε αγοράσει τον πίνακα από τον νέο ιδιοκτήτη. Ως εκ τούτου, το δικαστήριο έκρινε ότι το εν λόγω άρθρο δεν είχε καμία βάση στην αλήθεια και ότι οι προσφεύγοντες είχαν παραποιήσει το νόημα του άρθρου του C.K., χρησιμοποιώντας το ως βάση για σχόλια και για την έκφραση της δικής τους άποψης.

13. Το δικαστήριο προχώρησε στην εκτίμηση του κατά πόσον το άρθρο μπορούσε να θεωρηθεί δίκαιη κριτική για θέμα δημόσιου ενδιαφέροντος. Θεώρησε ότι το άρθρο αφορούσε θέμα δημόσιου ενδιαφέροντος, συγκεκριμένα ζητήματα ιδιοκτησίας που προέκυψαν από την τουρκική κατοχή και το συνολικό πρόβλημα της Κύπρου. Ωστόσο, έκρινε ότι το άρθρο υπερέβαινε τα όρια ενός δίκαιου σχολίου, αλλά μάλλον περιείχε χυδαίες και κακόπιστες προσωπικές επιθέσεις εναντίον του C.K. Το συμπέρασμα αυτό υποστηρίχθηκε επίσης από το γεγονός ότι και άλλα άτομα και κρατικοί φορείς είχαν επίσης καταβάλει χρήματα στο παρελθόν για να ανακτήσουν την κατοχή αρχαιοτήτων ή πολιτιστικών αγαθών που ανήκαν σε Ελληνοκύπριους κατά τη στιγμή της τουρκικής εισβολής και τα οποία στη συνέχεια είχαν κλαπεί από τρίτους. Ο στόχος ήταν να σωθεί και να διασωθεί η πολιτιστική κληρονομιά της Κύπρου με την επιστροφή των εν λόγω αγαθών στους ιδιοκτήτες τους. Μια τέτοια πράξη δεν ήταν κατακριτέα ή άδικη, καθώς δεν ήταν πάντα δυνατό να επιτευχθεί ο εν λόγω στόχος μέσω νομικών διαδικασιών. Κατά συνέπεια, το δικαστήριο έκρινε ότι το άρθρο δεν είχε επαρκή πραγματική βάση. Επιπλέον, οι προσφεύγοντες είχαν δημιουργήσει την εντύπωση ότι ο C.K. ήταν προδότης, χωρίς να ζητήσουν πρώτα τη γνώμη του C.K. για το κυπριακό πρόβλημα πριν διαδώσουν το άρθρο. Η παράλειψη αυτή έδειχνε ότι ο πρώτος προσφεύγων δεν είχε ενεργήσει με καλή πίστη.

14. Τέλος, το δικαστήριο δεν έκρινε ότι ο C.K. ήταν δημόσιο πρόσωπο. Το γεγονός ότι ως δικηγόρος είχε αναλάβει μια σημαντική υπόθεση δεν τον καθιστούσε δημόσιο πρόσωπο. Για να καταλήξει σε αυτό το συμπέρασμα, το δικαστήριο αναφέρθηκε στο γεγονός ότι καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας οι προσφεύγοντες είχαν υποδείξει ότι ο C.K. δεν θεωρούνταν ευρέως δημόσιο πρόσωπο και, κατά συνέπεια, δεν θα έπρεπε να μπορούν να επικαλεστούν αυτό το στοιχείο ως ελαφρυντικό παράγοντα. Ο πρώτος προσφεύγων κατέθεσε ότι δεν γνώριζε τις ενέργειες του C.K. σε σχέση με το κυπριακό πρόβλημα και ότι το άρθρο στόχευε τον C.K. ως δικηγόρο που χειριζόταν μια σημαντική υπόθεση, όχι ως πολιτικό πρόσωπο. Οι προσφεύγοντες προσπάθησαν ακόμη και να υπονομεύσουν την επαγγελματική εικόνα του C.K. αμφισβητώντας αν αυτός ή Άγγλοι δικηγόροι ήταν οι κύριοι συνήγοροι στην υπόθεση ενώπιον του Εφετείου της Αγγλίας και της Ουαλίας.

16. Στις 24 Ιουνίου 2022, το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε τις διαπιστώσεις του Επαρχιακού Δικαστηρίου. Διαπίστωσε, μεταξύ άλλων, ότι ο C.K. ήταν ιδιώτης και όχι δημόσιο πρόσωπο. Επιπλέον, έκρινε ότι το άρθρο δεν βασιζόταν στην αλήθεια, καθώς ο C.K. δεν είχε ποτέ υποδείξει ότι είχε «αγοράσει» τους πίνακες. Αντίθετα, ο C.K. είχε χρησιμοποιήσει τη λέξη «ανακτήθηκε». Αν και ο πίνακας είχε ανακτηθεί ως αποτέλεσμα της ανταλλαγής χρημάτων, αυτό δεν σήμαινε, σύμφωνα με το Ανώτατο Δικαστήριο, αδιαμφισβήτητα ότι είχε πραγματοποιηθεί αγορά. Το ίδιο ίσχυε και για το γεγονός ότι ο C.K. δεν είχε δηλώσει στο άρθρο του ότι είχε διαπραγματευτεί με τον Τούρκο ιδιοκτήτη ταβέρνας που ήταν ο νέος «ιδιοκτήτης του πίνακα». Ως εκ τούτου, ο πρώτος προσφεύγων κατηγόρησε εσφαλμένα τον C.K. ότι «διαπραγματεύτηκε με κλέφτες» και αγόρασε τον πίνακα από τον «νέο ιδιοκτήτη» του. Το Ανώτατο Δικαστήριο συμφώνησε με το Επαρχιακό Δικαστήριο ότι το άρθρο δεν αποτελούσε δίκαιη κριτική και ότι, σε κάθε περίπτωση, δεν είχε βάση στην αλήθεια.

26. Το Δικαστήριο σημειώνει ότι είναι αδιαμφισβήτητο ότι οι αποφάσεις στις αστικές διαδικασίες κατά των προσφευγόντων συνιστούσαν «παρέμβαση» στην άσκηση του δικαιώματός τους στην ελευθερία της έκφρασης. Το Δικαστήριο διαπιστώνει επίσης, και τα μέρη συμφωνούν σε αυτό το σημείο, ότι η καταγγελθείσα παρέμβαση προβλεπόταν από τον νόμο, συγκεκριμένα από τον Νόμο περί αστικών αδικοπραξιών, και αποσκοπούσε στην επίτευξη νόμιμου σκοπού που αναφέρεται στο άρθρο 10 § 2 της Σύμβασης, δηλαδή στην προστασία «της φήμης ή των δικαιωμάτων των άλλων». Επομένως, το μόνο ζήτημα που τίθεται είναι αν η παρέμβαση ήταν «αναγκαία σε μια δημοκρατική κοινωνία» για την επίτευξη των στόχων αυτών.

28. Όταν καλείται να εξετάσει την αναγκαιότητα παρέμβασης σε μια δημοκρατική κοινωνία για λόγους «προστασίας της φήμης ή των δικαιωμάτων άλλων», το Δικαστήριο μπορεί να κληθεί να διαπιστώσει εάν οι εθνικές αρχές επέτυχαν μια δίκαιη ισορροπία κατά την προστασία δύο αξιών που εγγυάται η Σύμβαση και οι οποίες ενδέχεται να έρχονται σε σύγκρουση σε ορισμένες περιπτώσεις, δηλαδή, αφενός, την ελευθερία της έκφρασης που προστατεύεται από το άρθρο 10 και, από την άλλη, το δικαίωμα στον σεβασμό της ιδιωτικής ζωής που κατοχυρώνεται στο άρθρο 8 (βλ. Μπαλάσκας κατά Ελλάδας, αριθ. 73087/17, § 37, 5 Νοεμβρίου 2020). Ωστόσο, για να εφαρμοστεί το άρθρο 8, η προσβολή της φήμης ενός ατόμου πρέπει να φτάσει σε ένα ορισμένο επίπεδο σοβαρότητας και να πραγματοποιηθεί με τρόπο που να προκαλεί βλάβη στην προσωπική απόλαυση του δικαιώματος στον σεβασμό της ιδιωτικής ζωής (βλ. Axel Springer AG, προαναφερθείσα, § 83, και Medžlis Islamske Zajednice Brčko και άλλοι κατά Βοσνίας-Ερζεγοβίνης [GC], αριθ. 17224/11, § 76, 27 Ιουνίου 2017). Από την άλλη πλευρά, το άρθρο 8 δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως βάση για την καταγγελία απώλειας φήμης που αποτελεί την προβλέψιμη συνέπεια των δικών του πράξεων, όπως, για παράδειγμα, η διάπραξη ποινικού αδικήματος (βλ. Axel Springer AG, προαναφερθείσα, § 83, και Sidabras και Džiautas κατά Λιθουανίας, αριθ. 55480/00 και 59330/00, § 49, ΕΔΑΔ 2004-VIII).

30. Το Δικαστήριο επαναλαμβάνει ότι το άρθρο 10 § 2 τηςΣύμβασης δεν παρέχει μεγάλο περιθώριο για περιορισμούς της πολιτικής έκφρασης ή της συζήτησης θεμάτωνδημοσίου ενδιαφέροντος (βλ., για παράδειγμα, Ceylan κατά Τουρκίας [GC], αριθ. 23556/94,§ 34, ΕΔΑΔ 1999-IV· Wingrove κατά Ηνωμένου Βασιλείου, 25 Νοεμβρίου 1996,§ 58, Reports of Judgments and Decisions 1996-V· και, πιο πρόσφατα,Couderc και Hachette Filipacchi Associés κατά Γαλλίας [GC], αριθ. 40454/07,§ 96, ECHR 2015 (αποσπάσματα)).

31. Ο Τύπος διαδραματίζει ουσιαστικό ρόλο σε μια δημοκρατική κοινωνία. Αν καιδεν πρέπει να υπερβαίνει ορισμένα όρια, ιδίως όσον αφορά την προστασία τηςφήμης και των δικαιωμάτων των άλλων, το καθήκον του είναι, ωστόσο, να μεταδίδει – με τρόποσυμβατό με τις υποχρεώσεις και τις ευθύνες του – πληροφορίες και ιδέες σχετικά μεόλα τα θέματα δημόσιου ενδιαφέροντος. Ο Τύπος δεν έχει μόνο το καθήκον ναμεταδίδει τέτοιες πληροφορίες και ιδέες, αλλά και το κοινό έχει το δικαίωμα να τις λαμβάνει. Διαφορετικά, ο Τύπος δεν θα μπορούσε να διαδραματίσει τον ζωτικό του ρόλο ως«δημόσιος φύλακας» (βλ. Axel Springer AG, προαναφερθείσα, § 79).

32. Η δημοσιογραφική ελευθερία καλύπτει επίσης την πιθανή προσφυγή σε κάποιο βαθμό υπερβολής ή ακόμη και πρόκλησης, και δεν εναπόκειται στο Δικαστήριο, όπως και στα εθνικά δικαστήρια, να υποκαταστήσει τις απόψεις του Τύπου με τις δικές του όσον αφορά τις τεχνικές δημοσιογραφικής κάλυψης που πρέπει να υιοθετηθούν σε μια συγκεκριμένη περίπτωση (ibid., § 81). Οι μέθοδοι αντικειμενικής και ισορροπημένης δημοσιογραφικής κάλυψης μπορεί να ποικίλλουν σημαντικά (βλ. Eigirdas και VĮ «Demokratijos plėtros fondas» κατά Λιθουανίας, αριθ. 84048/17 και 84051/17, § 80, 12 Σεπτεμβρίου 2023) και το εύρος της κάλυψης και η τεχνική της δημοσιογραφικής κάλυψης ενός συγκεκριμένου θέματος είναι θέματα που εμπίπτουν στη σφαίρα της δημοσιογραφικής ελευθερίας (βλ. Bild GmbH & Co. KG κατά Γερμανίας, αριθ. 9602/18, § 38, 31 Οκτωβρίου 2023).

34. Το Δικαστήριο σημειώνει ότι η παρούσα υπόθεση αφορά σύγκρουση μεταξύ του δικαιώματος των προσφευγόντων στην ελευθερία της έκφρασης σύμφωνα με το άρθρο 10 της Σύμβασης και του δικαιώματος του C.K. στην προστασία της φήμης του σύμφωνα με το άρθρο 8 της Σύμβασης. Το άρθρο αναφερόταν άμεσα στον C.K., τον παρουσίαζε ως προδότη και σχολίαζε αρνητικά τον τρόπο με τον οποίο είχε ανακτήσει τους πίνακες της οικογένειάς του. Το Δικαστήριο θεωρεί ότι τέτοιου είδους χαρακτηρισμοί θα μπορούσαν να έχουν αμαυρώσει τη φήμη του C.K. και να του έχουν προκαλέσει βλάβη στο επάγγελμά του και στο κοινωνικό του περιβάλλον, παραβιάζοντας έτσι τα δικαιώματά του σύμφωνα με το άρθρο 8 της Σύμβασης.

36. Το Δικαστήριο θεωρεί ότι τα εθνικά δικαστήρια δεν έδωσαν επαρκή βαρύτητα στο γεγονός ότι το άρθρο των προσφευγόντων είχε δημοσιευθεί ως απάντηση στο άρθρο του C.K., το οποίο αναφερόταν στην ανάκτηση των λεηλατημένων έργων τέχνης. Το θέμα αυτό ήταν αναμφίβολα ενδιαφέρον και σημαντικό για την κυπριακή κοινωνία, επίσης λαμβάνοντας υπόψη το συνεχιζόμενο πρόβλημα της Κύπρου. Η δημοσίευση των προσφευγόντων αφορούσε επομένως ένα πεδίο στο οποίο υπήρχε μικρό περιθώριο για περιορισμούς βάσει του άρθρου 10 § 2 της Σύμβασης.

37. Αν και ο C.K. δεν μπορεί να εξομοιωθεί με πολιτικό, το Δικαστήριο δεν μπορεί να αγνοήσει το γεγονός ότι ο ίδιος εξέθεσε τον εαυτό του στην κριτική δημοσιεύοντας ένα άρθρο σχετικά με την ανάκτηση των πινάκων της μητέρας του και συμμετέχοντας, κατ’ επέκταση, σε δημόσια συζήτηση και, ως εκ τούτου, έπρεπε να αναμένει στενό έλεγχο των δηλώσεών του (βλ. Couderc και Hachette Filipacchi Associés, προαναφερθείσα, § 121, Drousiotis κατά Κύπρου, αριθ. 42315/15, § 51, 5 Ιουλίου 2022, Kapsis και Danikas κατά Ελλάδας, αριθ. 52137/12, § 35, 19 Ιανουαρίου 2017, και Brunet-Lecomte και Lyon Mag κατά Γαλλίας, αριθ. 17265/05, § 46, 6 Μαΐου 2010). Πρέπει να σημειωθεί ότι το άρθρο των προσφευγόντων δεν σχολίαζε την ιδιωτική ζωή του C.K., αλλά μάλλον σχολίαζε ένα ζήτημα που έθεσε πρώτος ο ίδιος ο C.K..

39. Όσον αφορά την πραγματική βάση των εν λόγω εκφράσεων, τα εθνικά δικαστήρια ακολούθησαν μια αυστηρή προσέγγιση και έθεσαν απαιτήσεις ευρείας εμβέλειας για τον τρόπο με τον οποίο οι δημοσιογράφοι μπορούσαν να σχολιάσουν τη συμπεριφορά ενός ατόμου που είχε επιδιώξει δημοσιότητα. Συγκεκριμένα, επέκριναν τον πρώτο προσφεύγοντα για τη χρήση των όρων «επαναγορά» ή «αγορά» αντί του όρου «ανάκτηση», όπως χρησιμοποίησε ο C.K. στο άρθρο του. Θεώρησαν ότι το γεγονός ότι είχε γίνει ανταλλαγή χρημάτων για την ανάκτηση του πίνακα δεν σήμαινε ότι είχε πραγματοποιηθεί αγορά, ειδικά δεδομένου ότι τα χρήματα που είχαν δοθεί δεν αντανακλούσαν την αξία του ανακτηθέντος πίνακα. Επιπλέον, επέκριναν τον πρώτο προσφεύγοντα για το ότι δήλωσε ότι ο C.K. είχε αγοράσει πίσω την περιουσία του από τους «νέους ιδιοκτήτες», ενώ, στο άρθρο του, ο C.K. δεν είχε διευκρινίσει ότι είχε πληρώσει τους «νέους ιδιοκτήτες» για την ανάκτηση των πινάκων (βλ. παραγράφους 12 και 13 ανωτέρω). Επιπλέον, τα εθνικά δικαστήρια υπογράμμισαν το γεγονός ότι αυτός ο τρόπος ανάκτησης των κλεμμένων έργων τέχνης χρησιμοποιούνταν επίσης από κρατικούς λειτουργούς.

40. Το Δικαστήριο σημειώνει περαιτέρω ότι ο πρώτος προσφεύγων εξήγησε ενώπιον των εγχώριων δικαστηρίων τη βάση των ισχυρισμών του (βλ. παράγραφο 10 ανωτέρω) και πώς βασίστηκε στις πληροφορίες που περιείχε το άρθρο του C.K., δηλαδή ότι είχαν καταβληθεί χρήματα σε άγνωστα πρόσωπα για έναν από τους δύο πίνακες. Υπό αυτό το πρίσμα, το Δικαστήριο δεν θεωρεί ότι το άρθρο του πρώτου προσφεύγοντος ήταν εντελώς αβάσιμο, ότι το άρθρο του C.K. είχε αποσπαστεί από το πλαίσιο του, ή ότι η πρόθεση των προσφευγόντων ήταν να παραπλανήσουν τους αναγνώστες. Το γεγονός ότι κρατικοί υπάλληλοι είχαν επίσης χρησιμοποιήσει παρόμοιες τεχνικές όταν δεν μπόρεσαν να ανακτήσουν τα κλεμμένα έργα τέχνης με νόμιμα μέσα, δεν αφαίρεσε από το άρθρο την προϋπόθεση ότι ο C.K., παρά το γεγονός ότι ήταν δικηγόρος, δεν είχε χρησιμοποιήσει νομικά μέσα για την ανάκτηση των κλεμμένων έργων τέχνης. Ούτε θεωρεί το Δικαστήριο ότι έχει αποδειχθεί ότι οι προσφεύγοντες ενήργησαν κακόπιστα, ανεξάρτητα από την υπερβολική γλώσσα που χρησιμοποίησαν. Αντίθετα, θεωρεί ότι τα εθνικά δικαστήρια προσπάθησαν ανεπίτρεπτα να αντικαταστήσουν τις απόψεις των προσφευγόντων με τις δικές τους όσον αφορά την τεχνική της έκφρασης που θα έπρεπε να χρησιμοποιηθεί στην εν λόγω υπόθεση (βλ. Stoll κατά Ελβετίας [GC], αριθ. 69698/01, § 146, ΕΔΑΔ 2007-V). Η προσέγγιση που ακολούθησαν τα εθνικά δικαστήρια ήταν υπερβολικά περιοριστική και δεν ήταν σύμφωνη με τις αρχές που περιλαμβάνονται στο άρθρο 10 της Σύμβασης.

41. Τέλος, αν και η επιβληθείσα κύρωση ήταν πράγματι αστικής φύσεως, τα ποσά της εν λόγω αποζημίωσης επέβαλαν ωστόσο σημαντικό οικονομικό βάρος στους προσφεύγοντες και ήταν ικανό να έχει αποτρεπτικό αποτέλεσμα στην ανοιχτή συζήτηση θεμάτων δημόσιου ενδιαφέροντος (βλ. Drousiotis κατά Κύπρου, προαναφερθείσα, § 60).

47. Η Κυβέρνηση αποδέχθηκε, όσον αφορά την αγωγή των προσφευγόντων για χρηματική ζημία, ότι σε περίπτωση που το Δικαστήριο διαπιστώσει παραβίαση του άρθρου 10 της Σύμβασης, οι προσφεύγοντες θα έχουν δικαίωμα σε δίκαιη ικανοποίηση υπό τη μορφή της αποζημίωσης που επιδικάστηκε από τα εθνικά δικαστήρια, μαζί με τους νόμιμους τόκους, τους φόρους και τα δικαστικά έξοδα. Όσον αφορά την αγωγή για ηθική βλάβη, η Κυβέρνηση υποστήριξε ότι η διαπίστωση παραβίασης συνιστούσε επαρκή δίκαιη ικανοποίηση.

Μετάφραση: Γεώργιος Θ. Ζώης, Διδάκτωρ Συνταγματικού Δικαίου ΕΚΠΑ, Εντεταλμένος Διδάσκων στο Πάντειο Πανεπιστήμιο

Παρατηρήσεις

«Έκταση και όρια της ελευθερίας του Τύπου σε ζητήματα δημόσιου ενδιαφέροντος»

1. Αντί Προλόγου

Η ελευθερία της έκφρασης, όπως αυτή κατοχυρώνεται στα άρθρα 14 § 1 Συντ., 10 ΕΣΔΑ, 11 ΧΘΔ ΕΕ και 19 ΔΣΑΠΔ, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα θεμέλια για τη διαμόρφωση μιας δημοκρατικής κοινωνίας, στο μέτρο που συμβάλλει στη διεύρυνση της ελευθερίας τη γνώμης, της διάδοσης των ιδεών και της γενικότερης πνευματικής ανάπτυξης. Η αποτελεσματική άσκηση του δικαιώματος της ελευθερίας στην έκφραση προϋποθέτει τη διττή της διάσταση ως προς τη δημοσιότητα, ήτοι: αφενός, μια ενεργητική διάσταση, υπό την έννοια ότι αναγνωρίζεται το δικαίωμα του καθενός ατομικά να εκφράζει τη γνώμη του δημόσια, λειτουργώντας ως «πομπός» ενώπιον ενός υφιστάμενου (π.χ. σε έναν δημόσιο χώρο) ή ενός «αόρατου» (π.χ. μέσω μιας διαδικτυακής πλατφόρμας) ακροατηρίου· αφετέρου, μία παθητική διάσταση, υπό την έννοια της ύπαρξης ενός «δέκτη» της έκφρασης που θεμελιώνεται στην εξασφάλιση του δικαιώματος της παθητικής πληροφόρησης ενός προσώπου ή μιας ομάδας προσώπων[1]. Η κατοχύρωση της πλουραλιστικής διαμόρφωσης της κοινής γνώμης καθιερώθηκε με την προσθήκη του άρθρου 5 Α του Συντάγματος μετά την αναθεώρηση του 2001, ως θεσμική εγγύηση που συμβαδίζει, χωρίς όμως να ταυτίζεται, με το δικαίωμα στην πληροφόρηση[2]. Επιπλέον, επισημαίνεται ότι στο πεδίο της διάταξης του άρθρου 14 § 1 Συντ. υπάγεται κάθε μορφή άσκησης επιρροής, μέσω του λόγου, στην κοινή γνώμη, δεδομένου ότι δεν περιλαμβάνεται ένας numerus clausus των μέσων έκφρασης στη διατύπωσή της. Κάτι που, επίσης, δεν θα πρέπει να παραβλέψει κανείς είναι το γεγονός ότι ο συντακτικός νομοθέτης αναφέρει τη λέξη «στοχασμοί» στη γραμματική διατύπωση του άρθρου 14 § 1, γεγονός που ενδεχομένως θα οδηγούσε σε παρανοήσεις αν επιλεγόταν μια στενή ερμηνευτική εκδοχή, καθώς η ίδια η λέξη φαίνεται να περιορίζει την εμβέλεια του κανόνα σε προσωπικές απόψεις ποικίλου περιεχομένου (π.χ. πολιτικού, θρησκευτικού, φιλοσοφικού κ.λπ.), ενώ ορθότερο είναι να περιλαμβάνονται πληροφορίες με την ευρύτερη έννοια του όρου. Στην τελευταία αυτήν ερμηνευτική εκδοχή, το δικαίωμα της ελεύθερης εκφοράς της γνώμης υπόκειται σε περιορισμούς, δεδομένου ότι μια πληροφορία που περιέχει χαρακτηρισμούς για ένα πρόσωπο ή για μια κατάσταση και αναπαράγεται χωρίς διασταύρωση, τεκμηρίωση και επαλήθευση ενδέχεται να αγγίζει τα όρια του ψεύδους, της εξύβρισης ή και της συκοφαντικής δυσφήμισης.

Η προστασία του δικαιώματος στην έκφραση απασχολεί διαρκώς και τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, το οποίο έχει ερμηνεύσει την ελευθερία της έκφρασης, όπως αυτή κατοχυρώνεται στο άρθρο 10 της ΕΣΔΑ[3], ως «ένα από τα βασικά θεμέλια της (δημοκρατικής) κοινωνίας, μία από τις βασικές προϋποθέσεις για την πρόοδό της και για την ανάπτυξη κάθε ανθρώπου»[4]. Μάλιστα, το προστατευτικό πλέγμα του δικαιώματος δεν περιορίζεται στις «πληροφορίες» ή «ιδέες» που γίνονται αποδεκτές, ή αδιάφορες, είτε ως αβλαβείς είτε ως ευνοϊκές αξιολογικές κρίσεις, αλλά εκτείνεται και στις περιπτώσεις που οι εκφράσεις προσβάλλουν, σοκάρουν ή ενοχλούν, νοούμενες ως οι ελάχιστες απαιτήσεις του πλουραλισμού και της ανεκτικότητας, δίχως τις οποίες δεν μπορεί να υπάρξει μια «δημοκρατική κοινωνία». Ακολούθως, οι περιορισμοί του δικαιώματος στην ελεύθερη έκφραση πρέπει να ερμηνεύονται στενά από τα εθνικά δικαστήρια, τα οποία βαρύνονται με την υποχρέωση «αυτοσυγκράτησης» κατά την επιβολή τυχόν κυρώσεων.

2. Η απόφαση Αρβανίτης και «Φιλελεύθερος» Δημόσια Ε.Π.Ε. κατά της Κυπριακής Δημοκρατίας (προσφυγή υπ’ αρ. 49917/22)

Η υπ’ αριθμόν 49917/2 προσφυγή (Αρβανίτης και «Φιλελεύθερος» Δημόσια Ε.Π.Ε. κατά της Κυπριακής Δημοκρατίας) τοποθετείται στον ίδιο άξονα ερμηνευτικής προσέγγισης του δικαιώματος στην έκφραση από το ΕΔΔΑ. Στη συγκεκριμένη υπόθεση, οι προσφεύγοντες, αρθρογράφος και εκδότης ημερήσιας εφημερίδας, διαμαρτύρονται ενώπιον του ΕΔΔΑ για παράβαση του δικαιώματός τους στην ελεύθερη έκφραση μέσω της έκδοσης καταδικαστικής απόφασης σε βάρος τους σε αστική δίκη για δυσφήμιση προσώπου μέσω δημοσιεύματος στον Τύπο, καθώς και μέσω της υποχρέωσης αυτών προς καταβολή αποζημίωσης στο θιγόμενο πρόσωπο, ύψους 12.000 ευρώ, από κοινού ή ξεχωριστά, συν τους νόμιμους τόκους από την ημερομηνία της απόφασης. Η επίδικη δημοσίευση των προσφευγόντων βασίστηκε στο άρθρο ενός δικηγόρου, το οποίο δημοσιεύθηκε στην κυριακάτικη έκδοση γνωστής ελληνικής εφημερίδας, περιεχόμενο του οποίου ήταν ο τρόπος με τον οποίο ο γράφων κατάφερε να ανακτήσει δύο πίνακες ζωγραφικής που ανήκαν στην οικογένειά του και οι οποίοι είχαν μείνει στις κατεχόμενες περιοχές της Κύπρου, όταν η οικογένεια εγκατέλειψε το νησί κατά τη διάρκεια της τουρκικής εισβολής του 1974.

Περαιτέρω, ο ενάγων δικηγόρος κατέθεσε το έτος 2008 αγωγή για δυσφήμιση κατά των προσφευγόντων στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, ισχυριζόμενος ότι το άρθρο αυτών είχε προξενήσει βλάβη στην προσωπική και επαγγελματική του φήμη, παρουσιάζοντάς τον ψευδώς ως επαγγελματία που συμβούλευε τους εντολείς του κατά τρόπο που αντιτίθεται στο εθνικό συμφέρον, και δεδομένου ότι ο ίδιος αποτελεί γνωστό πρόσωπο στην ευρύτερη περιοχή, υπό την ιδιότητά του ως δικηγόρος που ασχολείται με τις ελληνοκυπριακές ιδιοκτησίες στην κατεχόμενη Κύπρο. Στον αντίποδα, οι προσφεύγοντες ισχυρίστηκαν ότι το επίμαχο άρθρο, συμπεριλαμβανόμενο σε τεύχος που πώλησε 24.482 αντίτυπα, αποσκοπούσε στην αναζήτηση της αλήθειας, παρά το καυστικό ύφος γραφής, τονίζοντας το σαφές πλαίσιο άσκησης δίκαιης κριτικής για ένα ζήτημα το οποίο άπτεται του δημοσίου ενδιαφέροντος, ήτοι την ανάκτηση της περιουσίας των Ελληνοκυπρίων από τις κατεχόμενες περιοχές. Για τη συγκεκριμένη υπόθεση, το πρωτοβάθμιο και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατέληξαν σε κοινή συλλογιστική, με βασικό πυρήνα τη μη αναγνώριση ύπαρξης παραβίασης του άρθρου 10 της Σύμβασης εν προκειμένω, καθώς κρίθηκε ότι το εν λόγω άρθρο υπερβαίνει την έκφραση μιας άποψης επί του θέματος και κάνει προσωποποιημένη αναφορά, προσβάλλοντας άμεσα την προσωπικότητα του θιγόμενου προσώπου, ιδίως σε μια περίοδο κατά την οποία η φήμη του ως δικηγόρου βρισκόταν στο αποκορύφωμά της, και θέτοντας υπό αμφισβήτηση την επαγγελματική του υπόληψη, δεδομένου ότι χαρακτηρίστηκε ως πρόσωπο που εγκατέλειψε την αξιοπρέπειά του και συμπεριφέρθηκε δίχως ήθος και τιμιότητα απέναντι στους συμπατριώτες του.

3. Έκταση προστασίας της ελεύθερης έκφρασης στον Τύπο

Κατά την κρίση του ΕΔΔΑ, η παρέμβαση από τα οικεία δικαστήρια στο δικαίωμα της έκφρασης των προσφευγόντων είναι πρόδηλη και εν προκειμένω προβλεπόμενη από την εθνική νομοθεσία, η σχετική διάταξη της οποίας αποσκοπούσε στην προστασία της φήμης και των δικαιωμάτων των άλλων, ήτοι τον νόμιμο σκοπό που αναφέρεται ρητά στην § 2 του άρθρου 10 της Σύμβασης. Εντούτοις, παραδοσιακό αντίβαρο στη νομολογία του ΕΔΔΑ συνιστά η εκτίμηση της αναγκαιότητας της εκάστοτε παρέμβασης στην άσκηση της ελευθερίας της έκφρασης, υπό την έννοια της ακριβούς διαπίστωσης εκ μέρους του Δικαστηρίου της απαιτούμενης, κατά τη Σύμβαση, επίτευξης της δίκαιης ισορροπίας εκ μέρους των εθνικών αρχών, όταν διαπιστώνεται σύγκρουση των προστατευτικών πυρήνων δύο δικαιωμάτων – αξιών. Ιδιαιτέρως για τον Τύπο, η νομολογία του ΕΔΔΑ επιδεικνύει την αρμόζουσα πρόνοια στην αναγνώριση ενός προστατευτικού πλέγματος, ακριβώς διότι «διαδραματίζει ουσιαστικό ρόλο» σε μια δημοκρατική κοινωνία[5]. Αναγνωρίζοντας την ύπαρξη των ορίων, τα οποία δεν πρέπει να υπερβαίνει ιδίως ως προς την προστασία της φήμης και των δικαιωμάτων τρίτων, το Δικαστήριο επισημαίνει το ισχυρό και δομικό, για την ύπαρξη της πολυφωνίας και του πλουραλισμού σε μια δημοκρατική κοινωνία, καθήκον του Τύπου να μεταδίδει πληροφορίες και ιδέες αναφορικά με ζητήματα δημόσιου ενδιαφέροντος, προσφέροντας στο κοινό υπευθύνως την κατάλληλη συνθήκη συμμετοχής στην κοινωνία της πληροφορίας και υπηρετώντας παράλληλα το «δικαίωμα του πληροφορείσθαι». Συνάμα, δεν παραβλέπεται η προσφυγή, στο πλαίσιο της δημοσιογραφικής ελευθερίας, σε ορισμένης κλίμακας υπερβολή ή ακόμη και πρόκληση, αλλά επισημαίνεται ότι δεν εναπόκειται στο Δικαστήριο, όπως και στα εθνικά δικαστήρια, να υποκαταστήσει τις απόψεις του Τύπου με τις δικές του, όσον αφορά τις τεχνικές δημοσιογραφικής κάλυψης που πρέπει να υιοθετηθούν σε μια συγκεκριμένη περίπτωση.

Στην απόφαση «Claire LEOST κατά Γαλλίας» (υπ’ αριθμ. 42635/20 προσφυγή) το ΕΔΔΑ ερμήνευσε το καθήκον παροχής πληροφοριών από τον Τύπο δίνοντας βαρύτητα στα «καθήκοντα και τις ευθύνες» που ο ίδιος έχει, καθώς και στα όρια που ο Τύπος δεν πρέπει να υπερβαίνει, ιδίως ως προς την προστασία του δικαιώματος στην ιδιωτικότητα των κατηγορουμένων σε ποινικές διαδικασίες, αλλά και το τεκμήριο αθωότητας. Στην εν λόγω δικαστική στάθμιση και εξισορρόπηση των συγκρουόμενων δικαιωμάτων, θεμέλιο της ερμηνείας αποτέλεσε το γεγονός ότι κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα έχει το δικαίωμα, ιδίως βάσει του άρθρου 6 § 2 της Σύμβασης, να θεωρείται αθώο μέχρι αποδείξεως του εναντίου. Επομένως, ως προς την κρίση επί του επιτρεπτού των δημοσιεύσεων φωτογραφιών που ελήφθησαν κατά τη διάρκεια δικών κατηγορουμένων ή καταδικασμένων, το Δικαστήριο είχε ήδη την ευκαιρία να δηλώσει ότι τα Συμβαλλόμενα Κράτη απολαμβάνουν ευρύ περιθώριο εκτίμησης κατά τη ρύθμιση της ελευθερίας του Τύπου να καταγράφονται οι ακροάσεις και να μεταδίδονται εικόνες αυτών. Εντούτοις, στην εν λόγω υπόθεση και λαμβάνοντας υπόψη την υπάρχουσα κάλυψη από τα μέσα ενημέρωσης, όπως επισημάνθηκε από το ίδιο το Εφετείο, το Δικαστήριο δεν είχε αμφιβολία ότι η ταυτότητα του κατηγορουμένου και του μάρτυρα που απεικονίζονται στις εν λόγω φωτογραφίες ήταν γνωστές στο κοινό, διακρίνοντας ότι το απλό γεγονός ότι ένα άτομο αποτελεί αντικείμενο ποινικής διαδικασίας δεν αιτιολογεί την ίση μεταχείρισή του με ένα δημόσιο πρόσωπο που εκτίθεται οικειοθελώς στη δημοσιότητα, ούτε στερείται της προστασίας του άρθρου 8 της Σύμβασης. Ακολούθως, η προσφυγή της διευθύντριας έκδοσης του «Paris-Match» απερρίφθη, διότι  το ΕΔΔΑ θεώρησε ότι οι λόγοι στους οποίους βασίστηκαν τα εθνικά δικαστήρια για να θεμελιώσουν την καταδίκη της προσφεύγουσας, σύμφωνα με τα κριτήρια που ορίζονται στη νομολογία του, φαίνονται να είναι τόσο «σχετικοί», όσο και «επαρκείς» για να δικαιολογήσουν την εν λόγω παρέμβαση και, υπό αυτή την έννοια, ανταποκρίνονταν σε μια πιεστική κοινωνική ανάγκη, ιδιαιτέρως εάν ληφθεί υπόψη η ενδεχόμενη επιζήμια επίδραση που μπορεί να έχει, στα πρόσωπα της ποινικής διαδικασίας, η αποκάλυψη πληροφοριών που επιτρέπουν την αναγνώριση υπόπτων, κατηγορουμένων ή καταδικασμένων ή άλλων μερών σε ποινικές διαδικασίες.

4. Σύγκρουση δικαιώματος έκφρασης και δικαιώματος στην ιδιωτική ζωή

Στην περιπτωσιολογία των αποφάσεων του ΕΔΔΑ, το δικαίωμα στην ελεύθερη έκφραση συγκρούεται με την προστασία της ιδιωτικής ζωής (άρθρο 8 ΕΣΔΑ), για την εφαρμογή και επικράτηση της οποίας πρέπει να τεκμαίρεται και να αποδεικνύεται ότι η προσβολή της φήμης ενός ατόμου λαμβάνει χαρακτήρα σοβαρό, προκαλώντας βλάβη στην προσωπική απόλαυση του δικαιώματος στον σεβασμό της ιδιωτικής ζωής. Στη σχολιαζόμενη απόφαση, το Δικαστήριο επεσήμανε για ακόμα μία φορά τον άξονα κριτηρίων καθοδήγησης κατά τη στάθμιση του άρθρου 8 και του άρθρου 10 της Σύμβασης, ο οποίος περιλαμβάνει την εξέταση του πλαισίου συζήτησης (συνεισφορά σε μια συζήτηση δημόσιου συμφέροντος), το καθεστώς και την ιδιότητα του ενδιαφερόμενου προσώπου, το περιεχόμενο, τη μορφή και τις συνέπειες της εν λόγω δημοσίευσης, καθώς και τη σοβαρότητα της ποινής που επιβλήθηκε στους δημοσιογράφους ή τους εκδότες[6]. Επιπρόσθετα, αναγκαία καθίσταται η διάκριση μεταξύ δηλώσεων γεγονότων και αξιολογικών κρίσεων, καθώς η ύπαρξη των γεγονότων μπορεί να αποδειχθεί, ενώ η αλήθεια των αξιολογικών κρίσεων δεν είναι εφικτό να αποδειχθεί. Κατά την κρίση, δε, του Δικαστηρίου η απαίτηση να αποδειχθεί η αλήθεια μιας αξιολογικής κρίσης δεν καθίσταται εφικτό να ικανοποιηθεί, ενώ παραλλήλως παραβιάζει την ίδια την ελευθερία της γνώμης, η οποία αποτελεί θεμελιώδες μέρος του δικαιώματος που κατοχυρώνεται από το άρθρο 10 της Σύμβασης. Συνεπώς, για τη διάκριση ενός πραγματικού ισχυρισμού από μία αξιολογική κρίση απαιτείται να ληφθούν υπόψη οι περιστάσεις της υπόθεσης και ο γενικός τόνος των παρατηρήσεων, συνυπολογίζοντας ότι οι ισχυρισμοί που άπτονται επί ζητημάτων δημόσιου ενδιαφέροντος μπορούν, βάσει αυτού, να συνιστούν αξιολογικές κρίσεις και όχι δηλώσεις πραγματικών γεγονότων.

Στην επίδικη υπόθεση, το Δικαστήριο διέκρινε ότι τα εθνικά δικαστήρια δεν εστίασαν στον απαντητικό χαρακτήρα του άρθρου των προσφευγόντων, το οποίο απευθυνόταν στο άρθρο του θιγόμενου προσώπου που αναφερόταν στην ανάκτηση των λεηλατημένων έργων τέχνης, ζήτημα ενδιαφέρον και σημαντικό για την κυπριακή κοινωνία. Περαιτέρω, ο αρχικώς ενάγων και δικηγόρος δεν μπορεί να εξομοιωθεί με πολιτικό πρόσωπο, ενώ το Δικαστήριο δεν μπορεί να αγνοήσει το γεγονός ότι ο ίδιος εξέθεσε τον εαυτό του σε δημόσια κριτική, δημοσιεύοντας ένα άρθρο σχετικά με την ανάκτηση των πινάκων της μητέρας του και συμμετέχοντας, κατ’ επέκταση, σε δημόσια συζήτηση. Οι δε εκφράσεις που χρησιμοποιήθηκαν στο άρθρο των προσφευγόντων κρίθηκαν, ως προς το περιεχόμενο, ως αξιολογικές κρίσεις και όχι συγκεκριμένες δηλώσεις γεγονότων, με τον τρόπο έκφρασης του πρώτου προσφεύγοντος να ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι δεν υπερβαίνει τα όρια που επιτρέπονται σε έναν ελεύθερο Τύπο. Εν προκειμένω, η κρίση του Δικαστηρίου διαμορφώθηκε με γνώμονα την υποχρέωση και το συμφέρον μιας δημοκρατικής κοινωνίας να διασφαλίζει και να διατηρεί την ελευθερία του Τύπου σε θέματα δημόσιου ενδιαφέροντος. Ενισχύοντας το δικαιικό πλέγμα προστασίας του τελευταίου, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η αντίδραση των εθνικών αρχών στο άρθρο των προσφευγόντων ήταν δυσανάλογη σε σχέση με τον επιδιωκόμενο νόμιμο σκοπό και, ακολούθως, δεν ήταν «αναγκαία σε μια δημοκρατική κοινωνία» για την «προστασία των δικαιωμάτων των άλλων». Σε συνέχεια της διαπίστωσης της παραβίασης του άρθρου 10 της Σύμβασης, απεφάνθη για την καταβολή ποσών: (α) 24.980,43 ευρώ για την υλική ζημία, (β) 6.500 ευρώ για την ηθική βλάβη και (γ) 8.919,02 ευρώ για τα έξοδα και τις δαπάνες.

5. Αντί Επιλόγου

Ειδικώς για το ΕΔΔΑ, η αποτελεσματική προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων από τις επιμέρους εθνικές έννομες τάξεις και δικαστήρια συνιστά τον ακρογωνιαίο λίθο για την ύπαρξη δημοκρατικών κοινωνιών. Οι εκάστοτε παρεμβάσεις στα δικαιώματα εξετάζονται εντός του αυστηρού πλαισίου της αναγκαιότητας, υπό το πρίσμα της επιτακτικής ανάγκης δημόσιου συμφέροντος ή νόμιμου σκοπού, όπως η προστασία των δικαιωμάτων τρίτων. Το άρθρο 10 της Σύμβασης[7] προσφέρει ένα έδαφος ασφαλές και γόνιμο για την άσκηση του δικαιώματος στην ελεύθερη έκφραση, δεδομένου ότι το ΕΔΔΑ εξετάζει -διόλου ακροθιγώς- τον σκοπό της διάταξης του άρθρου, ανιχνεύοντας τα θετικά μέτρα που δύνανται να ληφθούν από κράτη, όπως η δημιουργία ενός αποτελεσματικού συστήματος για την προστασία των συγγραφέων ή των δημοσιογράφων και η εξασφάλιση ενός περιβάλλοντος που θα ευνοεί και θα ενισχύει τη συμμετοχή σε δημόσιες συζητήσεις όλων των ενδιαφερόμενων προσώπων, προσφέροντάς τους τη δυνατότητα να εκφράζουν τη γνώμη, την άποψη, την ιδέα χωρίς φόβο, ακόμη και αν αυτές, ενοχλητικές ή ασυνήθιστες, αντιβαίνουν σε εκείνες που υπερασπίζονται οι επίσημες αρχές ή ένα σημαντικό μέρος της κοινής γνώμης.

Γεώργιος Θ. Ζώης, Διδάκτωρ Συνταγματικού Δικαίου ΕΚΠΑ, Εντεταλμένος Διδάσκων στο Πάντειο Πανεπιστήμιο


[1] Βλ. ενδεικτικά τη σκ. 4 της υπ’ αριθμ. 626/2016 απόφασης του ΣτΕ (Δ΄ Τμ.), όπου –μεταξύ άλλων- αναφέρεται ότι: «…με τις […] διατάξεις του άρθρου 14 του Συντάγματος, καθώς και με τις διατάξεις του άρθρου 10 της Σύμβασης της Ρώμης της 4.11.1950, κατοχυρώνεται αφενός μεν το δικαίωμα του τύπου (δυνάμει δε του άρθρου 15 του Συντάγματος και της ραδιοφωνίας και της τηλεόρασης) να πληροφορεί το κοινό, αφετέρου δε, ενόψει και του άρθρου 5 Α παρ. 1 του Συντάγματος, το δικαίωμα κάθε πολίτη να πληροφορείται και να ενημερώνεται τακτικά και ελεύθερα για κάθε πολιτικό και κοινωνικό εν γένει θέμα που τον ενδιαφέρει, συμπεριλαμβανομένης της δραστηριότητας των κρατικών αρχών και οργάνων».

[2] Βλ. Κώστα Χρυσόγονο, Ατομικά και Κοινωνικά Δικαιώματα, 5η έκδοση, Εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 2023, σ. 443.

[3] «1. Κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα στην ελευθερία της έκφρασης. Το δικαίωμα αυτό περιλαμβάνει την ελευθερία γνώμης, καθώς και την ελευθερία λήψης ή μετάδοσης πληροφοριών ή ιδεών, χωρίς παρέμβαση δημοσίων αρχών και ασχέτως συνόρων. Το παρόν άρθρο δεν εμποδίζει τα Κράτη να υποβάλλουν τις επιχειρήσεις ραδιοφωνίας, κινηματογράφου ή τηλεόρασης σε καθεστώς αδειοδότησης. 2. Η άσκηση των ελευθεριών αυτών, δεδομένου ότι συνεπάγεται καθήκοντα και ευθύνες, μπορεί να υπαχθεί σε ορισμένες διατυπώσεις, όρους, περιορισμούς ή κυρώσεις, που προβλέπονται από τον νόμο και αποτελούν αναγκαία

μέτρα, σε δημοκρατική κοινωνία, για την εθνική ασφάλεια, την εδαφική ακεραιότητα ή τη δημόσια ασφάλεια, την προάσπιση της τάξης και την πρόληψη του εγκλήματος, την προστασία της υγείας ή της ηθικής, την προστασία της υπόληψης ή των δικαιωμάτων τρίτων, την παρεμπόδιση κοινολόγησης εμπιστευτικών πληροφοριών ή τη διασφάλιση του κύρους και της αμεροληψίας της δικαστικής εξουσίας.».

[4] Βλ. αναλυτικά ΕΔΔΑ υπόθεση «Sanchez κατά Γαλλίας», υπ’ αριθμ. 45581/15 προσφυγή, απόφαση της 15ης.5.2023. Εν προκειμένω, ο αιτών ήταν τοπικός σύμβουλος και υποψήφιος για τις εκλογές στο Κοινοβούλιο, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, και καταδικάστηκε για υποκίνηση μίσους ή βίας κατά ατόμων μουσουλμανικής πίστης. Συγκεκριμένα, του επιβλήθηκε πρόστιμο, επειδή δεν διέγραψε άμεσα σχόλια στον δημόσια προσβάσιμο «τοίχο» του στο Facebook που χρησιμοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια της προεκλογικής του εκστρατείας. Το Δικαστήριο έκρινε σκόπιμο να προχωρήσει σε στάθμιση αναλογικότητας με βάση τον βαθμό ευθύνης που μπορεί να αποδοθεί στον κάτοχο του λογαριασμού. Συνεπώς, ένας ιδιώτης με περιορισμένη φήμη και αντιπροσωπευτικότητα θα είχε λιγότερα καθήκοντα από έναν τοπικό πολιτικό ή έναν υποψήφιο που θέτει υποψηφιότητα για εκλογή σε τοπικό αξίωμα, ο οποίος με τη σειρά του θα είχε μικρότερο βάρος από μια εθνική προσωπικότητα για την οποία οι απαιτήσεις θα ήταν αναγκαστικά ακόμη βαρύτερες, λόγω του βάρους και της έκτασης που δίδεται στα λόγια της, αλλά και των πόρων στους οποίους θα είχε μεγαλύτερη πρόσβαση προκειμένου να παρεμβαίνει αποτελεσματικά στις πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης. Το ΕΔΔΑ κατέληξε στην κρίση ότι οι αποφάσεις των εθνικών δικαστηρίων βασίστηκαν σε σχετικούς και επαρκείς λόγους, τόσο ως προς την ευθύνη που αποδίδεται στον προσφεύγοντα, υπό την ιδιότητά του ως πολιτικού, για τα παράνομα σχόλια που δημοσιεύτηκαν κατά την προεκλογική περίοδο στον «τοίχο» του στο Facebook από τρίτους, οι οποίοι είχαν ταυτοποιηθεί και διωχθεί ως συνεργοί, όσο και ως προς την ποινική του καταδίκη, καταλήγοντας ότι η προσβαλλόμενη παρέμβαση θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι ήταν «αναγκαία σε μια δημοκρατική κοινωνία».

[5] Διαφορετικά, ο Τύπος δεν θα μπορούσε να διαδραματίσει τον ζωτικό του ρόλο ως «δημόσιος επόπτης». Βλ. αναλυτικά ΕΔΔΑ υπόθεση «PEDERSEN και BAADSGAARD κατά Δανίας», προσφυγή υπ’ αριθμ. 49017/99, απόφαση της 17ης/12/2004, Σκ. 71-80.

[6] Βλ. αναλυτικά ΕΔΔΑ υπόθεση «VON HANNOVER κατά Γερμανίας», προσφυγή υπ’ αριθμ. 59320/00, απόφασης της 24ης/09/2004, Σκ. 50 – 60, 63- 72.

[7] Βλ. ενδεικτικά Στρατηλάτη, Κώστα, Άρθρο 10 – Ελευθερία έκφρασης, σε: Σαρμά, Ιωάννη – Κοντιάδη, Ξενοφώντα – Ανθόπουλου, Χαράλαμπου, ΕΣΔΑ, Κατ’ άρθρο ερμηνεία, Εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 2021, σ. 563-639.

Σου άρεσε το άρθρο, αλλά σου δημιούργησε νέες απορίες;

Έχεις και άλλα ερωτήματα που σε απασχολούν σε σχέση με το Σύνταγμα, τους Θεσμούς, τα δικαιώματα και τη λειτουργία της Δημοκρατίας;

Σχετικά Άρθρα

Μία ιστορική δικαστική απόφαση για την ελευθερία του Τύπου και την ερευνητική δημοσιογραφία στην Ελλάδα

Ο Γιάννης Τασόπουλος αναλύει τη σημασία της ιστορικής δικαστικής απόφασης, αναφορικά με την υπόθεση των υποκλοπών, για την ελευθερία του Τύπου στην Ελλάδα, τονίζοντας πως η εξουσία σε μία φιλελεύθερη δημοκρατία έχει υποχρέωση λογοδοσίας με πειστικές απαντήσεις και όχι με εκφοβιστικές ενέργειες.

Περισσότερα

Ενημερωτικό σημείωμα για την απόφαση ΕΔΔΑ Verein KlimaSeniorinnen Schweiz κλπ. κατά Ελβετίας

Η Αικατερίνη Ηλιάδου υπογραμμίζει τη σημασία της απόφασης του ΕΔΔΑ, με την οποία αποδοκιμάζεται βάσει των διατάξεων της ΕΣΔΑ η κρατική παράλειψη λήψης μέτρων για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής.

Περισσότερα

Δημοσιογραφική έρευνα για διαφθορά και ελευθερία έκφρασης: Σχόλιο επί της απόφασης ΕΔΔΑ 4358/19

Ο Αχιλλεύς Αιμιλιανίδης αναλύει το σκεπτικό της απόφασης του ΕΔΔΑ σε υπόθεση που αφορά δημοσιογραφική έρευνα για διαφθορά στη Μολδαβία και την παραβίαση του άρθρου 10 της ΕΣΔΑ για την ελευθερία έκφρασης.

Περισσότερα

Κέντρο Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου
Ίδρυμα Θεμιστοκλή και Δημήτρη Τσάτσου

Ακαδημίας 43 | Αθήνα | 10672
[+30] 210 36 23 089
info@syntagmawatch.gr

Θέλεις να μαθαίνεις

πρώτος τα νέα μας;

Αν σε ενδιαφέρει να ενημερώνεσαι άμεσα για τις νέες δημοσιεύσεις και τις δράσεις του Syntagma Watch, τότε εγγράψου στο newsletter μας!

JOIN THE CLUB!

It’s easy: all we need is your email & your eternal love. But we’ll settle for your email.