Ο Συνταγματικός Πατριωτισμός, έννοια μη καθολικά αποδεκτή, χαρακτηρίζεται από τη μνήμη και τη μαχητικότητα ενάντια στους εχθρούς της Δημοκρατίας. Συνιστά μια μορφή πολιτικής δέσμευσης που προέρχεται από τη δέσμευση του υποκειμένου απέναντι στους κανόνες, στις αξίες και τις διαδικασίες που εμπεριέχουν τα φιλελεύθερα δημοκρατικά Συντάγματα. Όμως, πού συγκλίνουν και πού αποκλίνουν οι έννοιες Σύνταγμα και Πατριωτισμός;

Ο όρος Συνταγματικός πατριωτισμός εμπεριέχει δύο όρους οι οποίοι δύσκολα μπορούν να συμβιβαστούν: τα συντάγματα περιορίζουν την κρατική εξουσία την καθιστούν απρόσωπη, την εκλογικεύουν, ενώ αντίθετα ο πατριωτισμός απαιτεί θυσίες, βασίζεται στα πάθη και όχι τη λογική.

Κάθε Σύνταγμα αποτελεί σημείο ισορροπίας που αποτυπώνει ένα συγκεκριμένο συσχετισμό πολιτικών δυνάμεων, προστατεύει τα ατομικά συμφέροντα, αλλά τα αποπροσωποποιεί μέσω της προστασίας των ατομικών δικαιωμάτων. Ο πατριωτισμός, όμως, καλεί σε υπέρβαση του ατομικού συμφέροντος και παραδοσιακά σχετίζεται με ανελεύθερες μορφές κοινωνικής νοηματοδότησης, δηλαδή συνηγορεί σε δράσεις που μπορεί να περιορίσουν τα πολιτικά και ατομικά δικαιώματα προς όφελος της πατρίδας.

Τα στοιχεία του Συνταγματικού Πατριωτισμού

Ο Συνταγματικός Πατριωτισμός [Σ.Π.] συνιστά μια μορφή πολιτικής δέσμευσης που προέρχεται από τη δέσμευση του υποκειμένου στους κανόνες, αξίες και διαδικασίες που εμπεριέχουν τα φιλελεύθερα δημοκρατικά Συντάγματα. Διατηρεί την πίστη του ατόμου σε κάτι υπέρτερο από την επιδίωξη του ατομικού συμφέροντος, απαιτεί θυσίες για την εκπλήρωση σκοπών που υπερβαίνουν το ατομικό συμφέρον, σκοπών που ταυτίζονται με την εκπλήρωση των ιδεωδών του φιλελεύθερου δημοκρατικού Συνταγματισμού. Προσφέρει ένα όραμα που διαφοροποιείται από το αντίστοιχο του εθνικισμού, του κοσμοπολιτισμού και του ρεπουμπλικανικού πατριωτισμού.

Ωστόσο, η έννοια του Συνταγματικού πατριωτισμού δεν είναι καθολικά αποδεκτή. Η κριτική επισημαίνει ότι ο Συνταγματικός Πατριωτισμός είναι μια μορφή μεταεθνικής πολιτικής δέσμευσης, η οποία είναι αρκετά «αναιμική» για να επιτρέψει την ταύτιση με μια πολιτική κοινότητα. Το οικουμενικό, όπως εκφράζεται από τις αρχές που περιέχονται σε ένα Σύνταγμα, εκτοπίζει την έννοια της πίστης που προϋποθέτει ο πατριωτισμός. Ο Συνταγματικός Πατριωτισμός είναι στην ουσία μια θεωρία κατάλληλη μόνο για τα συγκεκριμένα ιστορικά συγκείμενα εντός των οπoίων επινοήθηκε, δηλαδή για τη μεταπολεμική Γερμανία.

Ο Συνταγματικός Πατριωτισμός, όπως επινοήθηκε στη Γερμανία, χαρακτηρίζεται από δύο στοιχεία: τη μνήμη [αυτοκριτική ανάμνηση ολοκαυτώματος] και τη μαχητικότητα ενάντια στους εχθρούς της δημοκρατίας [Δημοκρατία της Βαϊμάρης]. Η μαχόμενη δημοκρατία εκφράζει ένα δυναμικό στοιχείο, δεν είναι αξιακά ουδέτερη, αποδέχεται μόνο όσους δεν αντιμάχονται το κανονιστικό της περιεχόμενο, όπως εκφράζεται από τη νομοθεσία, αλλά και όπως έχει διαπλαστεί από τη νομολογία των δικαστηρίων.    

Ο Συνταγματικός Πατριωτισμός εμφορείται από μια δέσμη κανόνων που αποτελούν έκφραση οικουμενικών αρχών [δικαιώματα], εμπλουτίζεται όμως και ενισχύεται από συγκεκριμένες εμπειρίες και ανησυχίες. Οι τελευταίες συμπυκνώνονται σε δύο αντιθέσεις έναντι των οποίων ο Συνταγματικός Πατριωτισμός προσδιορίζεται αρνητικά: την αντίθεση με τα δεινά του παρελθόντος και την αντίθεση της δημοκρατίας στις απειλές που αμφισβητούν τον αξιακό της πυρήνα. 

Η διαπίστωση αυτή σημαίνει ότι ο Συνταγματικός Πατριωτισμός είναι ένα κράμα οικουμενικών αρχών και πραγματολογικών δεδομένων που έχουν σχέση με μια συγκεκριμένη πολιτική κοινότητα. Ωστόσο και η μνήμη και η μαχητικότητα, τα οποία αποτελούν τα στοιχεία που προσδιορίζονται σε αναφορά με συγκεκριμένα ιστορικά συγκείμενα, είναι στοιχεία τα οποία έχουν μια εγγενή σύνδεση με τον οικουμενιστικό πυρήνα του Συνταγματικού Πατριωτισμού.

Η εκδοχή του Habermas

Χαρακτηριστική ως προς αυτό είναι η εκδοχή του Ηabermas για τον Συνταγματικό Πατριωτισμό, η οποία εμφανίστηκε για πρώτη φορά κατά τη διάρκεια της αποκαλούμενης διαμάχης των ιστορικών που έλαβε χώρα κατά τη δεκαετία του ΄80. Το κρίσιμο ζήτημα αυτής της διαμάχης ήταν το ακόλουθο ερώτημα: ο εθνικοσοσιαλισμός και το ολοκαύτωμα αποτελούν φαινόμενα μοναδικά στην ιστορία του ανθρώπινου είδους ή μπορούν να συγκριθούν με τον Στάλιν και τα Γκουλάγκ; Διακύβευμα της διαμάχης η γερμανική ταυτότητα.

Ο Ηabermas υποστήριξε ότι η απόπειρα εξομοίωσης Εθνικοσοσιαλισμού και Σταλινισμού αποσκοπεί στην ουσία σε μια απόπειρα αποκαθαρμού της γερμανικής ταυτότητας από το άγος του εθνικοσοσιαλισμού, διευκολύνοντας την επιστροφή σε μια συμβατική μορφή εθνικής υπερηφάνειας. Ενάντια σε αυτή τη μορφή εθνικής υπερηφάνειας ο Ηabermas συνηγόρησε υπέρ του Συνταγματικού Πατριωτισμού με το επιχείρημα ότι αποτελούσε τη μόνη αποδεκτή μορφή πολιτικής δέσμευσης για μια χώρα με το παρελθόν της Γερμανίας.

Πιο συγκεκριμένα, κατά την άποψη του Habermas, η ύπαρξη μιας μετα- παραδοσιακής κοινωνίας δε σημαίνει ότι η ιδιοσυστασία της, τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, δηλαδή, που την καθιστούν διακριτή από τις υπόλοιπες παραγκωνίζονται, καθιστώντας τις οικουμενικές αρχές που εμπεριέχονται στα Συντάγματα τη μόνη πηγή νοηματοδότησης του πολιτικού δεσμού. Ωστόσο, τα χαρακτηριστικά αυτά πρέπει να επανερμηνεύονται υπό το πρίσμα αυτών των αρχών. Οι πολίτες πρέπει να αναστοχάζονται σχετικά με την παράδοση και τη συλλογική τους ταυτότητα υπό το πρίσμα αυτών των αρχών, εγκρίνοντας και απορρίπτοντας αέναα κομμάτια της παράδοσης και της πολιτικής τους ταυτότητας.

Σύμφωνα με την εν λόγω προοπτική, δεν υφίσταται ένα αναλλοίωτο «αντικείμενο με το οποίο υπάρχει ταύτιση», είτε πρόκειται για το έθνος, ή φερ’ ειπείν, ακόμη και για ένα ιστορικά προσδιορισμένο Σύνταγμα. Εκείνο που έχει σημασία είναι ότι υφίσταται ένα είδος κριτικής και ιδιαίτερα ενσυνείδητης αλληλεπίδρασης μεταξύ των πραγματικά υπαρχουσών παραδόσεων και θεσμών από τη μία, και των βέλτιστων οικουμενικών κανόνων και ιδεών που μπορούν να διαμορφωθούν από την άλλη.

Το συμπέρασμα που συνάγεται είναι ότι για το επίπεδο του ατομικού, όπως αυτό διαμορφώνεται μέσω της κοινωνικής αλληλόδρασης, απαιτείται η διαμόρφωση ενός λεπτεπίλεπτου πλέγματος επικοινωνιακών διαδικασιών στο συλλογικό επίπεδο: σε μια ει δυνατόν πορώδη δημόσια σφαίρα οι συλλογικές ταυτότητες γίνονται εκ νέου αντικείμενο διαπραγμάτευσης. Η εν λόγω ανοικτού τύπου επικοινωνία αποτελεί καίρια προϋπόθεση για τον «εξορθολογισμό των συλλογικών ταυτοτήτων», κατά την ορολογία του Habermas.

Χρήστος Παπαστυλιανός
Επίκουρος Καθηγητής Δημοσίου Δικαίου, Πανεπιστήμιο Λευκωσίας

Share on facebook
Share on twitter
Share on email
Share on print
Share on facebook
Share on twitter
Share on email
Share on print

Σου άρεσε το άρθρο, αλλά σου δημιούργησε νέες απορίες;

Έχεις και άλλα ερωτήματα που σε απασχολούν σε σχέση με το Σύνταγμα, τους Θεσμούς, τα δικαιώματα και τη λειτουργία της Δημοκρατίας;

Σχετικά Άρθρα

Το Σύνταγμα του 1864 – H Βασιλευόμενη Κοινοβουλευτική Δημοκρατία

Η θέσπιση του Συντάγματος του 1864 σηματοδότησε τη μετάβαση από τη μοναρχική αρχή στη δημοκρατική αρχή, καθώς το νέο Σύνταγμα καθιέρωνε την αρχή της λαϊκής κυριαρχίας. Το πολίτευμα που εγκαθιδρυόταν με αυτό ήταν εκείνο της Βασιλευόμενης Δημοκρατίας και όχι πλέον της συνταγματικής μοναρχίας.

Περισσότερα

Υπάρχουν όρια στο να διαδηλώνουμε ελεύθερα;

Το δικαίωμα στη διαδήλωση, ή αλλιώς το δικαίωμα της συνάθροισης σημαίνει το δικαίωμα του καθενός να συμμετέχει σε μια διαδήλωση (ή να απέχει από αυτή), χωρίς να υφίσταται αρνητικές επιπτώσεις. Αν και η διαδήλωση είναι ελεύθερη ως προς το περιεχόμενο, εντούτοις δεν είμαστε ελεύθεροι να χρησιμοποιήσουμε κάθε μέσο και τρόπο διαδήλωσης.

Περισσότερα

Βουλή: Οίκος Ανοχής της Δημοκρατίας;

Η Βουλή είναι οίκος ανοχής, οίκος ανοχής όμως της Δημοκρατίας, δηλαδή θεσμός που αγαπά τη δημοκρατία και τη θρέφει. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι Βουλή υπάρχει παντού όπου αναγνωρίζουμε τη λειτουργία δημοκρατικών καθεστώτων. Η σύνδεση είναι αναγκαία, σχεδόν εννοιολογική.

Περισσότερα