Τι χαρακτήρα έχει η εντολή αντιπροσώπευσης που δίνει ο πολίτης με την ψήφο του στον βουλευτή και πώς εκπληρώνεται; Για την απάντηση του ερωτήματος χρειάζεται να ληφθεί υπόψη ότι, σύμφωνα με το Σύνταγμα, οι βουλευτές αποφασίζουν κατά συνείδηση τι υπηρετεί καλύτερα το έθνος και έχουν απεριόριστο το δικαίωμα της γνώμης και της ψήφου.

To πολίτευμα της Ελλάδας είναι προεδρευόμενη κοινοβουλευτική Δημοκρατία. Σε αντίθεση με την άμεση δημοκρατία, o λαός δεν ασκεί τη δημόσια εξουσία απευθείας αλλά κατά κανόνα μέσω των αντιπροσώπων του. Οι πολίτες επιλέγουν βουλευτές στις εκλογές και τους δίνουν την εντολή να τους αντιπροσωπεύσουν για τέσσερα χρόνια.

Τι είδους εντολή είναι αυτή, σύμφωνα με το Σύνταγμά μας; Σημαίνει ότι ο βουλευτής πρέπει να ακολουθεί συγκεκριμένες εντολές των ψηφοφόρων που τον ανέδειξαν, τις κατευθύνσεις του κόμματός του ή είναι ελεύθερος να κρίνει ο ίδιος τι υπηρετεί καλύτερα το δημόσιο συμφέρον; Μπορεί το κόμμα ή οι ψηφοφόροι του να του αφαιρέσουν τη βουλευτική έδρα, εάν κρίνουν ότι ο βουλευτής που εξέλεξαν δεν εκτελεί τις εντολές τους;

Η αντιπροσώπευση των βουλευτών και οι αποφάσεις τους

Σύμφωνα με το Σύνταγμά μας, οι βουλευτές αντιπροσωπεύουν το Έθνος συνολικά [άρθρο 51 (2) του Συντάγματος]. Δεν εκπροσωπούν, άρα, ειδικά συμφέροντα, όπως το συμφέρον της τοπικής τους εκλογικής περιφέρειας, του κόμματος με το οποίο εκλέγονται ή κάποιας συγκεκριμένης κοινωνικής ομάδας (ούτε βέβαια του κάθε ενός ψηφοφόρου τους ξεχωριστά!). Δεν μπορεί άρα, να προβληθεί εναντίον τους, με βάση το Σύνταγμα, ότι δεν εκπροσωπούν αποτελεσματικά κάποια συγκεκριμένη ομάδα ψηφοφόρων, ακόμα και αν προεκλογικά το είχαν υποσχεθεί. 

Οι βουλευτές αποφασίζουν κατά συνείδηση τι υπηρετεί καλύτερα το έθνος και έχουν απεριόριστο το δικαίωμα της γνώμης και της ψήφου (άρθρο 60 παρ. 1 του Συντάγματος). Το Σύνταγμά μας δεν προβλέπει περιορισμό αυτής της ελευθερίας ούτε από το κόμμα στο οποίο ανήκει ο βουλευτής ούτε από τους εκλογείς που τον ανέδειξαν. Επιπλέον, ούτε το κόμμα του, ούτε οι ψηφοφόροι μπορούν να αφαιρέσουν την βουλευτική έδρα. Το Σύνταγμά μας δεν προβλέπει τη δυνατότητα ανάκλησης βουλευτή από τους ψηφοφόρους, ούτε παρέχει στα κόμματα την εξουσία να απομακρύνουν βουλευτές με τους οποίους δεν συμφωνούν από τη Βουλή και να τους αντικαταστήσουν με άλλους. H παραίτηση από το βουλευτικό αξίωμα είναι αποκλειστικό δικαίωμα του βουλευτή (άρθρο 60 παρ. 2 του Συντάγματος). Ο ρητός αυτός κανόνας είναι η βασικότερη έκφραση και εγγύηση της λεγόμενης «ελεύθερης εντολής» των βουλευτών ως αντιπροσώπων του έθνους.

Αυτό σημαίνει ότι το Σύνταγμά μας, αν και αναγνωρίζει ρητά το ρόλο και την σημασία των κομμάτων στην οργάνωση της πολιτικής δράσης και της κοινοβουλευτικής διαδικασίας, παρέχει στον βουλευτή την ελευθερία να κρίνει και να ψηφίζει αντίθετα με τις κομματικές επιλογές. Επιπλέον, ο βουλευτής μπορεί να μεταβάλλει τις θέσεις που έχει εκφράσει στην προεκλογική περίοδο και να τις προσαρμόζει στις εξελίξεις, χωρίς να χρειάζεται να εξασφαλίζει ότι αυτό αντανακλά τις θέσεις των ψηφοφόρων που τον εξέλεξαν.

Η λαϊκή κυριαρχία και η ελευθερία του βουλευτή

Θεμέλιο του πολιτεύματός μας είναι η λαϊκή κυριαρχία (άρθρο 1 παρ. 2 του Συντάγματος). Κατά το Σύνταγμά μας, όμως, ο εκλογέας ασκεί λαϊκή κυριαρχία, όχι προκαθορίζοντας και ελέγχοντας τις συγκεκριμένες θέσεις που θα εκφράσει ο βουλευτής που επιλέγει, αλλά περιβάλλοντας τον με την εμπιστοσύνη του ως πρόσωπο και επιβεβαιώνοντας ή αίροντας αυτή την εμπιστοσύνη στις επόμενες εκλογές. Σε αντίθεση με την αντιπροσώπευση σε ιδιωτικές υποθέσεις, όπως σε μια αγοραπωλησία, όπου ο αντιπροσωπευόμενος διαμορφώνει ατομικά το ιδιωτικό του συμφέρον και μετά αναθέτει σε κάποιον αντιπρόσωπό του απλώς να εκτελέσει ορισμένες πράξεις (όπως να υπογράψει ένα συμβόλαιο), στην πολιτική αντιπροσώπευση, η κρίση για το δημόσιο συμφέρον διαμορφώνεται βασικά κατά τη διαβούλευση και διαπραγμάτευση στη δημόσια σφαίρα και στη Βουλή.

Η ελευθερία αυτή δεν σημαίνει, βέβαια, ότι ο βουλευτής δεν εκτίθεται σε έλεγχο για τη γνώμη και την ψήφο του. Ο βουλευτής ζητά την ψήφο των εκλογέων παρουσιάζοντας ένα συγκεκριμένο πλαίσιο, τόσο προσωπικά, με το δικό του προγραμματικό λόγο, όσο και μέσω της ένταξής του σε ένα ορισμένο κόμμα που εκπροσωπεί συγκεκριμένες θέσεις και αρχές. Υπέρβαση του πλαισίου αυτού μπορεί να μην επισύρει, σύμφωνα με το Σύνταγμά μας, την απώλεια της βουλευτικής έδρας, αλλά δεν αποκλείει πολιτικές συνέπειες. Οι ψηφοφόροι εκφράζουν την αποδοκιμασία τους επικοινωνώντας με τον βουλευτή, ατομικά ή οργανωμένα, και τελικά με την ψήφο τους στις επόμενες εκλογές. Σε επίπεδο κόμματος ο βουλευτής μπορεί να αποδοκιμαστεί από την πολιτική παράταξη στην οποία επέλεξε να ανήκει και τελικά να διαγραφεί από τις τάξεις της σε συμφωνία με τους εσωτερικούς της κανόνες.

Μιχάλης Ιωαννίδης
Επιστημονικός Συνεργάτης στο Ινστιτούτο Max Planck Συγκριτικού Δημοσίου και  Διεθνούς Δικαίου της Χαϊδελβέργης.

Share on facebook
Share on twitter
Share on email
Share on print
Share on facebook
Share on twitter
Share on email
Share on print

Σου άρεσε το άρθρο, αλλά σου δημιούργησε νέες απορίες;

Έχεις και άλλα ερωτήματα που σε απασχολούν σε σχέση με το Σύνταγμα, τους Θεσμούς, τα δικαιώματα και τη λειτουργία της Δημοκρατίας;

Σχετικά Άρθρα

Αρχή Διάκρισης των Εξουσιών: Τι είναι και τι διασφαλίζει;

Παρά τις διαφορές μεταξύ των χωρών ως προς την αυστηρότητα με βάση την οποία εφαρμόζεται η διάκριση των εξουσιών, όλα τα κράτη συμφωνούν ότι η εν λόγω αρχή είναι απαραίτητο συστατικό του κράτους δικαίου και συνεπώς ο σεβασμός της από τις τρεις εξουσίες (νομοθετική, εκτελεστική, δικαστική) διασφαλίζει την ομαλή λειτουργία του πολιτεύματος.

Περισσότερα

Είναι μεγάλος ο αριθμός των 300 βουλευτών;

Σε μια περίοδο συνεχώς διογκούμενης αμφισβήτησης της κοινοβουλευτικής Δημοκρατίας και με δεδομένη την οικονομική ύφεση το τελευταίο διάστημα εξελίσσεται μια συζήτηση, σε διεθνές επίπεδο, για το εάν είναι αναγκαία και εφικτή η προσαρμογή του πολιτικού συστήματος στις νέες οικονομικές συνθήκες, χωρίς, ωστόσο, να αποδυναμώνεται η ίδια η αντιπροσωπευτική αρχή.

Περισσότερα