Όλα τα κρατικά όργανα έχουν την υποχρέωση τήρησης του Συντάγματος με τη Δικαιοσύνη να διασφαλίζει πρωτίστως την τήρησή του μέσω του ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων. Οι πολίτες ως εγγυητές της συνταγματικής νομιμότητας έχουν την υποχρέωση να σέβονται και να τηρούν το Σύνταγμα καθώς και να αντιστέκονται με κάθε μέσο στην περίπτωση βίαιης κατάλυσης της συνταγματικής τάξης.

Σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 3 του Συντάγματος, όλες οι εξουσίες ασκούνται όπως ορίζει το Σύνταγμα. Με τη φράση αυτή, το Σύνταγμα τοποθετείται στην κορυφή της ιεραρχίας των πηγών του δικαίου, με την επιφύλαξη της προτεραιότητας του ενωσιακού δικαίου (Σύνταγμα, άρθρο 1, παρ. 42). Οι διατάξεις του Συντάγματος είναι πάντοτε δεσμευτικές, δεν έχουν δηλαδή απλώς κατευθυντήριο χαρακτήρα, πλην η ένταση της δεσμευτικότητάς τους ποικίλλει ανάλογα με την κανονιστική τους πυκνότητα.

Για παράδειγμα, η απόφαση του ΣτΕ 3348/1983 δέχεται τα εξής: από τη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 2 του Συντάγματος δεν απορρέει ευθέως δικαίωμα προτίμησης των κεκτημένων την αναπηρική ιδιότητα, δεδομένου ότι η διάταξη αυτή, «κατευθυντήριον χαρακτήρα έχουσα, απευθύνει απλώς υπόδειξιν προς τον νομοθέτην δια την λήψιν μέτρων υλοποιούντων την κρατικήν μέριμναν υπέρ των αναπήρων και λοιπών κατηγοριών πολιτών εχόντων ανάγκην ειδικής μερίμνης».

Η διατύπωση «κατευθυντήριον χαρακτήρα έχουσα» είναι ανακριβής. Θα πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η επιταγή της προστασίας των αναπήρων δεν σημαίνει τον κατά προτίμηση διορισμό τους σε δημόσιες θέσεις, αλλά ότι απαγορεύει τον αποκλεισμό ή τη δυσμενή τους μεταχείριση (έτσι και ΣτΕ Ολ 986-988/2014, Ολ 1470/2016, Ολ 1087/2017, ΣτΕ 1932-1937, 2003, 2004/2018, όσον αφορά τη μέριμνα για τους πολύτεκνους).

H σχέση μεταξύ Συντάγματος και εξουσίας (νομοθετικής, εκτελεστικής, δικαστικής)  

Η θέση του Συντάγματος στην κορυφή της ιεραρχίας των κανόνων δικαίου της έννομης τάξης σημαίνει ότι οι επιταγές του δεσμεύουν τα όργανα όλων των κρατικών εξουσιών, δηλαδή της αναθεωρητικής, νομοθετικής, εκτελεστικής σε όλες τις εκφάνσεις της (κεντρική και αποκεντρωμένη κρατική διοίκηση, τοπική αυτοδιοίκηση, ανεξάρτητες αρχές, δημόσια νομικά πρόσωπα δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου) και δικαστικής εξουσίας.

Η νομοθετική εξουσία

Ειδικότερα, η νομοθετική εξουσία θεσπίζει νόμους σύμφωνους προς το Σύνταγμα. Την αρχή αυτή αποτυπώνει ρητά η διάταξη του άρθρου 111 παρ. 1 του Συντάγματος, κατά την οποία «κάθε διάταξη νόμου ή διοικητικής πράξης με κανονιστικό χαρακτήρα που είναι αντίθετη προς το Σύνταγμα καταργείται από την έναρξη της ισχύος του». Περαιτέρω, η παράλειψη του νομοθέτη να συμμορφωθεί σε υποχρέωση που του επιβάλλει το Σύνταγμα θεμελιώνει αποζημιωτική ευθύνη του Δημοσίου (άρθρο 105 ΕισΝΑΚ, ΣτΕ Ολ 2191/2014, ΣτΕ 730/2010, 6, 3625/2001).

Η εκτελεστική εξουσία – Οι διοικητικές Αρχές

Ομοίως και η εκτελεστική εξουσία οφείλει να ασκεί τη δραστηριότητά της όπως ορίζει το Σύνταγμα. Άλλωστε, το Σύνταγμα αποτελεί τη σημαντικότερη πηγή του διοικητικού δικαίου, εφόσον περιέχει τους βασικούς κανόνες που ρυθμίζουν την οργάνωση και λειτουργία της Διοίκησης και τις σχέσεις της προς τις άλλες κρατικές εξουσίες καθώς και προς τους ιδιώτες. Η Διοίκηση δεσμεύεται μόνον από κανόνες δικαίου που εκδίδονται από συνταγματικώς εκλεγμένα ή διορισμένα όργανα και είναι σύμφωνοι κατά περιεχόμενο με το Σύνταγμα. Το Σύνταγμα ορίζει ρητώς ότι οι δημόσιοι υπάλληλοι οφείλουν πίστη στο Σύνταγμα (άρθρο 103, παρ. 1), ενώ οι δημόσιοι λειτουργοί (του άρθρου 16, παρ. 1, δεύτερο εδάφιο) έχουν καθήκον υπακοής σε αυτό.

Σε αντίθεση με τους δικαστές, δεν υπάρχει συνταγματική διάταξη που επιβάλλει στη Διοίκηση να μην εφαρμόζει αντισυνταγματικό νόμο. Το θέμα ρυθμίζεται από τον Υπαλληλικό Κώδικα, το άρθρο 25 παρ. 3 του οποίου προβλέπει ότι ο υπάλληλος οφείλει να μην εκτελέσει «προδήλως αντισυνταγματική ή παράνομη» διαταγή (Ν. 3528/2007, ΦΕΚ Α΄ 26). Κατά την παράγραφο 2 του άρθρου 25, όταν ο υπάλληλος εκτελεί διαταγή, την οποία θεωρεί παράνομη, οφείλει, πριν την εκτέλεση, να αναφέρει εγγράφως την αντίθετη γνώμη του και να εκτελέσει τη διαταγή χωρίς υπαίτια καθυστέρηση. Έναντι των διοικητικών Αρχών ισχύει ένα τεκμήριο συνταγματικότητας των νόμων, υπό την έννοια ότι δεν μπορούν να αρνηθούν να εφαρμόσουν ένα νόμο, ελέγχοντας παρεμπιπτόντως τη συνταγματικότητά του, εκτός εάν ο νόμος αυτός είναι προδήλως αντισυνταγματικός (ΣτΕ 2195, 2391, 2392, 2661-2663/2010, 674-677/2009, 1805-1809, 2087, 2089, 2202, 2203/2008).

Η δικαστική εξουσία

Ιδιαίτερο ρόλο στη διασφάλιση της τήρησης του Συντάγματος απονέμει το ίδιο το Σύνταγμα στη δικαστική εξουσία. Σύμφωνα με το άρθρο 87 παρ. 2, «οι δικαστές κατά την άσκηση των καθηκόντων τους υπόκεινται μόνο στο Σύνταγμα και στους νόμους και σε καμία περίπτωση δεν υποχρεούνται να συμμορφώνονται με διατάξεις που έχουν τεθεί κατά κατάλυση του Συντάγματος». Πέρα από τη διάταξη αυτή, που κατοχυρώνει τη λειτουργική ανεξαρτησία των δικαστικών λειτουργών, το άρθρο 93 παρ. 4 προβλέπει ειδικά ότι «τα δικαστήρια υποχρεούνται να μην εφαρμόζουν νόμο που το περιεχόμενό του είναι αντίθετο προς το Σύνταγμα».

Η ανωτέρω διάταξη καθιερώνει σύστημα διάχυτου και παρεμπίπτοντος δικαστικού ελέγχου συνταγματικότητας των νόμων, υπό την έννοια ότι κάθε δικαστής, επιλύοντας τη συγκεκριμένη διαφορά της οποίας επελήφθη στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του, έχει καθήκον να εξετάζει τη συνταγματικότητα του νόμου αυτεπαγγέλτως. Ο έλεγχος αυτός αφορά το περιεχόμενο του νόμου, δηλαδή την ουσιαστική και όχι την τυπική συνταγματικότητα που αναφέρεται στη διαδικασία ψήφισής του (interna corporis της Βουλής).

Εάν το δικαστήριο κρίνει ότι η εφαρμοστέα στη συγκεκριμένη υπόθεση διάταξη του νόμου είναι αντίθετη προς το Σύνταγμα, δεν την εφαρμόζει στην υπό κρίση διαφορά, αλλά η διάταξη εξακολουθεί να υφίσταται στην έννομη τάξη. Αντίθετα, εάν διάταξη νόμου κηρυχθεί αντισυνταγματική από το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο (ΑΕΔ) υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 100, παρ. 1, στοιχ. ε΄ του Συντάγματος, είναι ανίσχυρη από τη δημοσίευση της σχετικής απόφασης του ΑΕΔ ή από τον χρόνο που ορίζεται με την απόφαση αυτή (άρθρο 100, παρ. 4, δεύτερο εδάφιο του Συντάγματος).

Σύνταγμα: Υπακοή, πίστη, σεβασμός, τήρηση

Τέλος, η ακροτελεύτια διάταξη του Συντάγματος (άρθρο 120) ανάγει σε ύστατο εγγυητή της συνταγματικής νομιμότητας τους πολίτες, καθόσον ορίζει ότι ο σεβασμός στο Σύνταγμα και τους νόμους που συμφωνούν με αυτό αποτελεί θεμελιώδη υποχρέωση όλων των Ελλήνων (παρ. 2), η οποία περιλαμβάνει και την αντίσταση με κάθε μέσο στην περίπτωση βίαιης κατάλυσης της συνταγματικής τάξης (παρ. 4). Ειδικότερα, από την υποχρέωση τήρησης του Συντάγματος και των νόμων που συνάδουν με αυτό απορρέουν το δικαίωμα και η υποχρέωση αντίστασης εναντίον οποιουδήποτε επιχειρεί να το καταλύσει με τη βία.

Παρατηρείται ότι το ίδιο το κείμενο του Συντάγματος διακρίνει μεταξύ της υπακοής στο Σύνταγμα, που απαιτείται από τους δημόσιους λειτουργούς (του άρθρου 16 παρ. 1, δεύτερο εδάφιο), της πίστης σε αυτό που οφείλουν οι δημόσιοι υπάλληλοι (άρθρο 103 παρ. 1), και της υποχρέωσης σεβασμού και τήρησής του, που υπέχουν οι πολίτες.

Ακριβέστερα, η υπακοή αναφέρεται στην εξωτερική συμπεριφορά άσχετα με τις εσωτερικές πεποιθήσεις του ατόμου. Η υποχρέωση αυτή συνάδει με την ακαδημαϊκή ελευθερία, αφού επιτρέπει την κριτική και την αμφισβήτηση, όχι όμως και την έμπρακτη εναντίωση. Η πίστη αντίθετα, των δημοσίων υπαλλήλων συναρτάται με μια βαθύτερη, εσωτερική σχέση που αποκλείει το δικαίωμα διαφωνίας και αμφισβήτησης. Τέλος, ο σεβασμός και η τήρηση του Συντάγματος, που απαιτείται από τους πολίτες, προϋποθέτει την αποδοχή του χωρίς να απαγορεύει το δικαίωμα στην κριτική και στη διαφωνία, που είναι σύμφυτο με την έννοια της δημοκρατίας.[1]

Σύνταγμα: Η υποχρέωση αντίστασης

Η υποχρέωση αντίστασης αφορά τη βίαιη κατάλυση του Συντάγματος, δηλαδή την εκμηδένιση της ισχύος του με χρήση είτε φυσικής βίας (π.χ. με όπλα σε περίπτωση πραξικοπήματος) είτε θεσμικής βίας (π.χ. καταστρατήγηση συνταγματικών διατάξεων, που καταλήγει στην αδυναμία άσκησης των δικαιωμάτων των πολιτών ή την παρακώλυση των λειτουργιών του πολιτεύματος που απορρέουν από την άσκηση της λαϊκής κυριαρχίας). Αντίθετα, δεν υφίσταται δικαίωμα αντίστασης στην περίπτωση συναινετικής κατάλυσης του Συντάγματος (π.χ. κατάργηση της βασιλείας μετά τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος), ούτε όταν παρατηρούνται μεμονωμένα φαινόμενα βίας για την καταστολή παράνομων κινητοποιήσεων ή όταν αναστέλλεται η ισχύς διατάξεων του Συντάγματος κατ’ εφαρμογή του άρθρου 48 αυτού.

Όσον αφορά τη νομική φύση του δικαιώματος αντίστασης, υποστηρίζεται ότι πρόκειται για πολιτικό δικαίωμα που αποσκοπεί στον εξαναγκασμό των κρατικών οργάνων να ασκούν την εξουσία τους, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις και εντός των ορίων που τίθενται από το Σύνταγμα, ώστε να μπορούν να υλοποιούνται ακώλυτα τα υπόλοιπα ατομικά και συλλογικά δικαιώματα.[2]

Κατά τον Α. Μανιτάκη, το δικαίωμα αντίστασης του άρθρου 120 §4  βρίσκεται μεταξύ ηθικο-πολιτικού δικαιώματος, πραγματικού γεγονότος και εκδήλωσης συνταγματικού πατριωτισμού (ομότιτλο άρθρο, ΝοΒ 2004, σ. 905). Είναι πολύ δύσκολο, αν όχι αδύνατο, να καθοριστούν συγκεκριμένες προϋποθέσεις σύννομης άσκησης του δικαιώματος αντίστασης, το οποίο εμφανίζεται αναγκαίο και φυσιολογικό σε συνθήκες ξένης κατοχής ή δικτατορίας που έχει επιβληθεί με τη βία για την αποκατάσταση της νόμιμης εξουσίας, ενώ μοιάζει αχρείαστο σε συνθήκες ομαλής λειτουργίας του δημοκρατικού πολιτεύματος. Σε κάθε περίπτωση, οι πρακτικές αντίστασης αποτελούν το έσχατο μέσο για την τήρηση της συνταγματικής τάξης, ενώ η συστηματική προσφυγή σε αυτές συνιστά κατάχρηση του σχετικού δικαιώματος.

Συνοψίζοντας, όλα τα κρατικά όργανα υπέχουν υποχρέωση τήρησης του Συντάγματος. Κατά τις ρητές προβλέψεις του Συντάγματος, την τήρησή του διασφαλίζει πρωτίστως η δικαστική εξουσία με τον έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων. Έσχατο μέσο διασφάλισης της τήρησης του Συντάγματος αποτελεί το δικαίωμα/υποχρέωση αντίστασης του λαού, σε περίπτωση (απόπειρας) βίαιης κατάλυσής του.


Υποσημειώσεις

[1] Ξ. Γιαταγάνας εις Σπυρόπουλος / Κοντιάδης / Ανθόπουλος / Γεραπετρίτης, ΕρμΣυντ, άρθρο 120 παρ. 8.

 [2] Φ. Σπυρόπουλος, Το δικαίωμα αντίστασης κατά το άρθρο 120 § 4 του Συντάγματος, 1987.

Ευγενία Β. Πρεβεδούρου
Καθηγήτρια Νομικής Σχολής Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης

Share on facebook
Share on twitter
Share on email
Share on print
Share on facebook
Share on twitter
Share on email
Share on print

Σου άρεσε το άρθρο, αλλά σου δημιούργησε νέες απορίες;

Έχεις και άλλα ερωτήματα που σε απασχολούν σε σχέση με το Σύνταγμα, τους Θεσμούς, τα δικαιώματα και τη λειτουργία της Δημοκρατίας;

Σχετικά Άρθρα

Επιτρέπεται το σεξ ως εργασία;

Παρά τον δεδομένο φιλελεύθερο χαρακτήρα της έννομης τάξης μας, η οποία επιτρέπει την πορνεία, οι ρυθμίσεις που τη διέπουν υποδηλώνουν την ηθική της αποδοκιμασία ως μια αποκλίνουσα κοινωνική δραστηριότητα.

Περισσότερα

Υπάρχουν όρια στο να διαδηλώνουμε ελεύθερα;

Το δικαίωμα στη διαδήλωση, ή αλλιώς το δικαίωμα της συνάθροισης σημαίνει το δικαίωμα του καθενός να συμμετέχει σε μια διαδήλωση (ή να απέχει από αυτή), χωρίς να υφίσταται αρνητικές επιπτώσεις. Αν και η διαδήλωση είναι ελεύθερη ως προς το περιεχόμενο, εντούτοις δεν είμαστε ελεύθεροι να χρησιμοποιήσουμε κάθε μέσο και τρόπο διαδήλωσης.

Περισσότερα

Ποιοι είναι οι εχθροί του Συντάγματος;

Παλιότερα οι εχθροί του Συντάγματος ήταν όσοι με φανερό τρόπο εναντιώνονταν στη θέσπισή του, παραβίαζαν συστηματικά όσες από τις διατάξεις του τούς ενοχλούσαν περισσότερο ή το καταργούσαν ευθέως με πραξικόπημα. Σήμερα, ωστόσο, υπάρχουν οι λεγόμενοι «κρυφοί» εχθροί.

Περισσότερα