Παρόλο που το σώμα μάς ανήκει και, από μια φιλελεύθερη οπτική, έχουμε τη δυνατότητα να το διαθέτουμε όπως θέλουμε, στην πραγματικότητα δεν αποκτάμε ποτέ την πλήρη κυριότητά του, αλλά την «επικαρπία» του, μια περιορισμένη δηλαδή ελευθερία χρήσης του.

Η αυτοδιάθεση του σώματος είναι μια βασική έκφανση της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητάς μας (άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος) και της προσωπικής μας αυτονομίας (βλ. και άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου), σύμφωνα με την οποία έχουμε το δικαίωμα να παρουσιαζόμαστε στους άλλους όπως το επιθυμούμε και να ακολουθούμε το δικό μας σχέδιο ζωής. Τα όρια όμως της ελευθερίας μας δεν είναι πάντα σαφή και ξεκάθαρα, καθώς οφείλουμε να μην παραβιάζουμε το Σύνταγμα, τα δικαιώματα των τρίτων και τα χρηστά ήθη.

Έτσι, παρότι το σώμα μάς ανήκει και από μια φιλελεύθερη οπτική έχουμε τη δυνατότητα να το διαθέτουμε όπως θέλουμε, στην πραγματικότητα δεν αποκτάμε ποτέ την πλήρη κυριότητά του, αλλά την «επικαρπία» του, μια περιορισμένη δηλαδή ελευθερία χρήσης του. Κι αυτό γιατί το Κράτος και το Δίκαιο το θεωρούν αναπαλλοτρίωτο και μη εμπορεύσιμο, άμεσα συναρτώμενο με την ανθρώπινη αξιοπρέπεια.

Η διαχείριση του σώματος σύμφωνα με το Δίκαιο

Έτσι, η διαχείριση του σώματος δεν εξαρτάται – και καλώς – αποκλειστικά από την ατομική μας βούληση, καθώς αυτό θα συνεπαγόταν τη δυνατότητά μας να το «εκχωρήσουμε» πλήρως, παράλογα και καταχρηστικά για οποιονδήποτε προσωπικό σκοπό, πράγμα που το Δίκαιο δεν μπορεί εξ ορισμού να ανεχθεί. Και αυτό γιατί το τελευταίο έχει ως βασικό στόχο την προστασία της ζωής και της ακεραιότητάς μας, όπως και τη συνοχή του κοινωνικού ιστού.

Αυτές ακριβώς τις υψηλές αξίες διαφυλάσσουν οι νομικοί κανόνες που απαγορεύουν αυστηρά τη διάθεση των οργάνων του σώματος για οικονομικά και εμπορικά οφέλη (π.χ. εμπορία οργάνων) και την επιτρέπουν μόνο για θεραπευτικούς σκοπούς. Ως εκ τούτου, η αρχή της συναίνεσής μας, η οποία ισχύει για μια σειρά πράξεων σωματικής αυτοδιάθεσης, όπως για παράδειγμα τη δωρεά οργάνων ή τη χρήση του γενετικού υλικού ή την αποδοχή ή απόρριψη μιας ιατρικής θεραπείας, υποχωρεί όταν προσβάλλονται ή απειλούνται θεμελιώδεις αξίες της έννομης τάξης μας, όπως η ιερή αξία της ζωής και οι βασικές κοινωνικές μας πεποιθήσεις και ηθικές αξίες. Και αυτό γιατί το σώμα δεν μπορεί ποτέ να υποβιβαστεί σε ένα απλό και αναλώσιμο αντικείμενο.

Ειδικότερα, για τη μεταμόσχευση και τη δωρεά οργάνων δεν απαιτείται πλέον η ρητή, αλλά η εικαζόμενη συναίνεση του θανόντος, με την αίρεση της συγκατάθεσης της οικογένειάς του, ενώ για τη μετά θάνατο δωρεά του σώματος μας στην επιστήμη, το ισχύον Δίκαιο παραμένει μάλλον πιο επιφυλακτικό, καθώς ο δότης πρέπει να έχει αποστείλει σχετική δήλωση στα ανατομεία των ιατρικών σχολών.

Γιώργος Καραβοκύρης
Επίκουρος Καθηγητής Νομικής Σχολής Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

Share on facebook
Share on twitter
Share on email
Share on print
Share on facebook
Share on twitter
Share on email
Share on print

Σου άρεσε το άρθρο, αλλά σου δημιούργησε νέες απορίες;

Έχεις και άλλα ερωτήματα που σε απασχολούν σε σχέση με το Σύνταγμα, τους Θεσμούς, τα δικαιώματα και τη λειτουργία της Δημοκρατίας;