Η χρήση στρατιωτικής ισχύος και η ένταση μεταξύ πραγματικού και ισχύοντος: Νομική και θεωρητική προσέγγιση των πρόσφατων περιστατικών στην Κύπρο

Η Ε. Περπερίδου γράφει για την ένταση μεταξύ στρατιωτικής ισχύος και κανονιστικής νομιμότητας στο διεθνές σύστημα, με αφορμή τα πρόσφατα περιστατικά στην Κύπρο και μέσα από τις θεωρητικές προσεγγίσεις των Habermas και Arendt

Τα πρόσφατα περιστατικά στρατιωτικής έντασης στην Κύπρο, με αναφορές για επιθέσεις μη επανδρωμένων αεροσκαφών στην περιοχή του Ακρωτηρίου και για πιθανές εκτοξεύσεις πυραυλικών συστημάτων στην ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου, αναδεικνύουν εκ νέου τα όρια μεταξύ στρατιωτικής ισχύος και νομικής τάξης στο διεθνές σύστημα. Η ανάλυση αυτών των γεγονότων δεν μπορεί να περιοριστεί σε μια απλή περιγραφή στρατιωτικών κινήσεων αλλά απαιτεί μια ευρύτερη προσέγγιση που συνδυάζει το διεθνές και ευρωπαϊκό δίκαιο με τη θεωρητική ερμηνεία της σχέσης μεταξύ ισχύος, εξουσίας και νομιμότητας. Στο πλαίσιο αυτό, ιδιαίτερα γόνιμη αποδεικνύεται η σύγκλιση δύο σημαντικών θεωρητικών προσεγγίσεων: αφενός της διάκρισης μεταξύ πραγματικού και ισχύοντος που αναπτύσσει ο Jürgen Habermas και αφετέρου της θεωρίας της εξουσίας και της βίας που διατύπωσε η Hannah Arendt.

Σύμφωνα με την ανάλυση του Habermas, η σύγχρονη νομική τάξη χαρακτηρίζεται από μια διαρκή ένταση μεταξύ του πραγματικού, δηλαδή των πραγματικών σχέσεων δύναμης και των υλικών δυνατοτήτων άσκησης εξουσίας, και του ισχύοντος, δηλαδή του κανονιστικού πλαισίου που αποσκοπεί στον περιορισμό και τη νομιμοποίηση αυτής της ισχύος. Η διάκριση αυτή είναι ιδιαίτερα εμφανής στο πεδίο του διεθνούς δικαίου, όπου η ύπαρξη κανόνων δεν συνεπάγεται πάντοτε την πλήρη συμμόρφωση των κρατών, ιδίως όταν πρόκειται για ζητήματα ασφάλειας και στρατιωτικής ισχύος. Τα πρόσφατα περιστατικά με μη επανδρωμένα αεροσκάφη στην Κύπρο αποτελούν χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της έντασης, καθώς αναδεικνύουν τη σύγκρουση μεταξύ των τεχνολογικών δυνατοτήτων άσκησης βίας και των διεθνών κανόνων που επιχειρούν να περιορίσουν τη χρήση της.

Η κανονιστική βάση αυτών των κανόνων εντοπίζεται πρωτίστως στον Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών και ειδικότερα στο άρθρο 2 παράγραφος 4, το οποίο απαγορεύει τη χρήση βίας στις διεθνείς σχέσεις. Η διάταξη αυτή αποτελεί έναν από τους θεμελιώδεις πυλώνες του σύγχρονου διεθνούς δικαίου, καθώς κατοχυρώνει την αρχή της κυριαρχικής ισότητας των κρατών και την προστασία της εδαφικής τους ακεραιότητας. Η μόνη αναγνωρισμένη εξαίρεση από την απαγόρευση αυτή είναι η άσκηση νόμιμης αυτοάμυνας σύμφωνα με το άρθρο 51 του Χάρτη ή η εξουσιοδότηση από το Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών. Η εμφάνιση νέων μορφών στρατιωτικής τεχνολογίας, όπως τα drones ή τα συστήματα πυραυλικής καθοδήγησης μεγάλης ακρίβειας, δεν μεταβάλλει τη βασική αρχή ότι οποιαδήποτε στρατιωτική ενέργεια εντός του εδάφους ή του εναέριου χώρου ενός κράτους χωρίς τη συναίνεσή του συνιστά παραβίαση της κυριαρχίας του.

Στην περίπτωση της Κύπρου, η νομική αξιολόγηση καθίσταται ακόμη πιο σύνθετη λόγω της ύπαρξης κυρίαρχων στρατιωτικών βάσεων του Ηνωμένου Βασιλείου στο Ακρωτήρι και στη Δεκέλεια. Οι περιοχές αυτές διαθέτουν ειδικό καθεστώς βάσει των συμφωνιών ανεξαρτησίας του 1960 και θεωρούνται κυρίαρχο έδαφος του Ηνωμένου Βασιλείου. Συνεπώς, οποιαδήποτε επίθεση εναντίον των συγκεκριμένων εγκαταστάσεων μπορεί να θεωρηθεί επίθεση εναντίον βρετανικού εδάφους. Παράλληλα, η παρουσία αυτών των βάσεων εντός της γεωγραφικής επικράτειας της Κύπρου δημιουργεί ένα περίπλοκο πλέγμα δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, καθώς οι στρατιωτικές δραστηριότητες που πραγματοποιούνται από τις βάσεις αυτές μπορούν να επηρεάσουν την ασφάλεια της ευρύτερης περιοχής και να εντάξουν την Κύπρο σε περιφερειακές συγκρούσεις.

Η θεωρητική συμβολή της Hannah Arendt επιτρέπει μια βαθύτερη κατανόηση αυτής της κατάστασης. Στο έργο της «Περί Βίας», η Arendt διακρίνει αυστηρά μεταξύ εξουσίας και βίας. Η εξουσία, σύμφωνα με την ανάλυσή της, πηγάζει από τη συλλογική συναίνεση και την κοινή πολιτική δράση των ανθρώπων, ενώ η βία αποτελεί εργαλείο που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την επιβολή στόχων αλλά δεν μπορεί από μόνη της να δημιουργήσει νομιμοποιημένη εξουσία. Η διάκριση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία για το διεθνές δίκαιο, καθώς υποδηλώνει ότι η στρατιωτική ισχύς μπορεί να επιβάλει προσωρινά αποτελέσματα, αλλά δεν μπορεί να υποκαταστήσει την κανονιστική νομιμοποίηση που προσφέρει η διεθνής νομική τάξη. Με άλλα λόγια, η χρήση βίας χωρίς νομική βάση ενδέχεται να επιτύχει στρατιωτικούς στόχους, αλλά υπονομεύει τη μακροπρόθεσμη σταθερότητα του διεθνούς συστήματος.

Η συνάντηση της θεωρίας της Arendt με την προσέγγιση του Habermas αποκαλύπτει μια κοινή προβληματική σχετικά με τη νομιμοποίηση της ισχύος. Ενώ ο Habermas τονίζει την ανάγκη επικοινωνιακής νομιμοποίησης και θεσμικής ρύθμισης της εξουσίας μέσω του δικαίου, η Arendt υπογραμμίζει ότι η πολιτική εξουσία δεν μπορεί να στηριχθεί αποκλειστικά στη βία. Στο πλαίσιο αυτό, το διεθνές δίκαιο λειτουργεί ως μηχανισμός μετατροπής της ισχύος σε νόμιμη εξουσία, επιβάλλοντας διαδικασίες και κανόνες που περιορίζουν την αυθαίρετη χρήση στρατιωτικής δύναμης.

Η ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση προσθέτει ένα επιπλέον επίπεδο νομικής προστασίας. Η Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση προβλέπει τη συνεργασία των κρατών-μελών στον τομέα της ασφάλειας και της άμυνας, ενώ το άρθρο 42 παράγραφος 7 εισάγει ρήτρα αμοιβαίας συνδρομής σε περίπτωση ένοπλης επίθεσης. Παρά το γεγονός ότι η ρήτρα αυτή δεν έχει ενεργοποιηθεί στην παρούσα συγκυρία, η ύπαρξή της ενισχύει το κανονιστικό πλαίσιο προστασίας της κυριαρχίας ενός κράτους-μέλους. Παράλληλα, η συμμετοχή της Κύπρου στην ευρωπαϊκή έννομη τάξη σημαίνει ότι οποιαδήποτε απειλή κατά της ασφάλειάς της αποκτά και ευρωπαϊκή διάσταση.

Η σύγχρονη πραγματικότητα των υβριδικών συγκρούσεων, όπου συνδυάζονται παραδοσιακές στρατιωτικές επιχειρήσεις με νέες τεχνολογικές μορφές επιθέσεων, καθιστά ακόμη πιο έντονη την ένταση μεταξύ πραγματικού και ισχύοντος. Τα drones, τα συστήματα παρακολούθησης και οι νέες μορφές εξ αποστάσεως πολέμου επιτρέπουν τη χρήση βίας με χαμηλότερο πολιτικό κόστος, γεγονός που μπορεί να ενθαρρύνει την παράκαμψη των διεθνών κανόνων. Ωστόσο, από νομική άποψη, τα μέσα αυτά δεν διαφοροποιούνται από άλλες μορφές στρατιωτικής επίθεσης και υπόκεινται στους ίδιους περιορισμούς του διεθνούς δικαίου.

Συνολικά, η ανάλυση των πρόσφατων περιστατικών στην Κύπρο δείχνει ότι το διεθνές δίκαιο εξακολουθεί να αποτελεί το βασικό κανονιστικό πλαίσιο που ρυθμίζει τη χρήση βίας, ακόμη και σε ένα περιβάλλον αυξανόμενης γεωπολιτικής έντασης και τεχνολογικής εξέλιξης. Η θεωρία του Habermas για τη σχέση πραγματικού και ισχύοντος αναδεικνύει τα όρια μεταξύ στρατιωτικής ισχύος και νομικής νομιμοποίησης, ενώ η προσέγγιση της Arendt υπενθυμίζει ότι η βία δεν μπορεί να αποτελέσει θεμέλιο σταθερής πολιτικής εξουσίας. Στο βαθμό που οι διεθνείς κανόνες εξακολουθούν να λειτουργούν ως σημείο αναφοράς για την αξιολόγηση της κρατικής συμπεριφοράς, η ένταση μεταξύ ισχύος και δικαίου παραμένει ο κεντρικός άξονας κατανόησης των σύγχρονων διεθνών κρίσεων.

Σου άρεσε το άρθρο, αλλά σου δημιούργησε νέες απορίες;

Έχεις και άλλα ερωτήματα που σε απασχολούν σε σχέση με το Σύνταγμα, τους Θεσμούς, τα δικαιώματα και τη λειτουργία της Δημοκρατίας;

Σχετικά Άρθρα

Πόλεμος στην Ουκρανία, εγκλήματα πολέμου & διεθνές δίκαιο (video-podcast)

Με αφορμή τον πόλεμο στην Ουκρανία, ο Κώστας Μποτόπουλος μιλά για τα εγκλήματα πολέμου, τη θέση τους στο διεθνές δίκαιο, αλλά και τις πρωτοβουλίες που λαμβάνονται για την ενδεχόμενη καταδίκη κρατών ή/και προσώπων.

Περισσότερα

Η πολιτιστική βεβήλωση της Αγίας Σοφίας

Πέραν των επιπτώσεων σ’ επίπεδο Διεθνούς Δικαίου, Διεθνούς Νομιμότητας και Διεθνούς Κοινότητας, ως προς την Ευρωπαϊκή Ένωση καθίσταται ακόμη περισσότερο προφανές ότι η εκ μέρους της Τουρκίας αυθαίρετη μετατροπή της Αγίας Σοφίας σε «τέμενος-τζαμί» δεν συνιστά, κατ’ ουδένα τρόπο, «εσωτερικό της ζήτημα», αλλά καταφανώς προκλητική συμπεριφορά που παραβιάζει προδήλως τόσο το Ευρωπαϊκό Κεκτημένο όσο και βασικές αξίες αυτού τούτου του Ευρωπαϊκού Πολιτισμού.

Περισσότερα

Το Καστελλόριζο και το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας

Η Τουρκία αμφισβητεί ότι το Καστελλόριζο όπως, κατ’ αυτήν, και όλα τα ελληνικά νησιά έχει δική του υφαλοκρηπίδα και ότι μπορεί να έχει ΑΟΖ σε περίπτωση ανακήρυξης. Σύμφωνα, όμως, με το άρθρο 121 παρ. 2 της Σύμβασης για το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας του 1982 – απηχεί διεθνές έθιμο και δεσμεύει και χώρες που δεν την έχουν υπογράψει και επικυρώσει, όπως η Τουρκία – τα νησιά έχουν και υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ καθ’ ο μέρος αυτή έχει ανακηρυχθεί.

Περισσότερα

Κέντρο Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου
Ίδρυμα Θεμιστοκλή και Δημήτρη Τσάτσου

Ακαδημίας 43 | Αθήνα | 10672
[+30] 210 36 23 089
info@syntagmawatch.gr

Θέλεις να μαθαίνεις

πρώτος τα νέα μας;

Αν σε ενδιαφέρει να ενημερώνεσαι άμεσα για τις νέες δημοσιεύσεις και τις δράσεις του Syntagma Watch, τότε εγγράψου στο newsletter μας!

JOIN THE CLUB!

It’s easy: all we need is your email & your eternal love. But we’ll settle for your email.