Η συνταγματοποίηση του There Is No Alternative

Ο Θ. Ψήμμας γράφει για την εξαγγελία συνταγματικής αναθεώρησης από τον πρωθυπουργό, αναδεικνύοντας την κριτική στη θεσμική αξιοπιστία, την απουσία κοινωνικών προϋποθέσεων και τη συνταγματοποίηση του δόγματος «There Is No Alternative»

Στο προ ολίγων ημερών διάγγελμά του, ο Πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης άνοιξε το διάλογο για τη συνταγματική αναθεώρηση, ευχόμενος αυτή η κορυφαία πολιτειακή διαδικασία «να αποτελέσει μια απάντηση στην τοξικότητα και τη στείρα κομματική αντιπαράθεση που διακρίνει το πολιτικό μας σύστημα».

Στην εν λόγω αφετηρία της συζήτησης για την τροποποίηση άρθρων του ισχύοντος Συντάγματος, το οποίο αναθεωρήθηκε για τελευταία φορά το 2019, θα μπορούσε να ασκηθεί κριτική από τρεις διαφορετικές οπτικές γωνίες: Α) υποκρισία-έλλειμμα θεσμικής αξιοπιστίας, Β) απουσία των κοινωνικών και κοινοβουλευτικών προϋποθέσεων της αναθεώρησης, Γ) συνταγματοποίηση του νεοφιλελεύθερου και μεταδημοκρατικού πλαισίου οργάνωσης της κοινωνικοπολιτικής μας συμβίωσης.

Α. Αναφορικά με το ζήτημα της υποκρισίας, ο Πρωθυπουργός ομνύει στην «τολμηρή πραγματοποίηση μεγάλων τομών που θα ενισχύσουν το κύρος των θεσμών και την εμπιστοσύνη των πολιτών», ενώ επανειλημμένα η Κυβέρνηση στην οποία προΐσταται ενέχεται για πληθώρα (αντι)θεσμικών συμπεριφορών επιεικώς προβληματικής εναρμόνισης με ισχύουσες διατάξεις του Συντάγματος, οι οποίες έχουν οξύνει τη δομική κρίση αξιοπιστίας των πολιτειακών θεσμών και έχουν διαρρήξει τη σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ αντιπροσώπων και αντιπροσωπευόμενων.

Ως χαρακτηριστικά παραδείγματα-αποδεικτικά στοιχεία μπορούμε να εισφέρουμε στη δημόσια συζήτηση τα ακόλουθα:

i) Την –γραμματικά και τελολογικά– contra legem διαστρέβλωση του «απαγορεύεται» σε «επιτρέπεται», προκειμένου να επιτραπεί η ίδρυση και λειτουργία ιδιωτικών πανεπιστημίων στη χώρα μας παρά τη ρητή απαγόρευση στο άρθρο 16 παρ. 5 και παρ. 8 Συντ.[1]

ii) Τον «ευνουχισμό» της –βάσει του άρθρου 19 παρ. 2 Συντ.– καθ’ ύλην αρμόδιας Ανεξάρτητης Αρχής για τη διασφάλιση του απορρήτου των επικοινωνιών, με δραστικό περιορισμό του ρόλου της τόσο κατά τη διαδικασία άρσης του απορρήτου για λόγους εθνικής ασφάλειας όσο και κατά τη διερεύνηση των ευθυνών για το σκάνδαλο των «υποκλοπών», και, πάνω απ’ όλα, με την ανάδειξη νέων μελών στην Α.Δ.Α.Ε. χωρίς την τήρηση της –σύμφωνα με το άρθρο 101Α παρ. 2 Συντ.– απαιτούμενης πλειοψηφίας των 3/5 στη Διάσκεψη των Προέδρων της Βουλής.

γ) Τον ευτελισμό της προβλεπόμενης διαδικασίας του –ήδη υπέρμετρα «αβανταδόρικου» προς την κοινοβουλευτική πλειοψηφία– άρθρου 86 Συντ., όπου η διαδικασία διερεύνησης τυχόν ποινικών ευθυνών πολιτικών προσώπων για τη σιδηροδρομική τραγωδία των Τεμπών και την επιγενόμενη απόπειρα συγκάλυψής της περιορίστηκε σε ένα κυβερνητικά προκατασκευασμένο κατηγορητήριο για –πλημμεληματική– παράβαση καθήκοντος μόνο στον τότε Υφυπουργό παρά τω Πρωθυπουργώ Χρήστο Τριαντόπουλο.

Β. Ως προς το δεύτερο σκέλος των κριτικών επισημάνσεων που μπορούν να εγερθούν απέναντι στην πρωθυπουργική εξαγγελία για επικείμενη έναρξη των αναθεωρητικών εργασιών, εκτιμώ ότι απουσιάζουν οι πραγματικές προϋποθέσεις που καθιστούν αναγκαία και επιθυμητή την αναθεώρηση τόσο σε κοινωνικό όσο και σε κοινοβουλευτικό επίπεδο.

Πρώτον, ο αυστηρός χαρακτήρας του Συντάγματος κατοχυρώνεται και διασφαλίζεται μέσα από την απαρέγκλιτη τήρηση των ουσιαστικών, διαδικαστικών και χρονικών ορίων της αναθεώρησης, όπως αυτά τίθενται στο άρθρο 110 Συντ., τα οποία «αποσκοπούν στο να αποκλείσουν τη δυνατότητα της εκάστοτε κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας να τροποποιεί κατά βούληση το θεμελιώδες πλαίσιο οργάνωσης της πολιτείας»[2]. Στην προκειμένη περίπτωση, το πρωθυπουργικό διάγγελμα δεν δύναται να υποκαταστήσει την –ρητά και λεπτομερειακά– προβλεπόμενη διαδικασία έναρξης της συνταγματικής αναθεώρησης, ήτοι την πρόταση 50 βουλευτών ανεξαρτήτως, μάλιστα, εάν ανήκουν στην πλειοψηφία ή τη μειοψηφία του Κοινοβουλίου.

Δεύτερον, το αδιαμφισβήτητο θεμέλιο του πολιτεύματος είναι η αρχή της λαϊκής κυριαρχίας (άρθρο 1 παρ. 2 Συντ.), με τον κυρίαρχο λαό να αναγορεύεται διά των εκλεγμένων αντιπροσώπων του σε πηγή και φορέα όλων των λειτουργιών, άρα και της αναθεωρητικής λειτουργίας. Εν προκειμένω, στο όνομα της απόκρουσης του επάρατου «λαϊκισμού» και της θεραπείας –πράγματι υπαρκτών– αναχρονισμών του ισχύοντος Συντάγματος, ο Πρωθυπουργός επιδιώκει «από τα πάνω» να πλοηγήσει με «υπεύθυνο» τρόπο τη χώρα στον 21ο αιώνα. Η αρχή της λαϊκής κυριαρχίας, όμως, απαιτεί από τους κυβερνώντες, αφενός, να σέβονται την πραγματική δημοκρατική συμμετοχή όλων ανεξαιρέτως με όρους ίσης πολιτικής ελευθερίας και πλουραλισμού, και, αφετέρου, να διαφυλάσσουν την υπερ-ιστορική διάσταση του κυρίαρχου λαού[3]. Κατά συνέπεια, ο καταστατικός χάρτης της Πολιτείας δέον να έχει γενική κι αφηρημένη, όσο το δυνατόν πιο λακωνική, διατύπωση προκειμένου ακριβώς να ανθίσταται κανονιστικά στη «γυμνή» ισχύ της συγκυρίας και να αφήνει ανοιχτές τις –δικαιικά επιτρεπτές– εκβάσεις της κοινωνικοπολιτικής διαπάλης.

Τρίτον, το άρθρο 110 Συντ. αναγνωρίζει στο δημοκρατικά εκλεγμένο Κοινοβούλιο την αποκλειστική αρμοδιότητα για τη διενέργεια της συνταγματικής αναθεώρησης, τόσο στην αρχική φάση επιλογής των προς αναθεώρηση διατάξεων όσο και στη διατύπωση του περιεχομένου τους κατά την τελική φάση της αναθεωρητικής διαδικασίας[4]. Ειδικότερα, το συνταγματικό κείμενο ορθώνει ξεκάθαρα εμπόδια απέναντι στον κίνδυνο «τυραννίας της πλειοψηφίας», καθώς απαιτεί αυξημένη πλειοψηφία 180 βουλευτών είτε στην προτείνουσα είτε στην επόμενη (αναθεωρητική) Βουλή για την επιτυχή περάτωση της αναθεώρησης ορισμένης συνταγματικής διάταξης. Η διαφύλαξη του αυστηρού χαρακτήρα του ιεραρχικά υπέρτερου νομικού κειμένου της Ελληνικής Δημοκρατίας εδράζεται, λοιπόν, στην οικοδόμηση συναίνεσης μεταξύ διόλου αμελητέου μέρους των κοινοβουλευτικά εκπροσωπούμενων πολιτικών δυνάμεων. Εν μέσω, όμως, δικαστικά διερευνούμενων υποθέσεων που έχουν τραυματίσει με βαριά αντιθεσμικό τρόπο την ορθολογική πολιτική αντιπαράθεση στη χώρα μας (με χαρακτηριστικό παράδειγμα, την εκκρεμή δίκη των «υποκλοπών» όπου «αντικείμενο» παρακολούθησης ήταν ακόμα και ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης), η διαγγελματική αναζήτηση συναινέσεων από τον Πρωθυπουργό φαντάζει επικοινωνιακό πυροτέχνημα. Κατά συνέπεια, δεν ανταποκρίνεται στις αξιακές και λειτουργικές απαιτήσεις μιας διαβουλευτικής δημόσιας σφαίρας επικοινωνίας μεταξύ των κοινοβουλευτικά εκπροσωπούμενων πολιτικών δυνάμεων του «συνταγματικού τόξου».

Γ. Το μείζον ζήτημα με τη –διαγγελματικά εξαγγελλόμενη– διαδικασία αναθεώρησης του Συντάγματος είναι ότι τόσο ο σκοπός στην υπηρεσία του οποίου τίθεται η εν λόγω αναθεώρηση όσο και το πλέγμα των -κυβερνητικά επιλεγόμενων- προς αναθεώρηση διατάξεων, υπηρετούν τη συνταγματοποίηση του There Is No Alternative («δεν υπάρχει εναλλακτική»). Με άλλα λόγια, επιδιώκεται να θεμελιωθεί στο ύπατο κανονιστικό επίπεδο μια πολιτική κοινωνία μηδαμινών προσδοκιών με ξήλωμα των θεσμικών υποστρωμάτων που επιτρέπουν μια εναλλακτική –πιο χειραφετητική, συμπεριληπτική, εξισωτική και αλληλέγγυα- εξειδίκευση των θεμελιωδέστερων δικαιικών αρχών–μεταπολιτευτικών κατακτήσεων.

Ο καταστατικός χάρτης μιας –τυπικά και ουσιαστικά– νεωτερικής πολιτικής κοινωνίας είναι, αφενός, αυτοσκοπός, καθώς η άσκηση συντακτικής και συντεταγμένης-αναθεωρητικής εξουσίας αυτή καθεαυτήν αποτυπώνει θεσμικά το –κρατικά οργανωμένο– ακριβοδίκαιο κοινωνικοπολιτικό μας παίγνιο.  Αφετέρου δε, λειτουργεί και ως το μέσο για την εμπέδωση και περαιτέρω εμβάθυνση των ύψιστων αποστολών κάθε φιλελεύθερου, δημοκρατικού και κοινωνικού κράτους δικαίου (ελευθερία, ισότητα, αλληλεγγύη, προσωπική και συλλογική αυτονομία, δημοκρατική αρχή, δικαιώματα).

Στη –διά στόματος του Πρωθυπουργού– αναθεωρητική πρωτοβουλία, ωστόσο, το Σύνταγμα εργαλειοποιείται, καθώς τίθεται στην υπηρεσία της συγκυριακής κοινοβουλευτικής-κυβερνητικής πλειοψηφίας ως «όπλο» στη «μάχη» της προληπτικής ανάσχεσης του «λαϊκισμού». Κατ’ αυτήν την ερμηνευτική εκδοχή, ο ιεραρχικά υπέρτερος πολιτειακός κανόνας εκπίπτει σε επικυρωτή των «εξελίξεων», οι οποίες όχι μόνο δεν είναι δυνατό να τοποθετηθούν σε ένα ανιστορικό γραμμικό σχήμα διαρκούς προόδου (μια τέτοια αφελής πίστη, εξάλλου, έχει διαψευσθεί παταγωδώς στον καιρό της εξαγωγής του τραμπικού αυταρχισμού), αλλά, πλέον διαμορφώνονται ολοένα και περισσότερο άνωθεν και έξωθεν των –τύποις κυρίαρχων– πολιτικών υποκειμένων.

Ο «επικυρωτικός» χαρακτήρας του προς αναθεώρηση Συντάγματος επιβεβαιώνεται στο πρωθυπουργικό διάγγελμα με δυο αλληλένδετους τρόπους.

Από τη μια πλευρά, επιδιώκεται η θεσμική κατοχύρωση του δόγματος «νυν υπέρ πάντων η ανάπτυξη», δηλαδή η παγίωση μιας ιδιωτικοποιημένης δημόσιας σφαίρας, μέσα από την άρση των ρυθμιστικών «αγκυλώσεων» του συνταγματικού κειμένου, όπως ο αποκλειστικά δημόσιος χαρακτήρας της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης (άρθρο 16 παρ. 5 Συντ.), η μονιμότητα ως ειδικό υπηρεσιακό καθεστώς των δημόσιων υπαλλήλων (άρθρο 103 παρ. 4 Συντ.) κ.λπ.

Από την άλλη και κυρίως, η «ηθική του χρέους»[5] («ο τζάμπας πέθανε» κατά την πρόσφατη, κυνικότατη, viral διατύπωση της βουλεύτριας του κυβερνώντος κόμματος Χριστίνας Αλεξοπούλου), δηλαδή η «κανονικοποίηση» των οικονομικών θυσιών των πολλών και των «λελογισμένων» (δηλαδή των καπιταλιστικά οριοθετημένων) υποσχέσεων των κομματικών φορέων, εξυψώνεται σε ρητή συνταγματική επιταγή μέσω «δικλείδων, οι οποίες θα εγγυώνται τη μόνιμη δημοσιονομική ισορροπία, τη συνεπή κυβερνητική δράση αλλά και την ορθότητα των κομματικών υποσχέσεων, ώστε η χώρα να μην διολισθήσει ποτέ ξανά στα επικίνδυνα μονοπάτια του λαϊκισμού».

Η ενσωμάτωση του «χρυσού δημοσιονομικού κανόνα»[6] στο Σύνταγμα, δηλαδή της συνταγματικής πρόβλεψης για ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς, πολλώ δε μάλλον σε μια χρονική συγκυρία πολυκρίσεων σε εθνικό, ενωσιακό και διεθνές επίπεδο, θέτει την ηθικοπολιτική αξία και την κανονιστική δεσμευτικότητα των δικαιωμάτων-ελευθεριών (ιδίως των –αναδιανεμητικής υφής– κοινωνικών δικαιωμάτων[7]) υπό την αίρεση ενός πανίσχυρου, απογυμνωμένου από κάθε αιτιολογία και στάθμιση, δημοσιονομικού συμφέροντος. Σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο, όμως, η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου (άρθρο 25 παρ. 1 Συντ.) εκπίπτει de facto σε αοριστόλογη ρήτρα, από την οποία δεν θα απορρέουν, έστω και με όρους σχετικού κοινωνικού κεκτημένου, συγκεκριμένες θεσμικές και υλικές υποχρεώσεις της Πολιτείας, αλλά κάθε παροχική αξίωση βιοτικής αυτοτέλειας προσκρούει στη –συνταγματοποιημένη πια– «επιφύλαξη του εφικτού»[8]. Και, κάπως έτσι, το «ρεαλιστικό» Σύνταγμα θα έχει περιστείλει εκ των προτέρων τις (συναινετικά ανταγωνιστικές) προοπτικές για την οργάνωση και τη λειτουργία της res publica που –δέον να– διασφαλίζει η εκάστοτε άσκηση συντακτικής ή συντεταγμένης εξουσίας. 

Υ.Γ. Μιας και ο Πρωθυπουργός της χώρας αντιλαμβάνεται τον θεσμικό του ρόλο ως αυτόν του κατεξοχήν προστάτη της συνταγματικής δημοκρατίας στον «ιερό» αγώνα κατά του λαϊκισμού, τίθεται αμείλικτο το ερώτημα. Ποιος θα μας προστατέψει από τον –πανταχού παρόντα στη δημόσια σφαίρα– ποινικό λαϊκισμό και από τον –προσεχώς στις οθόνες μας– αναθεωρητικό λαϊκισμό[9]; Ποιος μας φυλάει, σε πρώτη και τελική ανάλυση, από τους φύλακες της (νεο)φιλελεύθερης (μετα)δημοκρατίας;

Θωμάς Ψήμμας, Διδ. Φιλοσοφίας του Δικαίου Νομικής Σχολής ΑΠΘ


[1] Όπως αναρωτιέται ρητορικώς εύλογα ο Γ. Δρόσος, «Υπάρχει Σύνταγμα όταν ένα συνταγματικό «απαγορεύεται» μεταβάλλεται «ερμηνευτικώς» σε «επιτρέπεται» ή και «επιβάλλεται»;», βλ. Δρόσος Γιάννης, «Is There a Text in This Class?», syntagmawatch.gr, 04.02.2026.

[2] Σύνταγμα κατ’ άρθρο ερμηνεία (Άρθρο 110) (Κοντιάδης Ξενοφών), syntagmawatch.gr, σελ. 3.

[3] Σύνταγμα κατ’ άρθρο ερμηνεία (Άρθρο 1) (Παπαστυλιανός Χρήστος), syntagmawatch.gr, σελ. 22.

[4] Σύνταγμα κατ’ άρθρο ερμηνεία (Άρθρο 110), ό.π., σελ. 8.

[5] Βλ. Lazzarato Maurizio, Η κατασκευή του χρεωμένου ανθρώπου, μτφρ. Γ. Καράμπελα, εκδ. Αλεξάνδρεια, Αθήνα, 2014.

[6] Σχετικά με τις προκλήσεις που θέτει επί τάπητος η συνταγματοποίηση του «χρυσού δημοσιονομικού κανόνα», βλ. Μαντζούφα Παναγιώτη, «Ο «χρυσός» δημοσιονομικός κανόνας στο Σύνταγμα: Λύση του προβλήματος ή ακόμα ένα εμπόδιο στην οικονομική προσαρμογή και στην προστασία των δικαιωμάτων;», constitutionalism.gr, 12.04.2013.

[7] Η άρση της κατοχύρωσης των επιμέρους κοινωνικών δικαιωμάτων και η υποκατάστασή τους από μια γενική ρήτρα «κοινωνικού κράτους δικαίου» ήταν μια εκ των προτεινόμενων διατάξεων στο -νεοφιλελεύθερης υφής- αναθεωρητικό σχέδιο των Ν. Αλιβιζάτου, Π. Βουρλούμη, Γ. Γεραπετρίτη, Γ. Κτιστάκι, Στ. Μάνου και Φ. Σπυρόπουλου με τίτλο «Ένα καινοτόμο Σύνταγμα για την Ελλάδα» (εκδ. Μεταίχμιο, 2016). Για μια κριτική επισκόπηση των βασικών αξόνων της εν λόγω δημόσιας παρέμβασης για αναθεώρηση του ισχύοντος Συντάγματος, βλ. Ψήμμα Θωμά, «Ένα καινοτόμο Σύνταγμα για την Ελλάδα: Η συνταγματοποίηση του μνημονιακού καθεστώτος», efsyn.gr, 13.06.2016.

[8] Μια εμπεριστατωμένη κριτική απέναντι στην «επιφύλαξη του εφικτού» από τη σκοπιά της κανονιστικής οπισθοδρόμησης των κοινωνικών δικαιωμάτων απαντάται σε: Γιαννακόπουλος Κωνσταντίνος, «Το ελληνικό Σύνταγμα και η επιφύλαξη του εφικτού της προστασίας των κοινωνικών δικαιωμάτων: «να είστε ρεαλιστές, να ζητάτε το αδύνατο», ΕφημΔΔ, τχ. 4/2015, σελ. 417-442.

[9] Σχετικά με τον κίνδυνο μετεξέλιξης της εξαγγελλόμενης αναθεωρητικής πρωτοβουλίας σε «παγίδα συνταγματικού λαϊκισμού», βλ. Βενιζέλος Ευάγγελος, «Η παγίδα του αναθεωρητικού λαϊκισμού», «Η Καθημερινή», 08.02.2026.

Σου άρεσε το άρθρο, αλλά σου δημιούργησε νέες απορίες;

Έχεις και άλλα ερωτήματα που σε απασχολούν σε σχέση με το Σύνταγμα, τους Θεσμούς, τα δικαιώματα και τη λειτουργία της Δημοκρατίας;

Σχετικά Άρθρα

Is There a Text in This Class?

Ο Γ. Δρόσος γράφει για την πρόωρη συζήτηση περί συνταγματικής αναθεώρησης, θέτοντας το θεμελιώδες ερώτημα της κανονιστικής ισχύος του Συντάγματος απέναντι σε ερμηνευτικές πρακτικές που το αποδυναμώνουν και απειλούν τον ίδιο τον πυρήνα του κράτους δικαίου

Περισσότερα

Αναθεώρηση και μονιμότητα στο δημόσιο: μπούμερανγκ;

Ο Τ. Βιδάλης γράφει για την πρόταση αναθεώρησης της μονιμότητας στο Δημόσιο, αναδεικνύοντας τον κίνδυνο να λειτουργήσει ως μπούμερανγκ. Επισημαίνει πώς μια πιθανόν κατακερματισμένη Βουλή θα μπορούσε τελικά να ενισχύσει την ανεξαρτησία των δημοσίων υπαλλήλων αντί να καταργήσει τη μονιμότητα

Περισσότερα

Κέντρο Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου
Ίδρυμα Θεμιστοκλή και Δημήτρη Τσάτσου

Ακαδημίας 43 | Αθήνα | 10672
[+30] 210 36 23 089
info@syntagmawatch.gr

Θέλεις να μαθαίνεις

πρώτος τα νέα μας;

Αν σε ενδιαφέρει να ενημερώνεσαι άμεσα για τις νέες δημοσιεύσεις και τις δράσεις του Syntagma Watch, τότε εγγράψου στο newsletter μας!

JOIN THE CLUB!

It’s easy: all we need is your email & your eternal love. But we’ll settle for your email.