Έκταση και όρια του δικαιώματος έκφρασης των δικαστικών λειτουργών στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης

Ο Γ. Ζώης και η Ε. Χρυσουλάκη γράφουν για τη σημασία της ελευθερίας έκφρασης των δικαστών, με αφορμή την απόφαση ΕΔΔΑ «Danileţ κατά Ρουμανίας», αναλύοντας τα όρια που επιβάλλονται λόγω του θεσμικού τους ρόλου

1. Εισαγωγικές παρατηρήσεις

    Το δικαίωμα στην ελεύθερη έκφραση αποτελεί θεμελιώδες, αναγκαίο και πολύτιμο στοιχείο για ένα δημοκρατικό πολίτευμα, που εξυπηρετεί τόσο την πραγμάτωση της ατομικής αυτονομίας, όσο και τη συλλογική πνευματική ανάπτυξη, καθώς η δυνατότητα των μελών μιας κοινωνίας να εκφράζουν ελεύθερα τη γνώμη τους σε έναν ανοιχτό χώρο ελεύθερης ανταλλαγής απόψεων οικοδομεί μια κοινωνία με σταθερές δημοκρατικές αρχές, ικανή να εγγυηθεί την ευημερία των πολιτών της. Και μπορεί ο αριθμός των φορέων του δικαιώματος στην έκφραση να είναι, καταρχήν, απεριόριστος, όμως υφίστανται ορισμένοι περιορισμοί για συγκεκριμένες κατηγορίες υποκειμένων · των δημόσιων υπαλλήλων και των δικαστικών λειτουργών. Με την κτήση της δημοσιοϋπαλληλικής ιδιότητας ή της ιδιότητας του δικαστικού λειτουργού, το πρόσωπο δεν απεκδύεται την ιδιότητά του ως πολίτη, ο οποίος απολαμβάνει τα συνταγματικώς κατοχυρωμένα δικαιώματα και οφείλει να μετέχει στην κοινωνική και πολιτική ζωή της χώρας. Η σπουδαιότητα της δημοσιοϋπαλληλικής ιδιότητας εδράζεται στην ιδιαιτερότητα της νομικής σύνδεσης ενός φυσικού προσώπου με το κράτος, υπό την έννοια ότι ο δημόσιος υπάλληλος είναι εκφραστής της κυριαρχίας και των αρχών του κράτους σε μια δημοκρατική κοινωνία. Από την άλλη, η σπουδαιότητα της ιδιότητας του δικαστικού λειτουργού έγκειται στην αναγνώριση του ρόλου του ως εκπροσώπου της τρίτης λειτουργίας της κρατικής εξουσίας, όπως αυτή κατοχυρώνεται στο άρθρο 26 (§ 3) του Συντάγματος, προς τούτο και η ύπαρξη ειδικών εγγυήσεων λειτουργικής και προσωπικής ανεξαρτησίας, οι οποίες ενισχύουν τον δικαιοκρατικό χαρακτήρα του πολιτεύματος[1].

    Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) ερμηνεύει με ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή την ελευθερία της έκφρασης των εκπροσώπων της δικαστικής εξουσίας, ιδίως όταν η διατύπωση της άποψης ή της γνώμης αυτών σχετίζεται με ζήτημα δημόσιου ενδιαφέροντος. Δεδομένου, ωστόσο, του θεσμικού τους ρόλου, η ερμηνεία αυτή αποκτά διττή ανάγνωση, υπό την έννοια της αναγκαιότητας προστασίας της ακεραιότητας, της ανεξαρτησίας και της αμεροληψίας της δικαστικής λειτουργίας, ως ένα από τα κυριότερα θεμέλια μιας δημοκρατικής κοινωνίας που ευημερεί[2]. Το σύνθετο ζήτημα της εξισορρόπησης της άσκησης του δικαιώματος της έκφρασης των δικαστών και της προστασίας της αμεροληψίας του δικαστικού σώματος απασχολεί ιδιαιτέρως τις δυτικές έννομες τάξεις και το ΕΔΔΑ, με το τελευταίο να διακρίνει την εκφορά λόγου από έναν δικαστικό λειτουργό για ένα ζήτημα δημόσιου ενδιαφέροντος, από τη διατύπωση γνώμης για το περιεχόμενο δικαστικών αποφάσεων και από την έκφραση προσωπικών απόψεων για ζητήματα που εμπίπτουν στην ατομική σφαίρα του δικαστή, ως υποκειμένου δικαιωμάτων και υποχρεώσεων. Εξάλλου, βασική προϋπόθεση για τη διασφάλιση της εμπιστοσύνης των πολιτών στον θεσμό της δικαιοσύνης αποτελεί η ικανότητα των δικαστικών λειτουργών να εκπροσωπούν αποτελεσματικά τις αρχές του κράτους δικαίου[3].

    2. Η ελευθερία έκφρασης του δικαστή στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης: Η απόφαση του ΕΔΔΑ της 15ης.12.2025 «Danileţ κατά Ρουμανίας»

      Κατά την τελευταία εικοσαετία η κοινωνικοποίηση και η ενημέρωση λαμβάνουν χώρα και μορφοποιούνται στο διαδίκτυο, το οποίο με τον επωφελή πληροφοριακό του χαρακτήρα κατόρθωσε τη σύμμειξη τεχνολογίας και πραγματικότητας. Με τον κοινωνικό αντίκτυπο της διευρυνόμενης χρήσης των μέσων κοινωνικής δικτύωσης να είναι πλέον ηχηρός, δημιουργήθηκε μοιραία στον παραδοσιακό πυρήνα του δικαιώματος στην ελεύθερη έκφραση μια τομή, περισσότερο ως περιθώριο μελέτης και ερμηνείας της εξελικτικής φύσης του δικαιώματος σε μια εποχή παράλληλης, διαδικτυακής ανάπτυξης της προσωπικότητας του ατόμου. Ειδικώς για τις περιπτώσεις που επιλέγουν οι δικαστικοί λειτουργοί να εκφραστούν στο διαδίκτυο, και κατά κύριο λόγο στα δημοφιλή μέσα κοινωνικής δικτύωσης, η νομολογία του ΕΔΔΑ κάνει περισσότερες αναγνώσεις, ακριβώς λόγω της δεοντολογίας[4] και του θεσμικού ρόλου που χαρακτηρίζουν το λειτούργημά τους, χωρίς, ωστόσο, το Δικαστήριο να δεσμεύεται από τη συνταγματική τυποποίηση ή μη της προστασίας της υπόληψης του δικαστικού σώματος, ως ειδικότερου δικαιώματος[5]. Όταν η έκφραση πραγματώνεται στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης δεν μπορεί να παραβλεφθεί η «επιδραστικότητα» αυτής, κυρίως λόγω της άμεσης διάδρασης μεταξύ πομπού και δέκτη, αλλά και ένεκα του ευρέως –έως ακαθόριστου- αριθμού των προσώπων-αποδεκτών, που συνδέονται είτε υπό την ιδιότητα των «φίλων», είτε των «ακολούθων» ή και των απλών επισκεπτών της σελίδας ή του «προφίλ» του ατόμου.

      Στις 15 Δεκεμβρίου 2025 κατέστη τελεσίδικη η απόφαση του ΕΔΔΑ στην υπόθεση «Danileţ κατά Ρουμανίας[6]», η οποία έχει ως αφετηρία την προσφυγή υπ’ αριθμ. 16915/21 του Ρουμάνου υπηκόου και δικαστή, Vasilică-Cristi Danileţ, κατά της Ρουμανίας, με αντικείμενο την παραβίαση των άρθρων 10 και 8 της ΕΣΔΑ, μέσω της επιβολής πειθαρχικών κυρώσεων από την Εθνική Επιτροπή Δικαστικών και Νομικών Υπηρεσιών στον ίδιο, ένεκα δημοσίευσης δύο μηνυμάτων στη σελίδα του στο «Facebook». Πιο συγκεκριμένα, ο προσφεύγων ήταν δικαστής στο Επαρχιακό Δικαστήριο του Cluj κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, ενώ ως πρώην μέλος της Εθνικής Επιτροπής Δικαστικών και Νομικών Υπηρεσιών, πρώην αντιπρόεδρος δικαστηρίου, πρώην σύμβουλος του Υπουργού Δικαιοσύνης, εκπαιδευτικός στον τομέα του δικαίου, ιδρυτικό μέλος δύο μη κυβερνητικών οργανώσεων (ΜΚΟ) που δραστηριοποιούνται στον τομέα της δημοκρατίας και της δικαιοσύνης και συγγραφέας πολλών άρθρων για νομικά θέματα, είχε έντονη δραστηριότητα σε ζητήματα που σχετίζονται με τη δημοκρατία, το κράτος δικαίου, τη δικαιοσύνη και τη διαφάνεια και απολάμβανε εθνικής φήμης και ενός σημαντικού εύρους δημοφιλίας. Οι επίμαχες αναρτήσεις του προσφεύγοντος δημοσιεύτηκαν στην προσωπική του σελίδα στην πλατφόρμα «Facebook», η οποία αριθμούσε περί τους 50.000 ακολούθους, γεγονός που προσέλκυσε το ενδιαφέρον, τόσο της Επιτροπής Δικαστικής Επιθεώρησης, όσο και των μέσων μαζικής ενημέρωσης. Η πρώτη ανάρτηση του προσφεύγοντος δημοσιεύτηκε στις 9 Ιανουαρίου 2019 και είχε το ακόλουθο περιεχόμενο: «Ίσως έχετε παρατηρήσει τη σειρά προσπαθειών για επίθεση, διατάραξη και δυσφήμιση θεσμών όπως η Γενική Διεύθυνση Πληροφοριών και Εσωτερικής Προστασίας, η Ρουμανική Υπηρεσία Πληροφοριών, η αστυνομία, η Εθνική Διεύθυνση Καταπολέμησης της Διαφθοράς, η χωροφυλακή, η Εισαγγελία του Ανωτάτου Ακυρωτικού Δικαστηρίου, το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο και ο στρατός. [Οι εν λόγω επιθέσεις] δεν συνέβησαν τυχαία μετά από ‘‘τις καταχρήσεις που διαπράχθηκαν από τις εξουσίες’’. Συνειδητοποιούν οι άνθρωποι τι θα σήμαινε η αποδυνάμωση [αυτών] των θεσμών ή, ακόμη χειρότερα, η υποταγή των υπηρεσιών, της αστυνομίας, των δικαστηρίων και του στρατού στον πολιτικό έλεγχο; Και μιλώντας για τον στρατό, έχετε σκεφτεί ποτέ το άρθρο 118 § 1 του Συντάγματος, το οποίο ορίζει ότι ‘‘ο στρατός υπηρετεί αποκλειστικά τη βούληση του λαού με σκοπό τη διαφύλαξη της συνταγματικής δημοκρατίας’’; Τι θα συνέβαινε αν μια μέρα ο στρατός βγει στους δρόμους για να υπερασπιστεί… τη δημοκρατία, επειδή η υποστήριξή της φαίνεται να μειώνεται αυτές τις μέρες; Θα σας εξέπληττε το γεγονός ότι αυτή η λύση θα ήταν… συνταγματική; Νομίζω ότι δεν μπορούμε να δούμε το δάσος από τα δέντρα…». Την επομένη (10 Ιανουαρίου 2019), ο προσφεύγων ανήρτησε έναν υπερσύνδεσμο προς ένα άρθρο Τύπου με τίτλο «Ένας εισαγγελέας κρούει τον κώδωνα του κινδύνου. Το να ζεις στη Ρουμανία σήμερα ενέχει τεράστιο κίνδυνο. Η κόκκινη γραμμή έχει ξεπεραστεί όσον αφορά το δικαστικό σύστημα», δημοσιευθέν σε εθνικό ιστότοπο ειδήσεων, ενώ ο εν λόγω υπερσύνδεσμος συνοδευόταν από σχόλιο του προσφεύγοντος, με το εξής περιεχόμενο: «Εδώ έχουμε έναν εισαγγελέα με αίμα στις φλέβες (sânge în instalaţie), που λέει την άποψή του για την αποφυλάκιση επικίνδυνων κρατουμένων, τις κακές ιδέες των ηγετών μας για τη νομοθετική μεταρρύθμιση και το “λιντσάρισμα” δικαστών και εισαγγελέων!».

      Αξίζει να σημειωθεί ότι την ημέρα που δημοσιεύθηκε το δεύτερο μήνυμα του προσφεύγοντος, η Επιτροπή Δικαστικής Επιθεώρησης ανέλαβε να διερευνήσει αυτεπαγγέλτως την πιθανότητα ο προσφεύγων, μέσω των αναρτήσεών του, να έχει προσβάλει την τιμή και την εικόνα του δικαστικού σώματος, ενώ λίγο αργότερα ξεκίνησε έρευνα για το ζήτημα αυτό, με σκοπό την κίνηση πειθαρχικής διαδικασίας σε βάρος του δικαστή. Η Επιτροπή παρέπεμψε την υπόθεση στην Πειθαρχική Επιτροπή Δικαστών, η οποία -αφού στις 16 Απριλίου 2019 πραγματοποίησε την ακροαματική διαδικασία ερήμην του προσφεύγοντος- εξέδωσε απόφαση επιβολής της μείωσης του μισθού του κατά 5% για δύο μήνες (κύρωση που αποσκοπούσε στην αποτροπή του δικαστή να επαναλάβει την ίδια ή παρόμοια συμπεριφορά στο μέλλον), καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι ο προσφεύγων, μέσω των αναρτήσεών του σε ένα ευρύ ακροατήριο, δεν είχε συμμορφωθεί με το καθήκον της διακριτικότητας που επιτάσσουν οι διατάξεις του Κώδικα Δεοντολογίας των Δικαστών και των Εισαγγελέων, με αποτέλεσμα να υπονομευθεί η αξιοπρέπεια του αξιώματός του και να υποστούν βλάβη η αμεροληψία και η «καλή φήμη» του δικαστικού σώματος, γεγονός που ενδέχεται να επηρεάσει την εμπιστοσύνη και τον σεβασμό των πολιτών απέναντι στα δικαστήρια και στον θεσμό της δικαιοσύνης εν γένει. Έχει ιδιαίτερη σημασία να αναφερθεί ότι τα μέλη της πειθαρχικής επιτροπής διχάστηκαν ως προς την ανίχνευση του σκοπού και την ερμηνεία του περιεχομένου των αναρτήσεων του δικαστή, καθώς η πλειοψηφία των μελών της πειθαρχικής επιτροπής έκρινε ότι ο ίδιος, στο πρώτο του μήνυμα, υπαινίχθηκε ότι οι δημόσιοι θεσμοί ελέγχονταν από πολιτικούς, προτείνοντας ως πιθανή λύση την παρέμβαση του στρατού για τη διαφύλαξη της δημοκρατίας, ενώ αναφορικά με το δεύτερο μήνυμα, σημείωσαν ότι είχε χρησιμοποιήσει έκφραση που, «κατά την άποψή τους[7]», υπερέβαινε τα όρια της ευπρέπειας και ήταν ανάξια ενός δικαστή, διότι οι εν λόγω αναρτήσεις δεν εξέφραζαν αξιολογικές κρίσεις, αλλά απλές δυσφημιστικές κατηγορίες ικανές να θέσουν υπό αμφισβήτηση την αξιοπιστία των κρατικών θεσμών. Μάλιστα, η πειθαρχική επιτροπή κατέληξε στην παραδοχή ότι το γεγονός ότι ο προσφεύγων είχε εκφράσει τις απόψεις του ως απλός πολίτης, δεν τον απαλλάσσει από την πειθαρχική ευθύνη, δεδομένου του καθήκοντος διακριτικότητας που έχει ως δικαστής. Εντούτοις, τρία εκ των εννέα μελών της επιτροπής διατύπωσαν διαφορετική γνώμη, κρίνοντας ότι η απόλυτη απαγόρευση στους δικαστές και τους εισαγγελείς να ασκούν κριτική για θέματα δημόσιου ενδιαφέροντος, συνιστούσε δυσανάλογο περιορισμό της ελευθερίας της έκφρασής τους. Αφού το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο επικύρωσε την πειθαρχική ποινή που επιβλήθηκε στον δικαστή, ο τελευταίος προσέφυγε ενώπιον του ΕΔΔΑ, επικαλούμενος παραβίαση της ελευθερίας της έκφρασης (άρθρο 10 της ΕΣΔΑ) και του δικαιώματος στην ιδιωτική ζωή. Το Τμήμα Ελάσσονος Σύνθεσης του ΕΔΔΑ διαπίστωσε, δυνάμει της από 20 Φεβρουαρίου 2024 απόφασής του, παραβίαση του άρθρου 10 της ΕΣΔΑ, απορρίπτοντας τον ισχυρισμό περί παραβίασης του άρθρου 8 της Σύμβασης, με τη ρουμανική κυβέρνηση να ζητά την παραπομπή της υπόθεσης στο Τμήμα Μείζονος Σύνθεσης, αμφισβητώντας την ορθότητα της απόφασης.

      Το Δικαστήριο τόνισε την υποχρέωση διακριτικότητας των δικαστών και των εισαγγελέων (κατά την επαγγελματική και ιδιωτική συμπεριφορά τους), ως θεμελιώδους σημασίας αρχή που αποσκοπεί στη διατήρηση υψηλών προτύπων ακεραιότητας, αμεροληψίας και επαγγελματισμού, όπως προκύπτει από τη συγκριτική έρευνα νομοθεσιών των κρατών μελών του Συμβουλίου της Ευρώπης. Ιδίως κατά τη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, το Δικαστήριο δέχτηκε ότι οι δικαστές και οι εισαγγελείς υποχρεούνται να τηρούν υψηλά πρότυπα επαγγελματισμού και διακριτικότητας, προκειμένου να διαφυλάσσουν την ακεραιότητα του δικαστικού σώματος[8]. Περαιτέρω, δεν αμφισβητήθηκε η συμμετοχή του προσφεύγοντος-δικαστή σε πολιτική διαμάχη, με τη δημοσίευση του μηνύματος της 9ης Ιανουαρίου 2019 στην προσωπική του σελίδα στην πλατφόρμα «Facebook», χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η πολιτική διαμάχη καθ’ εαυτή αποτελεί ανασταλτικό παράγοντα για να εκφράσει την άποψή του ένας δικαστής ή εισαγγελέας σχετικά με ένα ζήτημα δημόσιου ενδιαφέροντος. Μάλιστα, κατά την κρίση του ΕΔΔΑ, τα σχόλια του προσφεύγοντος, σύμφωνα με τα οποία θα υπήρχε απειλή για τη συνταγματική δημοκρατία σε περίπτωση που οι δημόσιοι θεσμοί υφίσταντο πολιτικό έλεγχο, θα μπορούσαν να θεωρηθούν ότι στοχεύουν στην υπεράσπιση της συνταγματικής τάξης και της διατήρησης της ανεξαρτησίας των θεσμών ενός δημοκρατικού κράτους, με τις παρατηρήσεις αυτές να ομοιάζουν με αξιολογικές κρίσεις, των οποίων η αλήθεια δεν μπορεί να αποδειχθεί.

      Το ΕΔΔΑ παρατήρησε ότι οι συγκεκριμένες δηλώσεις, λόγω του ασαφούς χαρακτήρα τους, θα μπορούσαν να εκληφθούν από τους αναγνώστες ως υποκίνηση, έστω και σιωπηρή ή έμμεση, σε μίσος ή βία, εξ ου και επιθυμητή θα ήταν μια σαφέστερη γλώσσα, αποκλείοντας έτσι πολλαπλές ερμηνείες, χωρίς εντούτοις να διαταράσσεται η ισορροπία μεταξύ του βαθμού στον οποίο ο προσφεύγων, ως δικαστής, θα μπορούσε να μετέχει στο κοινωνικό γίγνεσθαι και της αναγκαιότητας να παραμένει ανεξάρτητος και αμερόληπτος κατά την άσκηση του δικαστικού λειτουργήματός του. Ως προς το μέσο στο οποίο ο δικαστής εξέφρασε τις απόψεις του, το Δικαστήριο επιβεβαιώνει το νεοδιαμορφωθέν, πλην ελλειμματικό, κριτήριο ανάγνωσης των αξιολογικών κρίσεων στο μέσο κοινωνικής δικτύωσης «Facebook», υπό την έννοια της αναγκαίας αποδοχής ορισμένου αριθμού κινδύνων που είναι συνυφασμένοι με μια ανοιχτή, δημόσια προσβάσιμη σελίδα στο διαδίκτυο (λ.χ. ταχεία και ευρεία διάδοση σχολίων που περιλαμβάνουν ρητορική μίσους και εκκλήσεις για βία). Το γεγονός ότι δεν αναλύθηκαν η φύση και το εύρος της προβληθείσας προσβολής της αξιοπρέπειας του δικαστικού σώματος, οι ενέργειες υπονόμευσης της ανεξαρτησίας και της αμεροληψίας της δικαιοσύνης, του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη ή της εμπιστοσύνης των πολιτών στο δικαστικό σώμα, καθώς και ότι δεν συγκεκριμενοποιήθηκαν οι συνέπειες που επέσυρε η εν λόγω προσβολή, οδήγησε την κρίση του Δικαστηρίου στη διαπίστωση ότι οι εθνικές αρχές επέβαλαν στον προσφεύγοντα-δικαστή μία και μοναδική κύρωση (μείωση μισθού κατά 5% για δύο μήνες), χωρίς να προσδιορίσουν τον βαθμό συμβολής κάθε ανάρτησης στη διακρίβωση του πειθαρχικού παραπτώματος και στην επιμέτρηση της επιβληθείσας κύρωσης. Ιδιαίτερη, μάλιστα, αναφορά έγινε στον -αμφιλεγόμενα- αποτρεπτικό χαρακτήρα της κύρωσης, όχι μόνο για τον ίδιο τον προσφεύγοντα, αλλά και για όσους απαρτίζουν το δικαστικό σύστημα. Συνεπώς, λαμβάνοντας υπόψη τα επιμέρους συμφέροντα που διακυβεύονταν, το περιεχόμενο και τη μορφή καθενός από τα δύο μηνύματα του δικαστή, το πλαίσιο στο οποίο δημοσιεύθηκαν, τις συνέπειές τους, την ιδιότητα υπό την οποία τα δημοσίευσε ο προσφεύγων, τη φύση και τη σοβαρότητα της κύρωσης που του επιβλήθηκε, όπως επίσης και την αποτρεπτική της επίδραση στο σύνολο των δικαστών και εισαγγελέων, το ΕΔΔΑ κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η συγκεκριμένη παρέμβαση δεν βασίστηκε σε «σχετικούς και επαρκείς» λόγους και, κατά συνέπεια, δεν ανταποκρινόταν σε «επιτακτική κοινωνική ανάγκη», κρίνοντας με δέκα ψήφους έναντι επτά ότι παραβιάστηκε το άρθρο 10 της Σύμβασης.

      3. Αντί Επιλόγου

        Διακύβευμα της συγκεκριμένης υπόθεσης αποτελεί η ισορροπία ανάμεσα στην ανάγκη διαφύλαξης του κύρους της δικαστικής εξουσίας και στην απρόσκοπτη άσκηση του δικαιώματος στην ελεύθερη έκφραση των δικαστών, οι οποίοι υποχρεούνται να μην σιωπούν όταν θίγονται ζητήματα μείζονος σημασίας, όπως το κράτος δικαίου και η ομαλή λειτουργία των θεσμών. Η επιβολή πειθαρχικών κυρώσεων σε βάρος δικαστών συνιστά μια ενέργεια που έχει εγγενώς αποτρεπτικό αποτέλεσμα, τόσο για τους ίδιους τους λειτουργούς, όσο και για τον δικαστικό κλάδο στο σύνολό του, χωρίς παράλληλα να εγγυάται την ορθή ισορροπία μεταξύ του -αυτονόητου- δικαιώματος στην ελεύθερη έκφραση ενός δικαστή και της προστασίας της ακεραιότητας της δικαιοσύνης ως θεσμού. Η υποχρέωση αυτοσυγκράτησης στη διατύπωση της γνώμης εκ μέρους των δικαστικών λειτουργών έχει ως προϋπόθεση, ευλόγως, την ομαλή λειτουργία της δημοκρατικής τάξης, στην οποία, όχι μόνο δεν υποτιμώνται οι θεσμοί, αλλά κυριαρχεί η λογοδοσία και η διαφάνεια. Αντιθέτως, σε έννομες τάξεις που αντιμετωπίζουν προβλήματα συστημικής λειτουργίας των θεσμών (λ.χ. παρεμβάσεις της εκτελεστικής εξουσίας στη δικαιοσύνη και σε ανεξάρτητες αρχές), η ουδετερότητα δύναται να προσλάβει αρνητικό πρόσημο, καθώς η αυτοσυγκράτηση ή ακόμη και η παθητική στάση των δικαστικών λειτουργών είναι ικανή να συντηρήσει τη θεσμική υποβάθμιση, έως και να συμβάλλει στην περαιτέρω διάβρωση του συνταγματικού πλαισίου. Άλλωστε, ο ρόλος των δικαστών δεν μπορεί απλώς να περιορίζεται στα στενά όρια της φορμαλιστικής εφαρμογής του νόμου, αλλά θα πρέπει να ανάγεται στο επίπεδο του φύλακα του Συντάγματος, σύμφωνα με την ορολογία του Kelsen[9].

        «Εάν ήξερα κάτι ωφέλιμο για την οικογένειά μου, και που δεν θα ήταν για την πατρίδα μου, θα ζητούσα να το ξεχάσω. Εάν ήξερα κάτι ωφέλιμο για την πατρίδα μου, και που θα ήταν επιζήμιο στην Ευρώπη, ή που θα ήταν ωφέλιμο στην Ευρώπη και επιζήμιο στο ανθρώπινο γένος, θα το θεωρούσα σαν ένα έγκλημα.» (Montesquieu)

        Ελένη Χρυσουλάκη, Δικηγόρος LLM, Μέλος ΕλΕΔΑ

        Γεώργιος Θ. Ζώης, Δρ Συνταγματικού Δικαίου ΕΚΠΑ, Μεταδιδακτορικός Ερευνητής Παντείου Παν/μίου


        [1] Για την καταγωγή και την έννοια της αρχής της διάκρισης των εξουσιών, βλ. εντελώς ενδεικτικά Αλέξανδρου, Σβώλου, Το νέον Σύνταγμα και αι βάσεις του πολιτεύματος, εκδόσεις Σάκκουλας Αντ. Ν., Ιανουάριος 2008 (ανατύπωση), σελ. 278 επ..

        [2] Για τους περιορισμούς στην ελευθερία έκφρασης των δικαστικών λειτουργών βλ. αναλυτικά Βαρβάρα, Μπουκουβάλα, Η ελευθερία έκφρασης των δικαστικών λειτουργών, διαθέσιμο στον ιστότοπο https://ddikastes.gr. 

        [3]Βλ. ΕΔΔΑ «Kayasu κατά Τουρκίας» (προσφ. υπ’ αρ. 64119/00 & 76292/01), 13/02/2009 (οριστ.).

        [4]Αναλυτικά για τις αρχές της δικαστικής δεοντολογίας, Βλ. Αικατερίνη, Σακελλαροπούλου, σε: Δικαστική Δεοντολογία, Ελευθερία του Λόγου και Προστασία της Προσωπικότητας (συλλογικό έργο, πρόλογος: Ξενοφών Κοντιάδης), Ίδρυμα Θεμιστοκλή και Δημήτρη Τσάτσου – Εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα – Θεσσαλονίκη, 2016, σελ. 23 – 34.

        [5]Αναλυτικά για το «πάγωμα του δημοσίου διαλόγου» και, μεταξύ άλλων, για τον «δικαστή ως φορέα της ελευθερίας της έκφρασης και ως στόχο δημόσιας κριτικής», Βλ. Αλκμήνη, Φωτιάδου, Αυτολογοκρισία, Αυτοδέσμευση και Ελευθερία της Έκφρασης, σε: Δικαστική Δεοντολογία…ό.π., σελ. 53-70.

        [6] Οι γράφοντες μετέφρασαν την απόφαση από την αγγλική στην ελληνική γλώσσα για τις ανάγκες του παρόντος.

        [7] Βλ. σκέψη 27 της σχολιαζόμενης απόφασης.

        [8]«Σε εννέα κράτη μέλη, για παράδειγμα, δεδομένου του εγγενούς δημόσιου χαρακτήρα των διαδικτυακών πλατφορμών, συνιστάται στους δικαστές και τους εισαγγελείς να συμπεριφέρονται ως εάν οι δηλώσεις τους ήταν προσβάσιμες σε ευρύ κοινό, ανεξάρτητα από τις ρυθμίσεις απορρήτου ή το κοινό στο οποίο απευθύνονται. Επιπλέον, σε επτά κράτη μέλη, οι ίδιες αρχές μετριοπάθειας ισχύουν τόσο για τους προσωπικούς, όσο και για τους επαγγελματικούς λογαριασμούς στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Δεκαοκτώ κράτη μέλη θεωρούν επίσης ότι η γλώσσα που χρησιμοποιείται σε αυτές τις πλατφόρμες αποτελεί σημαντικό παράγοντα για τη συμμόρφωση με τα δικαστικά πρότυπα, τονίζοντας την ανάγκη να αποφεύγονται εκφράσεις που ενδέχεται να υπονομεύσουν την εμπιστοσύνη των πολιτών στην αμεροληψία και την αξιοπρέπεια του δικαστικού σώματος.», βλ. σκέψη 76 της σχολιαζόμενης απόφασης.

        [9] Για την έννοια του «φύλακα του Συντάγματος», βλ. ενδεικτικά Hans, Kelsen, Carl, Schmitt, Ποιος είναι ο «Φύλακας του Συντάγματος;», μετάφραση – εισαγωγή: Νικόλας, Βαγδούτης, 13ος τόμος της σειράς του Κέντρου Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου «Σύγχρονοι Στοχαστές για τη Δημοκρατία και το Σύνταγμα», εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα 2024.

        Σου άρεσε το άρθρο, αλλά σου δημιούργησε νέες απορίες;

        Έχεις και άλλα ερωτήματα που σε απασχολούν σε σχέση με το Σύνταγμα, τους Θεσμούς, τα δικαιώματα και τη λειτουργία της Δημοκρατίας;

        Σχετικά Άρθρα

        Προστασία και στέρηση της ιδιοκτησίας / Δεκάλεπτα Μαθήματα για το Σύνταγμα και την ΕΣΔΑ (48ο video-podcast)

        Στο 48ο Βίντεο-Μάθημα της ειδικής εκπαιδευτικής ενότητας Δεκάλεπτα Μαθήματα για το Σύνταγμα και την ΕΣΔΑ, ο Μανόλης Βελεγράκης περιγράφει το συνταγματικό πλαίσιο προστασίας και τις προϋποθέσεις στέρησης της ιδιοκτησίας.

        Περισσότερα

        Σύνταγμα και Πανδημία: Τα συνταγματικά δικαιώματα στη δεύτερη φάση της πανδημίας (video- podcast)

        Στο 12ο βίντεο του αφιερώματος «Σύνταγμα και Πανδημία», ο Καθηγητής Νομικής και Κοσμήτορας της Νομικής Σχολής Πανεπιστημίου Λευκωσίας, Αχιλλέας Αιμιλιανίδης, και η Διδάκτωρ Συνταγματικού Δικαίου, Αλκμήνη Φωτιάδου, συζητούν για τα συνταγματικά δικαιώματα στη δεύτερη, πλέον, φάση της πανδημίας. Ποιες οι διαφορές με το πρώτο lockdown σε ό,τι αφορά την πρόσληψή τους από τους πολίτες; Ποιοι οι ενδεχόμενοι κίνδυνοι;

        Περισσότερα

        Κέντρο Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου
        Ίδρυμα Θεμιστοκλή και Δημήτρη Τσάτσου

        Ακαδημίας 43 | Αθήνα | 10672
        [+30] 210 36 23 089
        info@syntagmawatch.gr

        Θέλεις να μαθαίνεις

        πρώτος τα νέα μας;

        Αν σε ενδιαφέρει να ενημερώνεσαι άμεσα για τις νέες δημοσιεύσεις και τις δράσεις του Syntagma Watch, τότε εγγράψου στο newsletter μας!

        JOIN THE CLUB!

        It’s easy: all we need is your email & your eternal love. But we’ll settle for your email.